Η εορτή των Θεοφανείων αποτελεί για όλους μας μία ευκαιρία να θυμηθούμε τι σημαίνει για τον κόσμο και τη ζωή μας η παρουσία του Τριαδικού Θεού. Ο Χριστός δεν βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη ποταμό, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι είχαν αμαρτίες. Ο Χριστός ήταν καθαρός και αναμάρτητος και αυτό το γνώριζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Δεν ήθελε να Τον βαπτίσει, γιατί δεν μπορεί το λυχνάρι να φωτίσει το ίδιο το Φως. Δεν ήθελε να βάλει τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του Κυρίου, γιατί δεν μπορεί ο δούλος να είναι ανώτερος από τον Κύριό Του. Και όχι μόνο ο Πρόδρομος, αλλά και η ίδια η φύση θεώρησε ξένο και παράδοξο το θέαμα ο Δημιουργός της να εισέρχεται σ’ αυτήν ως ένας κοινός άνθρωπος. Γι’ αυτό και ο Ιορδάνης στράφηκε προς τα πίσω, όπως μας δηλώνει η παράδοση και η πίστη της Εκκλησίας μας, την ώρα που ο Κύριος μπήκε μέσα στα ύδατά του.
Ο Χριστός φανερώθηκε στον κόσμο για να φωτίσει όλους όσους ζούσαν στο σκοτάδι, μας λέει ένα από τα ωραιότερα τροπάρια της εορτής. «Επεφάνης εν τω κόσμω, ο τον κόσμον ποιήσας, ίνα φωτίσης τους εν σκότει καθημένους, Φιλάνθρωπε δόξα σοι» (Εσπερινός της εορτής). Οι άνθρωποι ζούσαν στο σκοτάδι της άγνοιας του Θεού. Δεν γνώριζαν ποιος είναι ο αληθινός Θεός, ούτε ποιος είναι ο σκοπός της ζωής. Πίστευαν σε άλλους θεούς. Λάτρευαν την κτίση, παρά τον Κτίσαντα. Ειδωλοποιούσαν τα φυσικά φαινόμενα και κάποιους επιφανείς ανθρώπους, έπλαθαν μύθους και, κυρίως, αισθάνονταν δέος μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου, το οποίο φάνταζε αξεπέραστο και σκοτεινό.
Οι άνθρωποι ζούσαν στο σκοτάδι της αδιαφορίας για το Θεό και την αλήθεια. Η καθημερινότητα ήταν αυτή που τους απασχολούσε στη ζωή τους. Οι υποθέσεις τους. Η επιβίωσή τους. Γνώμονας για την πορεία τους ο εγωκεντρισμός. Η ιστορία και ο πολιτισμός τους στηριζόταν στην δύναμη των όπλων. Στο δέος του θανάτου που η ισχύς και η εξουσία φέρουν. Και η μόνη προσέγγιση στοιχείων της αλήθειας ήταν δια της φιλοσοφίας, η οποία προσπαθούσε να απαντήσει στο ερώτημα από τι αποτελείται ο κόσμος και με ποιο τρόπο ο άνθρωπος μπορεί να είναι ευτυχισμένος σ’ αυτή τη ζωή. Η φιλοσοφία όμως ήταν για τους λίγους και όχι για όλους.
Οι άνθρωποι ζούσαν στο σκοτάδι των διακρίσεων, της εκμεταλλεύσεως του πλησίον, της εκδικήσεως, της δουλείας, της καταπατήσεως των δικαιωμάτων των άλλων. Στο σκοτάδι της απουσίας της αγάπης. Γι’ αυτό ο κόσμος στον οποίο ήρθε ο Χριστός ήταν ένας κόσμος στον οποίο βασίλευε ο φόβος, η βία και ο πόλεμος, δηλαδή οι μορφές εκείνες του θανάτου που καθιστούν τους ανθρώπους ανελεύθερους. Αλλά και ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου καταδυναστεύονταν από τα πάθη και τις επιθυμίες, με αποτέλεσμα να μην μένει χώρος για τον πλησίον και να απουσιάζει το Φως και η αληθινή χαρά.
Ο Χριστός λοιπόν, φανερώνεται στον κόσμο για να φωτίσει «τους εν σκότει καθημένους». Να δείξει ότι ο Τριαδικός Θεός θέλει ο άνθρωπος να Τον γνωρίσει, για να φωτισθεί από το σκοτάδι της άγνοιας, της απιστίας, της αδιαφορίας, της απουσίας της αγάπης. Γιατί όποιος πιστεύει στον αληθινό Θεό, δέχεται στην καρδιά του το φως το αληθινόν. Λαμβάνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο ανοίγει τα πνευματικά μάτια, ελευθερώνει τον εσωτερικό κόσμο από τα πάθη, δίδει φως και χαρά, αγιάζει και ζωοποιεί. Και η παρουσία αυτή του Τριαδικού Θεού δεν περιορίζεται μόνο στον Ιορδάνη. Απλώνεται σε ολόκληρη την Ιστορία και βιούται στη ζωή της Εκκλησίας, στην οποία κάθε ώρα και στιγμή όλοι οι άνθρωποι, και όχι οι λίγοι προνομιούχοι, μπορούν να αγιαστούν, λαμβάνοντας το Φως το απρόσιτον.
Ο φωτισμός εκδηλώνεται με τα σημεία της ίδιας της ζωής που ο Θεός εδημιούργησε. Με τις ευχές της Εκκλησίας το ύδωρ και όλη η δημιουργία αγιάζονται, απαλλάσσονται από το κακό και τις δαιμονικές δυνάμεις και ο άνθρωπος δέχεται πλέον τον κόσμο ως δώρο του Θεού προς φωτισμό και αγιασμό. Βαπτίζεται στο νερό, καθαρίζεται δηλαδή από το κακό και την αμαρτία και εισέρχεται στην Εκκλησία. Λαμβάνει το νερό ως αγιασμό, δηλαδή ως σημείο φωτισμού, χάριτος και καθαρμού, αλλά και ως επαναβεβαιώσεως ότι ο Θεός ουδέποτε τον εγκαταλείπει. Το ψωμί και το κρασί γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού κατά την Θεία Λειτουργία. Η υλική τροφή, δηλαδή, γίνεται τροφή πνευματική, αγιαστική και αιώνια. Και κάθε τι αναπλάθεται και αναμορφώνεται στην προοπτική του Φωτισμού.
Ζούμε σε μια εποχή στην οποία δεν παύουμε να συναντούμε την άγνοια για το Θεό και την πίστη. Την περιφρόνηση και την αδιαφορία για το Ευαγγέλιο. Την απουσία της αγάπης. Ο κόσμος μας εξακολουθεί να στέκεται με δέος μπροστά στο κακό και τον θάνατο. Αναζητεί τον φωτισμό του σε λυχνάρια όπως είναι η γνώση, η εικόνα, η πληροφορία, αλλά παραμένει «καθήμενος εν σκότει και σκιά». Η Εκκλησία με την εορτή των Θεοφανείων μας υπενθυμίζει την ανάγκη για γνήσιο Φωτισμό. Την ανάγκη για κοινωνία με τον Ιησού Χριστό που είναι ο Ίδιος το Φως. Που είναι ο Κύριος και ο Θεός μας. Μας καλεί να Τον προσκυνήσουμε και να Του επιτρέψουμε να μας αγιάσει. Να γίνει ο Ίδιος ζωή μας. Και να μας δώσει την ευκαιρία να ανοίξουμε τα πνευματικά μας μάτια, ώστε να συναντήσουμε το αληθινό νόημα της υπάρξεώς μας που είναι η κοινωνία με τον Επιφανέντα Τριαδικό Θεό.
Χρόνια Πολλά κι ευλογημένα! Ο επιφανείς Θεός να φωτίζει και να αγιάζει όλους και τον κόσμο μας!