Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. κ. Νεκταρίου σέ ἐκδήλωση πρός τιμήν τῶν φοιτητῶν τῆς Κέρκυρας
Ἀγαπητοί μου φοιτητές καί φοιτήτριες,
Ἡ τοπική μας Ἐκκλησία καί πάλι σᾶς ὑποδέχεται μέ πολλή ἀγάπη στόν χῶρο αὐτό. Θέλουμε νά ἐκφράσουμε τίς ὁλοκάρδιες εὐχές μας ἡ νέα χρονιά νά φέρει πρόοδο στίς σπουδές καί τή ζωή σας, ἀλλά καί στή σχέση σας μέ τόν Θεό. Χαιρόμαστε πού ἐσεῖς οἱ νέοι τοῦ τόπου μας ἐπιλέξατε τόν δρόμο τῆς μορφώσεως καί τῆς πνευματικῆς καλλιέργειας, ὥστε νά ἀποκτήσετε ἐφόδια καί ἱκανότητες πού θά εἶναι πολύτιμα ὂχι μόνο γιά τόν ἑαυτό σας, ἀλλά καί γιά τόν τόπο μας.
Κι αὐτό διότι βρισκόμαστε σέ μιά ἐποχή πού τό πνεῦμα τῆς αὐτάρκειας καί τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μᾶς κάμει νά βλέπουμε τή ζωή ὠφελιμιστικά καί χρησιμοθηρικά, κάτι πού ἔρχεται σέ ἀντιπαράθεση μέ ὅ,τι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας ἒχει καθιερώσει, δηλαδή τήν συνεργασία, τήν προσφορά, τήν ἀδελφοσύνη, τήν γνήσια ἀγάπη, πού δέν περιλαμβάνονται στούς προσανατολισμούς τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος ὡς πρός τήν ἐπαγγελματική σταδιοδρομία. Ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ ἀπό σᾶς νά σκέπτεστε καί τόν ἄλλο, τόν συνάνθρωπό σας, τόν διπλανό, γιά νά ἀποτελέσει τελικά ἡ ἐπιστήμη πού σπουδάζετε τήν ἀφετηρία ὄχι μόνο τῆς προσωπικῆς σας καταξιώσεως, ἀλλά καί τοῦ ἀγῶνα γιά τήν δημιουργία τῶν συνθηκῶν γιά μιάν ἂλλη κοινωνία, ἓναν ἂλλο τρόπο ζωῆς.
Σκοπός αὐτῆς τῆς συνάξεως εἶναι ἡ ἐπικοινωνία καί ὁ συμπροβληματισμός πάνω σέ θέματα πού ἀπασχολοῦν τή ζωή τῶν νέων καί τήν σχέση της μέ τήν Ἐκκλησία. Ἐπιλέξαμε φέτος νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, καθώς εἶναι ἓνα ζήτημα ἰδιαίτερα ἐπίκαιρο. Πολλές φορές ἐσεῖς οἱ ἲδιοι καί οἱ συνάδελφοί σας διατυπώνετε τήν ἂποψη ὃτι ἡ Ἐκκλησία χρειάζεται ἀλλαγές γιά νά προσεγγίσει τή νέα γενιά. Γνωρίζουμε ὃτι αὐτός ὁ προβληματισμός σας εἶναι καλοπροαίρετος, καθώς σέ πολλές ἔρευνες ἐκφράζετε τήν ἐμπιστοσύνη σας στήν Ἐκκλησία ὡς θεσμό καί δέχεσθε ὃτι ἡ πίστη παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στή ζωή σας.
Αὐτό εἶναι πολύ σπουδαῖο ὡς θεωρητική παραδοχή, καθώς πέρασε ἓνα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τό ὁποῖο ἡ νέα γενιά ἀντιμετώπιζε μέ μεγάλη προκατάληψη τήν Ἐκκλησία. Σ’ αὐτήν ὁδήγησαν οἱ ἰδεολογικές συγκρούσεις τοῦ παρελθόντος, οἱ ὑλιστικές θεωρίες, ἀλλά καί κακές ἐπιλογές σέ ἐπίπεδο χειρισμῶν σοβαρῶν θεμάτων πού εἶχαν νά κάμουν μέ τήν σχέση Ἐκκλησίας καί κοινωνικῆς καί πολιτικῆς ζωῆς ἀπό τήν πλευρά τῆς ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας.
Σήμερα ἡ σχέση νέων καί Ἐκκλησίας εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Γνωρίζουμε ὅτι θέλετε νά ἀκούσετε τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας σέ θέματα πού ἀπασχολοῦν ή ζωή σας. Οἱ δυσκολίες ὅμως στήν ἐπικοινωνία, ἀλλά καί οἱ προκαταλήψεις δέν ἒχουν πάψει νά ὑπάρχουν. Συνήθως σχηματίζουμε γνώμη γιά τήν Ἐκκλησία περισσότερο μέ βάση τό πῶς παρουσιάζονται ἐξωτερικά τά πράγματα, “τό φαίνεσθαι”, καί λιγότερο μέ τό πῶς πραγματικά εἶναι. Ἰδίως στήν τηλεόραση, πολλές φορές μεγεθύνεται ἡ κακή συμπεριφορά κάποιων κληρικῶν, ἐνῶ τονίζονται “ὑπέρ τό δέον” κάποιες διαφορές πού εἶναι λογικό νά ὑπάρχουν σέ ἓναν ζωντανό ὀργανισμό, ὅπως εἶναι ἡ Ἐκκλησία, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐντείνεται ὁ προβληματισμός σας γιά τό ἂν τελικά μπορεῖτε νά πάρετε ἀπαντήσεις.
Οἱ περισσότεροι ἀπό σᾶς εἲχατε ἐπαφή μέ τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας στό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ θεολόγοι μας, καί ἰδίως οἱ νεώτεροι, ἒχουν βοηθήσει ἀποφασιστικά ὣστε νά ὑπάρχει ἓνας πιό σύγχρονος λόγος στά πλαίσια τοῦ μαθήματος αὐτοῦ, κάτι πού καθιστᾶ πιό ἐλκυστική τήν Ἐκκλησία στά μάτια σας. Ὡστόσο, ὑπάρχει ἕνα μεγάλο μειονέκτημα στό μάθημα. Δέν εἶναι εὒκολο νά συνδεθεῖ μἐ τήν ζωή τῆς Ἐνορίας καί τῆς Ἐπισκοπῆς, μέ ἀποτέλεσμα νά παραμένει μάθημα καί ὂχι σχέση καί στάση ζωῆς.
Ὀφείλουμε νά ἐπισημάνουμε ὃτι καί ἡ οἰκογένεια σήμερα δέν βοηθᾶ ὃσο θά μποροῦσε τήν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικότητάς σας. Οἱ ἒντονοι ρυθμοί τῆς ζωῆς, οἱ βιοτικές μέριμνες πού ὁδηγοῦν σέ πρόταξη ἂλλων ἀναγκῶν, ἀλλά καί ἡ ἀλλοτρίωσή μας ἀπό τήν ἑλληνοθόδοξη παράδοση καί τίς βασικές ἀρχές της, σᾶς ἀφήνουν τελικά μόνους σας νά ἀποφασίσετε γιά τήν πίστη καί τή ζωή της καί μάλιστα χωρίς νά ἔχετε πάντοτε ὅλες τίς προϋποθέσεις ὥστε νά ἀποφασίσετε ἀντικειμενικά.
Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά κάμουμε καί τήν αὐτοκριτική μας. Κι ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία δέν εἲχαμε πάντοτε ἀνοικτές τίς πόρτες στή νέα γενιά, δέν ἐργαστήκαμε ὅσο πρέπει ὣστε νά μπορεῖτε νά βρίσκετε στηρίγματα κοντά μας, καθώς δέν ἔχουμε πάντοτε τά πνευματικά βιώματα καί τήν μόρφωση πού θά σᾶς βοηθήσουν νά ξεδιψάσετε πνευματικά, νά βρεῖτε κατανόηση καί ἀνοικτό νοῦ, ἀλλά κυρίως, τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, “τήν ἀγάπη, τή χαρά, τήν εἰρήνη, τήν μακροθυμία, τήν χρηστότητα, τήν ἀγαθωσύνη, τήν πίστη, τήν πραότητα, τήν ἐγκράτεια” (Γαλ. 5, 22-23).
Πρίν πάντως ἀποφασίσετε ὁριστικά μέσα σας γιά τό τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία γιά σᾶς, θέλουμε νά τολμήσετε νά τήν γνωρίσετε καί νά ὑπερβεῖτε κάποιους μύθους. Εἶναι μύθος ὅτι ἡ Ἐκκλησία φοβᾶται τόν διάλογο μέ τή νέα γενιά. Εἶναι μύθος ὅτι ἡ Ἐκκλησία φοβᾶται τήν ἀμφισβήτηση καί τόν προβληματισμό. Εἶναι μύθος ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει τό “πίστευε καί μή ἐρεύνα”. Εἶναι μύθος ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀρνεῖται τήν ἐπιστημονική πρόοδο γιατί ἐξαιτίας της κλονίζονται οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως. Εἶναι μύθος ὅτι ἡ Ἐκκλησία θέλει νά βάλει τόν νέο ἄνθρωπο σέ καλούπια, νά τοῦ ἀλλάξει τυπικά τήν ἐξωτερική του συμπεριφορά, νά τοῦ ἀφαιρέσει τήν ἐλευθερία του.
Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ καί προσφέρει τήν ἐλευθερία στόν κάθε ἂνθρωπο, καί ἰδιαίτερα τόν νέο. Ἒχει ὡς πρότυπό της τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὃπου ὁ Θεός-Πατέρας ἀφήνει τό παιδί του νά κατασπαταλήσει τήν πνευματική του στήν ἁμαρτία, ἐπειδή τό παιδί ἐπιλέγει ἐλεύθερα αὐτόν τόν τρόπο ζωῆς. Ὃταν ὃμως μετανοήσει, ὃταν πάρει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, τότε ὁ Θεός σπεύδει νά ἀνοίξει τήν ἀγκαλιά Του καί νά δεχτεῖ τό κουρασμένο παιδί Του, ἀποδίδοντάς του τήν τιμή πού εἶχε πρίν, καί ἀκόμη περισσότερο.
Ἡ Ἐκκλησία σέβεται τίς ἐπιλογές τῶν νέων ἀνθρώπων καί κατανοεῖ τίς ἀντιρρήσεις τους καί τίς δυσκολίες τους νά ἐνταχθοῦν στή ζωή της. Προτείνει καί σ’αὐτούς καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ἐπιστροφή. Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια πού μᾶς ἐκφράζει. Ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου μέ ὃλη του τήν καρδιά, αὐτή πού ἐκδηλώνεται διά τῆς μετανοίας, πού ἐπαναφέρει τόν ἂνθρωπο ὂχι σέ ἕναν τρόπο ζωῆς ὁ ὁποῖος στηρίζεται στήν τήρηση κάποιων ἐντολῶν, ἀλλά σέ μιά γνήσια σχέση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Σωτῆρα, Θεό καί Λυτρωτή μας, τόν νοητό Ἣλιο τῆς Δικαιοσύνης πού δίδει τό φῶς καί τήν ἀγάπη, καθώς εἶναι ὁ Ἲδιος τό Φῶς καί ἡ Ἀγάπη.
Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ὡς “ἐκσυγχρονιστική”. Εἶναι κοινός τόπος ὅτι ὅλοι οἱ θεσμοί ὀφείλουν νά ἀποκτήσουν ἐπαφή μέ τό πνεῦμα τῆς σύγχρονης πραγματικότητας, μέ τίς ἀνάγκες τοῦ κόσμου, ὥστε νά μήν θεωροῦνται ἁπλῶς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος καί στοιχεῖα τῆς παραδόσεως, ἀλλά ζῶντες ὀργανισμοί, πού μποροῦν νά βοηθήσουντούς ἀνθρώπους τοῦ σήμερα.
Ὃσοι μιλοῦν γιά τήν ἀναγκαιότητα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἒχουν στό νοῦ τους τό πῶς θά γίνει πιό ἑλκυστική ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νά ἔλθει πιό κοντά στή νέα γενιά. Μία συντηρητική λογική θά ἔλεγε ὃτι στήν Ἐκκλησία, ἐφόσον ἡ πίστη εἶναι ἡ ἲδια καί δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει, καθώς ὁ “Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας” (Ἑβρ. 13,8), δέν χρειάζεται ἐκσυγχρονισμός. Ἂν δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει τό περιεχόμενο τῆς πίστεως, τότε δέν ὑπάρχει λόγος νά ἀλλάξει κάτι ἂλλο.
Ἂλλοι πάλι ὑποστηρίζουν ὅτι χρειάζεται ἀλλαγή σέ ὁρισμένα μόνο σημεῖα τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία προσεγγίζει τούς ἀνθρώπους καί ἰδίως τούς νέους. Φέρουν ὡς παράδειγμα τή γλῶσσα τῆς λατρείας καί τοῦ κηρύγματος, τήν ἐμφάνιση τοῦ κλήρου καί τήν ἀνάγκη προσαρμογῆς τῶν ἱερῶν κανόνων, ἰδίως σέ θέματα ἠθικῆς στήν νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας.
Ὑπάρχει καί μία τρίτη μερίδα, πού ὑποστηρίζει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἀσχοληθεῖ ἀποκλειστικά μέ τό κοινωνικό ἒργο, νά συμβάλει στήν ἀντιμετώπιση τῆς φτώχειας, τοῦ ρατσισμοῦ, τῶν ναρκωτικῶν, τῆς ἀνεργίας, ἀλλά καί νά κατεβεῖ στό δρόμο, ὥστε νά στηρίξει τούς νέους στά προβλήματά τους, χρησιμοποιώντας τή γλῶσσα πού μιλᾶνε καί τήν μουσική πού ἀκοῦνε, ὅπως ἐπίσης καί νά γίνει “τά πάντα τοῖς πᾶσι” (Α’Κορ. 9,19), ὥστε νά κερδίσει τούς νέους. Μάλιστα, προτείνουν στόν κλῆρο καί ἰδιαιτέρως σέ ἐμᾶς τούς Ἐπισκόπους νά δώσουμε τό καλό παράδειγμα μέ τήν πενία μας, μέ τήν ἁπλοποίηση τῶν ἀμφίων μας, μέ τόν ἐκσυγχρονισμό τῆς παρουσίας μας.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά συζητήσει ἀλλαγές σέ ὃ,τι ἀφορᾶ στό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὃτι δέν μπορεῖ νά συζητήσει ἀλλαγές πού ἒχουν σχέση μέ τόν τρόπο πού ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως διατυπώνεται. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν ταυτίζει τήν ἀλήθεια μέ τήν διατύπωσή της. Τά δόγματα περιγράφουν περισσότερο τί εἶναι παραχάραξη τῆς ἀλήθειας, βάζουν ἓνα ὃριο ἀνάμεσα στήν ἀλήθεια καί τήν αἳρεση καί διατυπώνονται στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας ὃταν ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἂρα, ἂν βρεθοῦν διαφορετικοί τρόποι διατυπώσεως τῆς ἲδιας ἀλήθειας, ἡ Ἐκκλησία δέν ἀρνεῖται τήν ὅποια συζήτηση.
Ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ὑπῆρξε σύγχρονη μέ τήν ἐποχή στήν ὁποία ζοῦσε. Ὁ Κύριός μας καί οἱ Ἀπόστολοι, ὃπως καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποίησαν τή γλῶσσα, τίς ἰδέες, τήν φιλοσοφία, τίς παραστάσεις πού οἱ ἄνθρωποι εἶχαν, γιά νά προσφέρουν τήν ἀλήθεια “καθώς οἱ ἄνθρωποι ἠδύναντο” (Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως) νά τήν κατανοήσουν. Κάθε στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἀποτελοῦσε ἀφορμή διδασκαλίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνοιχτή σέ προτάσεις ἐκσυγχρονισμοῦ πού ἀφοροῦν στή γλῶσσα καί τίς παραστάσεις πού οἱ ἂνθρωποι καί ἰδίως οἱ νέοι τῆς ἐποχῆς μας χρειάζονται, γιά νά κατανοήσουν τήν ἀλήθεια.
Ἂρα, δέν εἶναι περιττή ἡ συζήτηση περί ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὃπως κάποιοι θεωροῦν. Ἀπό τήν φύση της ἡ Ἐκκλησία εἶναι προοδευτική καί εὐέλικτη. Αὐτή εἶναι ἡ παράδοσή μας. Ἡ Ἐκκλησία ἒχει ἀνοικτό νοῦ γιά τά πράγματα, καθώς ἀσχολεῖται μέ τήν ἀνθρώπινη καθημερινότητα καί ζητᾶ νά μεταφέρει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά ἐπίγεια στά ἐπουράνια, νά τόν ὁδηγήσει στήν ἐπιστροφή στό Θεό πού ἁγιάζει τήν ἀνθρώπινη ζωή, δέν ἀπομακρύνει τόν ἂνθρωπο ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά τόν σώζει ἀπό τό πνεῦμα τοῦ διαβόλου, τῆς κακίας, τῆς ἁμαρτίας. Αὐτό ἂλλωστε ζήτησε καί ὁ ἲδιος ὁ Κύριός μας ἀπό τόν Θεό -Πατέρα κατά τήν Ἀρχιερατική Του προσευχή: “οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἂρης αὐτούς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἳνα τηρήσῃς αύτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ” (Ἰωάν. 17,15).
Ἂς δοῦμε λοιπόν κάποιες ἀπό τίς συγκεκριμένες προτάσεις ἐκσυγχρονισμοῦ στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ γλῶσσα τῆς λατρείας θεωρεῖται ἀπό πολλούς ἐμπόδιο γιά νά συμμετέχουν οἱ νέοι στήν Θεία Λειτουργία. Τό ἴδιο καί ὁ τρόπος ἐκφορᾶς τοῦ κηρύγματος, πού ἀπό κάποιους κληρικούς εἶναι στομφώδης ἢ χρησιμοποιεῖται μία “ξύλινη” -λεγόμενη- γλῶσσα, ἡ ὁποία δέν γίνεται κατανοητή ἀπό τούς πολλούς, καί ἰδίως τούς νέους. Ἂρα, ὁ ἐκσυγχρονισμός συνεπάγεται τήν μετάφραση τῆς Θείας Λειτουργίας στά νέα ἑλληνικά καί τήν ἁπλοποίηση τῆς γλώσσας τοῦ κηρύγματος.
Εἶναι γεγονός ὅτι ὑπάρχει δυσκολία σήμερα ἀνάμεσα στούς νέους νά κατανοήσουν κείμενα πού ἒχουν συνταχθεῖ σέ μία γλῶσσα, πού χωρίς νά εἶναι διαφορετική ἀπό αὐτήν πού ὁμιλοῦμε καί γράφουμε σήμερα, ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῆς παραδόσεως καί τοῦ ἱστορικοῦ μας παρελθόντος. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ νέοι αὐτομάτως ἀρνοῦνται νά προσπαθήσουν νά ἐμβαθύνουν σέ κάτι πού δέν καταλαβαίνουν εὔκολα, καθώς ἡ ἐποχή μας μᾶς μαθαίνει νά κοπιάζουμε ὅσο τό δυνατόν λιγότερο, ἴσως καί ἐξαιτίας τοῦ ἰδιαιτέρως ἐπιβαρυμένου προγράμματος μαθημάτων καί σπουδῶν, ἀλλά καί ἐνασχολήσεων πού ὁ καθένας μας ἔχει. Εἶναι γεγονός ὅτι καί τό ἐκπαιδευτικό μας σύστημα δέν βοηθᾶ πρός τήν κατεύθυνση τῆς γνωριμίας καί σχέσεως τῶν νέων μέ τά ἀρχαῖα κείμενα, παρότι τά τελευταῖα χρόνια ἒχουν γίνει θετικά βήματα μέ τήν ἐπαναφορά τῆς διδασκαλίας τους στό Γυμνάσιο.
Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά παραμείνει δογματικά προσηλωμένη σέ μία γλῶσσα πού γιά τούς πολλούς εἶναι δύσκολα κατανοητή; Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι ἁπλῆ οὔτε πρέπει νά δίδεται ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ. Ὡστόσο, σέ μία τέτοια ἐποχή πού οἱ ἀξίες τῆς παραδόσεώς μας περιθωριοποιοῦνται καί ἡ ἰδιοπροσωπία καί ἱστορία μας ἀντιμετωπίζονται ἀπαξιωτικά, κάποιος ὀφείλει νά ἀντισταθεῖ. Νά φυλάξει “Θερμοπύλας”, ὂχι μέ στεῖρο τρόπο, ἀλλά μέ δυναμική σύνδεση τῆς παραδόσεως μέ τήν σύγχρονη ἐποχή κι ἐδῶ ἡ εὐθύνη μας ὡς Ἐκκλησία εἶναι μεγάλη.
Ἐξάλλου, τά κείμενα τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλά καί τῆς λατρείας ἐν γένει, ἀποτελοῦν ἐκφράσεις βιωμάτων καί πνευματικῶν ἐμπειριῶν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν ἀπευθύνονται μόνο στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά κυρίως ζητοῦν καρδιακή μετοχή τοῦ πιστοῦ καί σχέση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Βεβαίως ἡ λατρεία μας εἶναι “λογική”. Ἀλλά εἶναι καί “Λογική”, πού σημαίνει λατρεία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δηλαδή σχέση μέ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, σχέση πίστεως καί ζωῆς, σχέση ἀγάπης πού ἁγιάζει τόν ἂνθρωπο.
Νά μήν ξεχνοῦμε ὅτι τά ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἐκτός τῶν θεολογικῶν καί πνευματικῶν βιωμάτων, ἀποτελοῦν ἐκφράσεις μίας γλῶσσας μοναδικῆς, συμβολικῆς καί ποιητικῆς, ἀπαραμίλλου κάλλους. Αὐτή ἡ γλῶσσα ἂν μεταφρασθεῖ ἢ, καλύτερα, μεταγλωττισθεῖ, στό σύγχρονο ἰδίωμά μας, ἴσως γίνει περισσότερο κατανοητή ἐγκεφαλικά, θά χάσει ὅμως πολλά ἀπό τά στοιχεῖα τῆς μεγάλης της ἀξίας, καθώς καμία μετάφραση δέν μπορεῖ νά εἶναι ἰσάξια τοῦ πρωτοτύπου,.
Τά λατρευτικά μας κείμενα ἀκούγονται συνεχῶς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συχνή συμμετοχή ὅλων στή Θεία Εὐχαριστία τά καθιστᾶ οἰκεῖα καί ὁδηγεῖ καί στήν καλύτερη κατανόησή τους. Ἂς μήν λησμονοῦμε ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας θεωροῦν ὅτι ἒχει αὐτοαποκοπεῖ ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ὅποιος ἀναιτίως ἀπουσιάσει ἐπί τρεῖς συνεχόμενες Κυριακές ἀπό τήν Θεία Λειτουργία! Αὐτό βεβαίως δέν ἐπιβάλλεται ὡς ποινή ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἰδίως σήμερα, ἀλλά μᾶς ὑποδεικνύει ὅτι χωρίς μυστηριακή ζωή δέν μπορεῖ ὁ πιστός καί ἰδίως ὁ νέος νά ζήσει ἐκκλησιαστικά. Ἂς συμμετέχουμε περισσότερο καί τότε θά δοῦμε ὅτι καί ἡ παχύτητα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας θά ὑποχωρήσουν. Τότε θά κατανοήσουμε καί τή γλῶσσα τῶν κειμένων πολύ καλύτερα.
Τά βοηθήματα πού ἑρμηνεύουν τήν Θεία Λειτουργία, παραθέτοντας ἐκ παραλλήλου τό κείμενο καί τήν ἀπόδοση στή νέα ἑλληνική, εἶναι ἰδιαιτέρως εὔχρηστα σήμερα καί μποροῦν νά βοηθήσουν στήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος τῆς γλωσσικῆς κατανοήσεως. Δέν θεωροῦμε ὅτι ἀλλάζοντας τή γλῶσσα, θά ἒρθουν οἱ νέοι πιό κοντά στήν Ἐκκλησία. Αὐξάνοντας τίς ἀφορμές γιά νά μήν αἰσθάνονται οἱ νέοι μόνοι τους στή Λειτουργία καί συνεχίζοντας τή Λειτουργία μετά τή Λειτουργία, μέ τήν καθιέρωση κοινῶν συνάξεων γιά τούς νέους, ἡ Ἐκκλησία θά δώσει τήν οὐσία τῆς λατρείας. Ἡ προσευχή πρός τόν Θεό, ἀλλά καί ἡ κοινωνία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μέ τόν συνάνθρωπο, έν ἐμποδίζονται ἀπό τό γλωσσικό ἰδίωμα τῆς λατρείας!
Σέ ὃ,τι ἀφορᾶ στό κήρυγμα, ὀφείλουμε νά κάνουμε μία διάκριση. Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας συνδέει πάντοτε τήν διδασκαλία μέ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Ἒχουμε τήν εὐλογία τόν φετινό χειμῶνα νά ἀναλύουμε τούς λόγους τοῦ Κυρίου μας στήν “ἐπί τοῦ ὅρους ὁμιλία”, ἰδίως τούς περίφημους Μακαρισμούς, πού ἀποτελοῦν προτάσεις ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως νεανικές καί ἐπαναστατικές, ὂχι μόνο γιά τόν τότε ἂνθρωπο, ἀλλά καί γιά μᾶς σήμερα. Διαπιστώνουμε συνεχῶς ὃτι ὁ Κύριός μας μιλοῦσε στούς ἀνθρώπους ἀντλῶντας παραδείγματα ἀπό τή ζωή τους, ἀπό τίς καθημερινές ἀσχολίες τους, ἀπό τίς συζητήσεις τους, ἀπό τίς ἀγωνίες τους.
Τό ἲδιο ἒπρατταν καί οἱ Ἀπόστολοι, ἀλλά καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτό σημαίνει ὅτι γνήσιος ἐκσυγχρονισμός τοῦ κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας θά εἶναι ἡ ἐπιστροφή στόν τρόπο τῆς παραδόσεώς μας. Ἡ χρήση ξύλινης γλῶσσας καί ρητορειῶν, κενῶν περιεχομένου, ἢ ἡ ἁπλῆ παράθεση χωρίων καί ἀποσπασμάτων βεβαίως δέν μποροῦν νά λειτουργήσουν γόνιμα στόν προβληματισμό τῶν ἀνθρώπων. Ἰδίως οἱ νέοι ἒχουν ἀνάγκη νά ἀκούσουν κηρύγματα πού θά ξεκινοῦν ἀπό τήν καθημερινότητά τους καί θά δίδουν τήν οὐσία καί τίς θέσεις τῆς πίστεώς μας, σέ μία γλῶσσα κατανοητή.
Ἐδῶ λοιπόν χωρεῖ καί ἐπιβάλλεται ὁ ἐκσυγχρονισμός. Καί θά ἦταν πολύ σπουδαῖο νά ἐργαστοῦμε ὡς Ἐκκλησία πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, ἐκσυγχρονίζοντας καί τόν τρόπο ἐκφορᾶς τοῦ λόγου σέ ὃ,τι ἀφορᾶ στά μαθήματα καί τίς συνάξεις τῶν κατηχητικῶν σχολείων καί τῶν ἐνοριακῶν συναντήσεων γιά νέους, ἀλλά καί στήν δημιουργία φοιτητικῶν συνάξεων, ὅπου ὁ λόγος θά ξεκινᾶ ἀπό τήν πραγματικότητα καί θά ἁγιάζει τήν πραγματικότητα. Ἡ τοπική μας Ἐκ-κλησία κινεῖται ἢδη πρός τήν κατεύθυνση αὐτή.
Ἡ ἀλλαγή στήν ἐμφάνιση τοῦ κλήρου ἀποτελεῖ ἕνα στοιχεῖο πού χρήζει συζητήσεως. Εἶναι γεγονός ὅτι ἀρκετοί νέοι δυσκολεύονται νά δεχθοῦν τήν ἐξωτερική ἀμφίεση ἑνός ἱερέα. Τό ράσο, τά μαλλιά καί τά γένεια, τό καλυμαύχι, καθιστοῦν τόν ἱερέα δακτυλοδεικτούμενο. Πολλές νέες κοπέλες δυσκολεύονται ἢ ἀρνοῦνται νά γίνουν πρεσβυτέρες, ἒχοντας τήν αἲσθηση ὃτι ἐξαιτίας τῆς ἐμφανίσεως τοῦ κληρικοῦ -συζύγου τους δέν θά μποροῦν νά χαροῦν ἐλεύθερα τή ζωή τῆς οἰκογένειας. Πολλοί πάλι θεωροῦν τήν ἐμφάνιση τοῦ κλήρου μας ὡς σημεῖο ἀναχρονισμοῦ καί ἐκφράσεως βαθυτάτου συντηρητισμοῦ, πού ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νά τό ἀλλάξει.
Χωρίς νά θεωροῦμε κακοπροαίρετους τέτοιους προβληματισμούς, ἒχουμε νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ ἀφετηρία τους δέν ἀγγίζει τήν οὐσία τῆς ἱερατικῆς μας διακονίας. Ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση τοῦ κλήρου ἀποτελεῖ τήν συνεχῆ ὑπόμνηση στόν κόσμο τοῦ σταυροῦ καί τῆς διακονίας πού ὁ ἱερέας ἒχει ἀναλάβει. Νά πενθεῖ γιά τίς προσωπικές ἁμαρτίες του, ἀλλά καί γιά τά ἀγνοήματα τοῦ λαοῦ. Νά θυσιάζει τόν ἑαυτό του καί τά δικαιώματά του, βοηθώντας στό ἒργο τῆς σωτηρίας. Νά εἶναι αἰσθητή ἡ παρουσία του σέ ὅποιον τή ζητήσει. Νά ὑποδηλώνει ὅ,τι εἶναι καί ἡ ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ: χαρά καί λύπη μαζί.
Δέν εἶναι ντροπή νά εἶναι κανείς ἱερέας καί νά ξεχωρίζει μέ τήν ἐμφάνισή του. Εἶναι μεγάλη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού λαμβάνει ὅποιος θυσιάσει τήν προσωπική του αὐτάρκεια καί νά προσφέρει στόν συνάνθρωπο καί τό Θεό τά δικαιώματα καί τό θέλημά του. Ἡ ἱερατική ζωή ἒχει ὡς μεγαλύτερή της χαρά τήν κοινωνία μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅλη ἡ ζωή τοῦ ἱερέα εἶναι καταδικασμένη σέ στερήσεις καί εἰρωνεῖες. Ἡ ἐποχή μας ἂλλωστε ἀντιμετωπίζει μέ περισσότερη συγκατάβαση τόν ἱερέα, ἰδίως αὐτόν πού ἒχει οἰκογένεια, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ ζητήματα τῆς καθημερινότητας. Ἀνάλογα ὅμως ζητᾶ ἀπό αὐτόν ἦθος καί συνέπεια λόγων καί ἒργων καί αὐτό εἶναι ὅ,τι διαφοροποιεῖ τόν ἱερέα καί ὂχι τόσο ἡ ἐξωτερική ἐμφάνιση.
Ἀναλογικά μποροῦμε νά μιλήσουμε καί γιά ἕναν ἂλλο προβληματισμό τῶν νέων, πού ἀφορᾶ στήν λαμπρότητα τῶν ἀμφίων τῶν κληρικῶν καί ἰδίως τῶν Ἐπισκόπων. Εἶναι γεγονός ὅτι παρατηροῦνται ὑπερβολές στό σημεῖο αὐτό, ἂν καί ἐνίοτε ὁρισμένα στοιχεῖα πού ἒχουν νά κάμουν μέ τήν χρηματική ἀξία τῶν ἀμφίων δέν ἒχουν καμία σχέση μέ τήν πραγματικότητα Ἂς μήν ξεχνοῦμε ὅμως ὃτι τά ἂμφια, πέρα ἀπό τόν συμβολισμό τῆς λαμπρότητας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τά φοροῦν οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ ἱερεῖς μόνο κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Τόν ὑπόλοιπο χρόνο ἡ περιβολή εἶναι τό ράσο, πού δέν φανερώνει πολυτέλεια, ἀλλά σταυρό.
“Κἀκεῖνο δεῖ ποιῆσαι καί τό ἂλλο μή ἀφιέναι”. Τά ἁπλὰ καί ταπεινά ἄμφια μπορεῖ νά ἀποτελέσουν ἕνα ἐξωτερικό σημεῖο ἐκσυγχρονισμοῦ. Ὡστόσο, ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ προσφορά στό συνάνθρωπο πνευματικῆς καί ὑλικῆς τροφῆς δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τά ἄμφια, ἀλλά ἀποτελοῦν στοιχεῖο τῆς καρδίας τοῦ ἱερέα καί καρπό τοῦ ἤθους καί τῆς πνευματικῆς του προσπαθείας καί γι’ αὐτά θά κριθεῖ ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Ἀλλιῶς, θά μοιάζουμε μέ τόν Ἰούδα πού ἀγανάκτησε γιατί ἡ πόρνη γυναίκα ἂλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο καί σπατάλησε ἕνα μεγάλο ποσό τό ὁποῖο θά μποροῦσε νά δοθεῖ στούς φτωχούς, ἐνῶ οὐσιαστικά ἢθελε τά χρήματα γιά τόν ἑαυτό του καί ὂχι γιά τούς φτωχούς, καθώς δέν εἶχε τό ἦθος τῆς ἀγάπης, ἀλλά τοῦ ἐγωισμοῦ.
Πολλοί ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἐκσυγχρονισθεῖ καί ὡς πρός τό ζήτημα τῆς προσαρμογῆς τῶν ἱερῶν κανόνων, ἰδίως σέ θέματα ἠθικῆς, στά νέα δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ προγαμιαῖες σχέσεις, τό ζήτημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας, ἡ νηστεία, ὁ ἐκκλησιασμός καί ἂλλα θέματα, δέν μποροῦν νά ἀντιμετωπίζονται μέ τήν αὐστηρότητα τῆς ἐποχῆς πού συντάχθηκαν οἱ ἱεροί κανόνες. Ἰδίως οἱ νέοι ἂνθρωποι θεωροῦν πολλές φορές ἀκατανόητη τήν ὓπαρξη καί τήρηση τέτοιων κανόνων καί μάλιστα τήν ἀπομάκρυνσή τους ἀπό τήν Θεία Κοινωνία, ἐξαιτίας ἁμαρτημάτων πού θεωροῦνται περίπου “φυσικά” σήμερα.
Ἡ παρουσία καί λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας στή ζωή τοῦ κόσμου δέν ἒχουν δικανικό χαρακτήρα. Οὔτε οἱ ἱεροί κανόνες ἀποτελοῦν τό μοναδικό κριτήριο πού ἐντάσσει ἤ ἀποκλείει ἕναν ἂνθρωπο ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. “Οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. 21,33), διακήρυξε ὁ Κύριός μας. Εἶναι γεγονός ὅτι οἱ νέοι δέν μποροῦν νά κατανοήσουν τίς ἀρνήσεις τῶν κανόνων. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά καταργηθοῦν.
Οἱ κανόνες δείχνουν τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Προφυλάσσουν τόν ἄνθρωπο καί ἰδίως τόν νέο ἀπό τίς παγίδες τοῦ πονηροῦ πού ὁδηγοῦν στήν ψευδαίσθηση ὃτι ὁ ἂνθρωπος γίνεται εὐτυχισμένος ὅταν δέν στερεῖται τίποτα, ὅταν ἱκανοποιεῖ κάθε ἐπιθυμία του, ὅταν ἀπολαμβάνει σαρκικά τόν συνάνθρωπό του χωρίς νά ἀναλαμβάνει περαιτέρω εὐθύνες, ἀλλά καί ἀπο-ιεροποιώντας τίς ἀνθρώπινες σχέσεις.
Σ’ αὐτόν τόν ἀπίστευτα ἐγωκεντρικό καί φιλήδονο τρόπο ζωῆς ἡ Ἐκκλησία, διά τῶν ἱερῶν κανόνων, ἀποτυπώνει μία ἂλλη πρόταση ζωής πρός τόν κόσμο καί ἰδίως τούς νέους. Εἶναι τό ἀσκητικό της ἦθς, αὐτό πού ὁδήγησε στήν ἁγιότητα χιλιάδες νέους, αὐτό πού δηλώνει ὅτι ὁ ἂνθρωπος γίνεται εὐτυχισμένος πραγματικά ὃταν μάθει νά ἀγωνίζεται νά περιορίσει τό ἐγώ του, νά στερηθεῖ χάριν τῆς ἀγάπης, νά δεῖ τί τόν ὠφελεῖ πραγματικά στή ζωή του καί ὄχι μόνο τί τόν εὐχαριστεῖ. Καί βεβαίως, ἰδίως ἒναντι τῶν νέων ἡ Ἐκκλησία ἐπιδεικνύει συγκατάβαση καί οἰκονομία στίς πτώσεις τους, καθώς ἐπ’ οὐδενί εἶναι ὁ φύλακας τῆς ἠθικῆς τῆς κοινωνίας, ἀλλά αὐτή πού ζητᾶ καί προσεύχεται γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου στή σχέση ἀγάπης μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό ἰατρεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὓπαρξης καί ὂχι τό δικαστήριό της καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων. Ὃπου ὑπάρχουν ἐπιτίμια, αὐτά λειτουργοῦν θεραπευτικά καί ὂχι ἐκδικητικά, ὡς ποινές.
Τέλος, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στούς σύγχρονους τρόπους ἒκφρασης πού οἱ νέοι ζητοῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὃπως εἶναι ἡ υἱοθέτηση τῆς μουσικῆς τους, τό ἂνοιγμα ἰστοσελίδων στό Διαδίκτυο, ἡ χρήση μοντέρνας γλῶσσας στήν προσέγγιση τῆς νέας γενιᾶς, ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐθελοντισμοῦ, ἡ συγκρότηση ἀθλητικῶν ὁμάδων στά πλαίσια τῶν Ἐνοριακῶν συντροφιῶν, ἡ θέση μας εἶναι ὅτι ὃλα αὐτά δέν πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά τά ἀρνηθεῖ καί στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων της νά δώσει δυναμική παρουσία. Ὡστόσο, ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος εἶναι ἡ Ἐκκλησία νά μένει σέ μία ἐπικοινωνιακή ἁπλῶς διάσταση τῆς σχέσης της μέ τούς νέους καί νά μήν περνᾶ στήν οὐσία πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ μετοχή στά οὐσιαστικά προβλήματά τους καί ἡ προβολή τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου, πού δέν εἶναι ἂλλο ἀπό τή ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων μας ὡς μοναδικῆς πρότασης ζωῆς καί ἐλπίδας γιά τή νέα γενιά.
Ὁ ἐκσυγχρονισμός τῆς ποιμαντικῆς δράσης τῆς Ἐκκλησίας σέ ὁρισμένα σημεῖα εἶναι ἀπαραίτητος. Ἡ ἀπολυτοποίηση ὅμως αὐτῆς τῆς ἀνάγκης ὁδηγεῖ στήν αἴσθηση ὃτι ἂν γίνει ὁ ἐκσυγχρονισμός ,ὁ κόσμος καί οἱ νέοι θά ἐπιστρέψουν μαζικά στό Χριστό. Τοῦτο ὑποδηλώνει τήν ἀντίληψη ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε αὐτοί πού θά σώσουμε τόν κόσμο. Κάτι τέτοιο ὅμως εἶναι ξένο καί ὡς πρός τήν παράδοση καί ὡς πρός τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δέν σώζουμε ἐμεῖς τόν κόσμο. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ σώζει. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά εἴμαστε “τό ἃλας τῆς γῆς” (Ματθ. 5, 13) καί νά δοξάζεται ὁ Θεός μέ τά ἔργα μας, τήν πίστη μας, τήν ἀγάπη μας. Καί Ἐκεῖνος θά ὁδηγήσει τόν καθέναν καί ἰδίως τούς νέους στή σωτηρία. Τό καθῆκον μας εἶναι νά ἀγωνιστοῦμε καί νά μιλήσουμε τή γλῶσσα τῆς ἐποχῆς. Τίς δικές μας ὅμως ἀδυναμίες καί ἐλλείψεις, ὅπως καθόλη τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας, θά θεραπεύσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία δέν ἀπολυτοποιεῖ καμία μορφή τοῦ ἔργου της. Δέν ἐγκαταλείπει ὅμως καί καμία του πλευρά. Δέν ἀρνεῖται τό κοινωνικό ἒργο, τήν ἐλεημοσύνη, τήν φροντίδα γιά τούς ἀσθενεῖς, τούς φυλακισμένους, τούς περιθωριοποιημένους, τούς πεινῶντας καί διψῶντας. Γνωρίζει ὅμως ὅτι “οὐκ ἐπ’ ἂρτῳ μόνον ζήσεται ἂνθρωπος” (Ματθ. 4, 4). Θέλει νά ἐπικοινωνήσει μέ ὅλους, καί ἰδίως τούς νέους, μέ τόν τρόπο πού αὐτοί καταλαβαίνουν καί μέ τά μέσα πού χρησιμοποιοῦν. Γνωρίζει ὅμως ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτό πρέπει νά προβληθεῖ τό μήνυμα τῆς σωτηρίας, ἀλλιῶς “μάτην κοπιῶμεν” (Ψαλμ. 125). Δέν ἀρνεῖται τόν ἐκσυγχρονισμό. Ζητᾶ ὅμως αὐτός νά γίνεται μέ βάση τίς ἀξίες καί τό ἦθος τῆς παραδόσεως, ἡ ὁποία, ἐπειδή ἒχει οἰκοδομηθεῖ μέ βάση τίς βαθύτερες ὑπαρξιακές ἀνάγκες τοὺ ἀνθρώπου καί ἰδίως τοῦ νέου, ἀποτελεῖ τό ἐχέγγυο γιά τήν γνησιότητα τῆς πορείας στό σήμερα.
Μέ τίς σκέψεις αὐτές ἐπιθυμῶ νά σᾶς εὐχαριστήσω ἐκ βάθους ψυχῆς γιά τήν ἐκ νέου ἀνταπόκρισή σας στήν πρόσκληση ἀγάπης τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας. Νά σᾶς εὐχηθῶ καλή κι εὐλογημένη χρονιά καί νά σᾶς καλέσω σέ ἕναν συνεχῆ διάλογο μέ σκοπό τήν κοινωνία μεταξύ μας. Καί νά σᾶς παρακαλέσω νά στηρίξετε καί μέ τήν προσευχή σας, ἀλλά καί μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή σας τίς προσπάθειες ὅλων μας, ὥστε ἐσεῖς οἱ νέοι νά βρεῖτε δικούς σας χώρους παρουσίας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀλλά καί νά συναισθανθεῖτε ὅτι εἶστε κι ἐσεῖς μέλη πολύτιμα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀδέλφια μας ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ, καί ὅτι “καί ὑπέρ ὑμῶν Χριστός έγεννήθη καί ἒπαθεν”! Χρόνια Πολλά! Κάθε πρόοδο! Καλῶς ὁρίσατε!
Κέρκυρα, 4 Ἰανουαρίου 2004