Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου σέ ἐκδήλωση πρός τιμήν τῶν φοιτητῶν τῆς Κέρκυρας Ἀγαπητοί μου φοιτητές καί φοιτήτριες,
Γιά ὄγδοη συνεχόμενη χρονιά συναντιόμαστε αὐτές τίς ἡμέρες, μέ σκοπό νά γνωριστοῦμε καί νά ἐπικοινωνήσουμε, ἀλλά καί νά συμπροβληματιστοῦμε γιά τήν πορεία τῆς κοινωνίας μας, στήν ὁποία ἐσεῖς καλεῖσθε ὡς νέοι νά χτίσετε τήν προσωπικότητά σας, δηλαδή ὅ,τι θά εἶναι τό ἀληθινό σας πρόσωπο καί ἡ ταυτότητά σας, ὥστε μέ τίς γνώσεις, τά ὄνειρα καί τήν διάθεση τῆς ἐργασίας καί τοῦ ἀγώνα, νά μπορέσετε κάποια στιγμή νά δώσετε ἕνα διαφορετικό στίγμα. Ἐμεῖς οἱ μεγαλύτεροι, πού ἄλλοτε παρατηροῦμε τήν πραγματικότητα καί ἄλλοτε παρεμβαίνουμε σ’ αὐτήν, ἴσως ὄχι γιά νά τήν ἀναμορφώσουμε ριζικά, ἀλλά γιά νά δώσουμε καί ἐμεῖς τό δικό μας στίγμα, προσβλέπουμε στίς ἀξίες τῆς παραδόσεώς μας καί τίς θεωροῦμε ὡς τή βάση ὄχι γιά νά ἀλλάξει τό κοινωνικό σύστημα (διότι κάτι τέτοιο δέν ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς), ἀλλά γιά νά ἀλλάξουμε ἐμεῖς καί νά ἐμπνεύσουμε καί ὅσους ἄλλους τό θελήσουν, νά μᾶς ἀκολουθήσουν σ’ αὐτόν τόν δρόμο.
Οἱ γενιές μας λοιπόν συναντιοῦνται στήν καθημερινότητα. Συναντιοῦνται στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δίδει νόημα στήν καθημερινότητα. Συναντιοῦνται στά μεγάλα γεγονότα τῆς ζωῆς (πού εἶναι οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις καί ὁ θάνατος), Συναντιοῦνται στήν ἀγωνία γιά ἕνα νόημα ζωῆς, τό ὁποῖο θά ὑπερβαίνει τά ὅρια τοῦ κόσμου τούτου, ὄχι μόνο κοινωνικά, πολιτικά καί ἠθικά, ἀλλά καί χρονικά. Κι αὐτό δέν μπορεῖ νά συμβεῖ ἄν ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας παραδομένο στήν ἀποχαύνωση καί στόν ἐκμαυλισμό τῶν συνειδήσεων, πού προκαλοῦνται μέσα ἀπό τόν πολιτισμό τῶν ΜΜΕ, ὁ ὁποῖος κατατρώγει καθημερινά τήν ἰκμάδα τῆς κριτικῆς σκέψεως καί τήν δυνατότητα πνευματικῆς ἐλευθερίας πού εἶναι ἀπό τά κύρια γνωρίσματα τῆς ἐλεύθερης ἀνθρωπίνης συνειδήσεως.
Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι γιά νά λειτουργήσουμε στήν προοπτική τῆς ὑπάρξεως πού ἔχει νόημα, βιώνει νόημα καί προσφέρει νόημα, χρειάζεται νά μήν λησμονοῦμε ὁρισμένες βασικές ἀλήθειες γιά τό τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Πρωτίστως ὅτι εἴμαστε πλασμένοι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ. Ὁ Θεός «ἐνεφύσησε» στόν καθέναν ἀπό ἐμᾶς «τήν ζῶσα πνοή Του» (Γεν. 2, 7), μᾶς ἔδωσε δηλαδή δικά Του χαρακτηριστικά, ὅπως εἶναι τό λογικό, ἡ ἐλευθερία-αὐτεξούσιο καί τό ἄρχειν διά τῆς ἀγάπης. Παράλληλα, ὅτι ὑπάρχουμε καί στήν προοπτική τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1, 26), καί μάλιστα, ὅπως βιώνει ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καί Θεολογία, στό «καθ’ ὁμοίωσιν Χριστοῦ». Καλούμαστε δηλαδή νά ἔχουμε τόν Χριστό ὡς πρότυπο στή ζωή μας, νά ἀκολουθοῦμε τίς ἐντολές Του, ὅπως αὐτές ἀποτυπώνονται στό Εὐαγγέλιο καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, καί μέ πίστη, ταπείνωση καί ἀγάπη νά ἀποζητοῦμε τήν σχέση μαζί Του. Σχέση προσώπου πρός πρόσωπο, σχέση φίλου πρός φίλο, ὅπως ὁ Ἴδιος θέλει, καί ὄχι ὡς σχέση δοῦναι καί λαβεῖν ἤ σχέση δούλου πρός τόν κύριό του. «Δέν σᾶς ὀνομάζω πιά δούλους, γιατί ὁ δοῦλος δέν γνωρίζει τί κάνει ὁ κύριός του. Σᾶς ὀνομάζω φίλους, γιατί σᾶς ἔκανα γνωστά ὅλα ὅσα ἄκουσα ἀπό τόν Πατέρα μου» (Ἰωάν. 15, 15), εἶπε πρός τούς μαθητές Του τό βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί κατ’ ἐπέκτασιν πρός ὅλους τούς χριστιανούς, δηλαδή καί ἐμᾶς.
Γιά νά μπορέσουμε νά βιώσουμε τήν σχέση μέ τό Χριστό, χρειάζεται νά δοῦμε τή ζωή στήν προοπτική τῆς πνευματικότητας. Ὁ ὅρος ἔχει ἄλλο νόημα γιά τήν Ἐκκλησία καί ἄλλο γιά τήν κοινωνική πραγματικότητα. Ὁ κόσμος, ὅταν γίνεται λόγος γιά πνευματικότητα, καταλαβαίνει ὅτι ἔχει νά κάνει μέ τήν γνώση. «Πνευματικός ἄνθρωπος» θεωρεῖται ὁ διανοούμενος, αὐτός πού ἔχει γνώσεις, αὐτός πού μπορεῖ νά καταθέσει προτάσεις γιά τήν πορεία τῆς κοινωνίας, νά ἑρμηνεύσει τήν ζωή, νά σχολιάσει τήν ἐπικαιρότητα καί νά προτείνει κοινωνικά πρότυπα τά ὁποῖα θά ὁδηγήσουν τόν κόσμο σ’ ἕνα καλύτερο μέλλον. «Πνευματικός ἄνθρωπος» θεωρεῖται ἀκόμη ἐκεῖνος πού ἀσχολεῖται μέ τήν τέχνη, πού προσπαθεῖ νά ἐρευνήσει τό μυστήριο τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καί, ταυτόχρονα, νά καταθέσει πρόταση δημιουργίας, σύμφωνη μέ τά χαρίσματά του, γιά τό πῶς ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά παρουσιάζονται, ἰδίως στά πλαίσια τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλά καί κάθε ἐποχῆς. «Πνευματικός ἄνθρωπος» εἶναι τελικά αὐτός πού ἔχει ἄποψη γιά τόν Πολιτισμό, τήν Γλῶσσα, τήν Ἱστορία, τούς μεγάλους τομεῖς τοῦ πνεύματος, τοῦ στοιχείου δηλαδή ἐκείνου τῆς ὑπάρξεώς μας πού ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς βιολογίας, τά ὅρια τῆς ἐπιβιώσεως, τά ὅρια τῆς σάρκας.
Ὁ κόσμος περιμένει καί ζητᾶ ἀπό τούς «πνευματικούς ἀνθρώπους» νά εἶναι πρότυπα. Νά τοῦ δώσουν, δηλαδή, τίς κατευθυντήριες ἐκεῖνες γραμμές μέ βάση τίς ὁποῖες ἡ ζωή ὅλων θά ἀποκτήσει αὐτό πού ὀνομάζουμε «ποιότητα». Καί ἡ ποιότητα δέν ἔγκειται στήν ὕπαρξη ποσότητας ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τήν δυνατότητα διαχείρισής τους ἀπό ὅσους περισσότερους ἀνθρώπους αὐτό εἶναι ἐφικτό. Ποιότητα εἶναι ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἔχει ἄποψη καί νόημα στή ζωή του. Νά γνωρίζει ποιός εἶναι καί πῶς πρέπει νά πορευτεῖ. Καί ταυτόχρονα, νά ἔχει τήν δυνατότητα νά μπορεῖ νά μήν ἄγεται καί φέρεται ἀπό τίς ἀπόψεις τῶν ἄλλων, ἀλλά νά εἶναι ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά ἐλεύθερος, καί στό νοῦ καί τήν καρδιά. Ποιότητα εἶναι τελικά ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά αὐτοπραγματωθεῖ, νά διαμορφώσει τό ἀληθινό του πρόσωπο, νά ἔχει ταυτότητα, νά δώσει τόν καλύτερο ἑαυτό του σέ ὅ,τι καταπιάνεται καί νά παράγει ἀποτέλεσμα πού δίδει ἄνοδο στό ἐπίπεδο ζωῆς τόσο τοῦ ἰδίου ὅσο καί τῶν ἄλλων.
Γι’ αὐτό καί ἡ ποιότητα συνδέεται ἀπό τόν κόσμο μας ἄμεσα μέ τήν παιδεία. Χωρίς μόρφωση, χωρίς γνώσεις, ὁ ἄνθρωπος κρατιέται δέσμιος τῶν προκαταλήψεων, τῆς δεισιδαιμονίας, τοῦ φανατισμοῦ. Χωρίς μόρφωση καί παιδεία ὁ ἄνθρωπος ζεῖ στήν ἄγνοια τῆς ἀμάθειας καί ἑτεροκαθορίζεται. Ἀποφασίζουν ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτόν τί θά κάνει καί πρός τά ποῦ θά στοχεύσει. Ὁ ἄνθρωπος δέν προχωρᾶ μέ κέντρο τό «ἐγώ» του καί τίς ἀνάγκες του, ἀλλά ζεῖ ὑπακούοντας στά κελεύσματα ἄλλων κέντρων ἀποφάσεων, εἴτε στόν μικρόκοσμό του (οἰκογένεια, κοινότητα στήν ὁποία ἀνήκει, ἐργασιακό περιβάλλον), εἴτε στόν μακρόκοσμο (κοινωνία, πατρίδα, κόσμος, ιδιαιτέρως σήμερα μέ τήν παγκοσμιοποίηση). Χωρίς παιδεία δέν ὑπάρχει ἐλευθερία. Καί χρέος τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά ὁδηγήσει τούς ἀνθρώπους νά σκέπτονται, ἄρα νά ὑπάρχουν, κατά ἕνα γνωστό ἀπόφθεγμα τῆς περιόδου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ, Σκοπός ὅμως τῆς καθοδηγήσεως δέν μπορεῖ νά εἶναι ἡ πνευματική δουλεία, ἀκόμη καί στίς ἀπόψεις τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἡ διαχείριση τῆς εὐθύνης γιά τή ζωή πού ὁδηγεῖ στήν ἐλευθερία.
Εἶναι πανθομολογούμενη στήν ἐποχή μας ἡ ἀπουσία πνευματικῶν ἀνθρώπων πού νά ἔχουν ἀπήχηση στήν κοινωνία. Ὄχι ὅτι ἔχουν ἐκλείψει. Ἀλλά εἶναι τέτοια ἡ ἑτεροκατεύθυνση, πού ὁδηγεῖ σέ ἀποπροσανατολισμό τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ κρίση τῶν ἀξιῶν, τό πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως ἀληθινῆς παιδείας, ὥστε ἡ φωνή τοῦ «πνευματικοῦ ἀνθρώπου» δέν εἶναι εὔκολο νά ἀκουστεῖ. Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνα ἄλλο ζητούμενο, τό ὁποῖο κλονίζει τή θέση τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων. Εἶναι αὐτό πού ὀνομάζουμε «προσωπικό ἦθος», δηλαδή τό κατά πόσον ὁ «πνευματικός ἄνθρωπος» ἀγωνίζεται πρωτίστως στήν προσωπική του ζωή νά κάνει πράξη τά ὅσα ἐπαγγέλεται γιά τούς ἄλλους. Ὁλοένα καί περισσότερο πρυτανεύει ὁ φαρισαϊσμός σήμερα. «Ἄλλα λέμε, ἄλλα κάνουμε καί ἄλλα ἐννοοῦμε», ὅπως χαρακτηριστικά δηλώνει καί ἕνα σύγχρονο νεανικό τραγούδι.
Κανείς τελικά ἀναρωτιέται, μήπως χρειάζεται νά δοῦμε τήν ἔννοια τοῦ «πνευματικοῦ ἀνθρώπου» καί μέσα ἀπό μία ἄλλη προοπτική; Γιατί ἐδῶ, στήν ἔννοια τοῦ πνεύματος, συναντιέται καί πάλι ἡ Ἐκκλησία μέ τόν κόσμο.
Γιά τήν Ἐκκλησία, ἡ συζήτηση περί τῆς πνευματικότητας, δέν μπορεῖ παρά νά κινηθεῖ σέ δύο ἐπίπεδα. Τό πρῶτο εἶναι τό προσωπικό καί τό δεύτερο εἶναι τό κοινωνικό.
Σέ προσωπικό ἐπίπεδο δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά πνευματικότητα ἄν δέν ὑπερβοῦμε τήν ἔννοια τοῦ αἰσθησιοκρατικοῦ τρόπου ζωῆς, τῆς διακυβερνήσεως δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τίς αἰσθήσεις του. Οἱ αἰσθήσεις εἶναι τό δῶρο ἐκεῖνο τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἀνθρώπινη καί γενικότερα ἔμβια ὕπαρξη, γιά νά μπορεῖ νά ἀντιληφθεῖ τόν κόσμο, τόν συνάνθρωπο, τό Θεό. Μέ τίς αἰσθήσεις ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει καί ξεκινᾶ τήν ἴδια στιγμή νά ἔχει σχέση μέ τή ζωή καί τό καθετί τό ὁποῖο τόν περιβάλλει. Τό πρόβλημα ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος συνεχῶς βιώνει τόν κίνδυνο νά ταυτίσει τή ζωή μέ τίς αἰσθήσεις. Ἄν οἱ αἰσθήσεις καί μόνο δίδουν νόημα ζωῆς στόν καθέναν μας, ἄν οἱ αἰσθήσεις εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος διά τοῦ ὁποίου σχηματίζουμε ἄποψη γιά τόν κόσμο καί βιώνουμε αὐτό πού ὀνομάζεται «ἀλήθεια» τῆς ζωῆς, τότε παγιδευόμαστε σέ ἕναν τρόπο ὑπάρξεως ὁ ὁποῖος δέν ἔχει προοπτική αἰωνιότητος. Γίνεται ὑλισμός. Κυριαρχεῖται ἀπό τήν φιληδονία, τήν φιλαυτία καί τήν φιλοδοξία. Καί δέν ἀφήνει στόν καθέναν μας περιθώριο νά ἀναζητήσει τήν ἄλλη διάσταση, στήν ὁποία ὁ Θεός μᾶς ἐκάλεσε. Αὐτή τοῦ «κατ’ είκόνα» καί, κατ’ ἐπέκτασιν, τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν».
Δέν ἀρνούμαστε τίς αἰσθήσεις. Ἀρνούμαστε αὐτό, τό ὁποῖο ἡ ἀσκητική γραμματεία ἀποκαλεῖ, «παχύτητα». Δηλαδή οἱ αἰσθήσεις νά κυβερνοῦν τή ζωή μας καί νά καθιστοῦν τήν πραγματικότητά μας καθηλωμένη στό πρόσκαιρο, στό ἐφήμερο, στό ὑλικό. Νά μένουμε δέσμιοι τοῦ «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριο γάρ ἀποθνήσκωμεν». Καί ἀπό τήν ἄλλη, να ταυτίζουμε μέ τήν ἀλήθεια ὅ,τι καί μόνο μποροῦν οἱ αἰσθήσεις μας νά κατανοήσουν.
Ἡ Ἐκκλησία μιλᾶ γιά τήν «λεπτότητα» τῶν πνευματικῶν αἰσθήσεων, πού μεταμορφώνουν τίς σαρκικές σέ δοχεῖα διά τῶν ὁποίων εἰσέρχεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ λεπτότητα αὐτή ἔρχεται στόν ἄνθρωπο ὅταν ἀγωνίζεται γιά μία συκοφαντημένη ἔννοια τῆς παραδόσεώς μας: τήν ἀρετή. Ἡ ἀρετή δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ φανέρωση στόν κόσμο ἑνός ἤθους, τό ὁποῖο ἐξαντλεῖται στήν συμπεριφορά. Δέν ταυτίζεται μέ τό «φαίνεσθαι» ἡ ἀρετή. Τό «φαίνεσθαι» καί ἡ κυριαρχία του προϋποθέτουν ἕναν κόσμο αἰσθησιοκρατούμενο. Ἐπειδή θά μέ δοῦνε οἱ ἄλλοι, προσπαθῶ νά δείχνω καλός. Ἐπειδή ἡ κοινωνία δέν δέχεται τό παράνομο, «ὅ,τι εἶναι νόμιμο εἶναι καί ἠθικό».
Γιά τήν Ἐκκλησία ἡ ἀρετή πηγάζει ἀπό τό «εἶναι» τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς του καί εἶναι συνδυασμός τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τοῦ κόπου τοῦ ἀνθρώπου νά ἐκριζώσει ἀπό τήν ψυχή του τά πάθη. «Ἐκ νεότητός μου πολλά πολεμεῖ με πάθη, ἀλλ’ Αὐτός ἀντιλαβοῦ, καί σῶσον Σωτήρ μου» (Ἀναβαθμοί ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς, ἦχος δ’), ψάλλλουμε σέ κάθε μεγάλη ἑορτή τῆς πίστεώς μας. Ἀληθινά πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι γιά τήν πίστη μας αὐτός πού ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς ἐσωτερικῆς ἀνελευθερίας, δηλαδή τῆς κυριαρχήσεώς του ἀπό τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες πού τόν χωρίζουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀληθινή κοινωνία μέ τόν συνάνθρωπο. Καί τοῦτο δέν εἶναι ἁπλῶς γνώση ἤ ἰδέα ἤ ἀντίληψη. Προϋποθέτει κόπο καί ἀφιέρωση.
Σ’ ἕνα ἀπό τά πιό σπουδαῖα πνευματικά βιβλία τῆς πίστεώς μας, τό «Γεροντικό», στό ὁποῖο ἀποτυπώνεται ἡ σοφία τῶν ἀσκητῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὁ ἀσκητής Λογγῖνος: «Δῶσε αἷμα καί λάβε Πνεῦμα». Γιά νά γίνεις πνευματικός ἄνθρωπος, χρειάζεται νά ματώσεις ἐσωτερικά. Νά ἀγαπήσεις τόν Χριστό καί, ταυτόχρονα, τόν πλησίον σου μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά μήν ξεχνᾶς ὅτι ὑπάρχει ὁ Θεός καί ὁ ἄλλος. Καί οἱ τρόποι τοῦ ματώματος αὐτοῦ εἶναι συγκεκριμένοι: ἡ προσευχή, ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη, ἀρετές ἐνταγμένες στήν ἀσκητική διάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Ἡ προσευχή δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς του τόν Θεό. Στήν ἑτεροκατεύθυνση τῶν αἰσθήσεων πού ὁδηγεῖ σέ πρόσκαιρη εὐτυχία, ἐνίοτε καί σέ ἀπόλυτη δυστυχία, ὁ ἄνθρωπος ἀντιτάσσει τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ. Ἐμπιστεύεται τήν ὕπαρξή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ζητᾶ νά φωτίζεται ἀπό τίς ἐντολές καί τό νόμο Του. Ἡ ταπείνωση δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν θεοποιεῖ τά χαρίσματά του, τίς ἰδέες του, τίς γνώσεις του, τίς αἰσθήσεις του, ἀλλά τά θεωρεῖ δῶρα Θεοῦ καί ταυτόχρονα, τά θέτει στήν διάθεση τῶν συνανθρώπων του, δηλαδή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀγάπη δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ὑπάρχει ὡς τιμητής, κατήγορος καί κριτής τῶν ἄλλων, ἀλλά ὡς συμβοηθός τους καί, ταυτόχρονα, ὡς ὕπαρξη πού βρίσκει νόημα καί πληρότητα στό νά προσφέρει στούς ἄλλους αὐτό πού ζεῖ στή σχέση του μέ τόν Θεό, εἴτε ὡς ἐλεημοσύνη εἴτε ὡς λόγο εἵτε ὡς μαρτυρία ζωῆς εἴτε ὡς συγχώρεση καί μακροθυμία.
Γιά νά βιωθεῖ αὐτό τό ἦθος, τό ὁποῖο προσδίδει στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου ποιότητα μοναδικῆς ἀξίας, χρειάζεται «μάτωμα». Μάτωμα σημαίνει ἀγώνας. Σημαίνει προσπάθεια νά ὑπερβοῦμε τήν φύση μας, ἡ ὁποία μᾶς προτρέπει νά ἐνδιαφερόμαστε πρωτίστως γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί τό κοσμικό πνεῦμα πού μᾶς δηλώνει ὅτι ὁ ἑαυτός μας εἶναι τό κέντρο τοῦ κόσμου. Σημαίνει νά μποροῦμε νά ἀφουγκραστοῦμε τή φωνή τῆς συνειδήσεώς μας καί νά ἀγκιστρωθοῦμε στήν πίστη ἐκείνη πού μᾶς λέει ὅτι μποροῦμε νά γίνουμε πρόσωπα, ἐφόσον ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τῶν παθῶν μας, ἐναντίον αὐτοῦ πού ὁ κόσμος θεοποιεῖ, δηλαδή τῆς ἁμαρτίας. Σημαίνει τελικά νά πορευθοῦμε μέ κέντρο τῆς ζωῆς μας τόν Θεάνθρωπο Χριστό.
Αὐτή ἡ θεώρηση τῆς πνευματικότητας πόρρω ἀπέχει ἀπό τό κοσμικό πνεῦμα. Κι ἐδῶ ἔρχεται τό δεύτερο στοιχεῖο, πού εἶναι τό κοινωνικό.
Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀπορρίπτει κανέναν πολιτισμό, καμία γνώση, καμία ἰδέα. Ἀπορρίπτει τήν θεώρηση ὅτι αὐτά εἶναι ἀπό μόνα τους ἀρκετά νά δώσουν νόημα ζωῆς στόν ἄνθρωπο. Γιατί τά γνωρίσματα τοῦ κατά κόσμον πνευματικοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά τόν καθιστοῦν σοφό, ἀλλά δέν τοῦ δίδουν οὐσιαστικά ἐλπιδοφόρα ἀπάντηση στό μεγαλύτερο ὑπαρξιακό ἐρώτημα πού ταλανίζει πάντοτε τόν καθέναν καί πού εἶναι ὁ θάνατος. Ἡ κατά κόσμον πνευματικότητα ἀναφέρεται στό ἐδῶ καί τώρα. Μπορεῖ νά βοηθήσει, μέ μεγαλύτερη ἤ μικρότερη ἐπιτυχία, τόν ἄνθρωπο νά κάνει καλύτερη τήν ζωή του, νά λειτουργήσει πιό ὀργανωμένα καί λιγότερο ἀτομικιστικά, ὡστόσο σταματᾶ στήν πέτρα τοῦ μνήματος. Γι’ αὐτό καί μπροστά στό θέαμα τοῦ Σταυρωμένου Θεοῦ στόν Γολγοθᾶ δέν μπορεῖ, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, νά σταθεῖ «σοφός, γραμματεύς, συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου» (Α’ Κορ. 1, 20). Γι’ αὐτό καί ὅταν ὁ Παῦλος πάλι μίλησε μπροστά στούς πιό πνευματικούς ἀνθρώπους τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ, τούς Ἕλληνες φιλοσόφους τῆς Ἀθήνας, ὅταν ἀναφέρθηκε στήν Ἀνάσταση, τούς εἶδε νά γελοῦν καί νά τοῦ λένε «ἀκουσόμεθά σου» (Πράξ. 17, 32). Γιατί, ὅσο κι ἄν ὁ νοῦς τους εἶχε συλλάβει πολλά ἀπό τόν τρόπο πού ὑπάρχει καί πορεύεται ὁ κόσμος, μπροστά στό θάνατο οἱ δυνάμεις τους σταματοῦσαν καί πάντοτε θά σταματοῦνε.
Ἡ Ἐκκλησία προτείνει τήν πνευματικότητα τῆς πίστεως ὡς πορεία σταυρώσεως τῶν παθῶν, τῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς κακίας, τοῦ ἐμπαθοῦς καί φιληδόνου θελήματος. Ὡς τόν τρόπο ἐκεῖνο πού θά κάνει τίς αἰσθήσεις μας νά μήν χαίρονται τήν πρόσκαιρη χαρά τῆς σαρκολατρικῆς ἡδονῆς, ἀλλά νά γίνουν οἱ θῦρες διά τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος θά εἰσέλθει στή χαρά τῆς πνευματικῆς ἡδονῆς, ἡ ὁποία ἔγκειται στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. Γιά τήν Ἐκκλησία ἀληθινά πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι αὑτός πού ἁγιάζεται ἀπό τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί συναντᾶ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο στό ἦθος τῆς ἀγάπης καί τῆς γνήσιας κοινωνίας.
Θά ἀναρωτηθεῖτε: ἐμεῖς τόν Θεό δέν μποροῦμε νά τόν δοῦμε. Πρέπει, ἑπομένως, νά γίνουμε ἅγιοι γιά νά ἀκολουθήσουμε αὐτό τόν δρόμο τῆς πνευματικότητας πού προτείνει ἡ Ἐκκλησία; Μά εἶναι ἐφικτό κάτι τέτοιο στήν ἐποχή μας; Προϋποθέτει νά μπορεῖς νά πᾶς κόντρα στό ρεῦμα, νά ἐπιλέξεις νά στερηθεῖς στή ζωή σου. Καί ποιά παραδείγματα σύγχρονα συναντοῦμε στήν Ἐκκλησία μας; Ἐμεῖς μόνο γιά σκάνδαλα ἀκοῦμε καί γιά προκλητικές συμπεριφορές!
Δέν ἀρνούμαστε τό εὔλογο τῶν προβληματισμῶν σας. Ἐδῶ ὅμως ξεκινᾶ ἡ μεγάλη πρόκληση, καί ταυτόχρονα, πρόσκληση. Ὁ δρόμος πού σᾶς περιγράψαμε εἶναι ὁδός στενή καί τεθλιμμένη. Τό νά ἀγωνίζεσαι γιά τήν ἀρετή σήμερα θεωρεῖται μάταιο. Ἐνίοτε καί ἀνοησία. Τό νά βλέπεις τόν κόσμο στήν προοπτική τῆς αἰωνιότητας καί τῆς Ἀναστάσεως καί νά παλεύεις νά μήν ὑποταχθεῖς στά πάθη σου καί νά μήν θεωρεῖς ἀληθινό μόνο ὅ,τι σοῦ παρουσιάζεται διά τῶν αἰσθήσεων ὡς ἀληθινό, πιθανόν νά σοῦ δυσκολέψει λίγο τήν πορεία καί τίς σχέσεις σου μέ τούς ἄλλους. Ὅμως ὁ δρόμος αὐτός δέν εἶναι μοναχικός. Ὅποιος τολμήσει νά τόν ἀκολουθήσει, καί ὅσο κι ἄν σᾶς φαίνεται παράξενο, εἶναι πολλοί αὐτοί πού τό τολμοῦν, διαπιστώνει ὅτι ὁ Χριστός συντροφεύει τόν ἀγωνιστή Του. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ὑπάρχει καί ἡ Ἐκκλησία. Γιατί ἐμεῖς τόν Χριστό μπορεῖ νά μήν τόν βλέπουμε, τόν γευόμαστε ὅμως κάθε φορά πού κοινωνοῦμε, καί διά τῶν αἰσθήσεων καί διά τῆς ψυχῆς μας, τό Σῶμα Του καί τό Αἷμα Του. Ἀλλά καί τόν βρίσκουμε στήν ἀληθινή ἀγάπη, στήν ταπείνωση καί στήν προσευχή, ὅπου ὅποιος διαλέγει αὐτά ὡς προτεραιότητες, καί τή ζωή του θά ἀγωνιστεῖ νά χαρεῖ καί νόημα θά ἔχει καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τούς ἄλλους.
Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπό πνευματικούς ἀνθρώπους. Πρωτίστως ὅμως ἔχει ἀνάγκη ἀπό Ἁγίους, δηλαδή ὄχι ἁπλῶς ἀναλυτές ἤ ὁραματιστές τῆς πραγματικότητας, ἀλλά ἀγωνιστές τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀνάστασης. Αὐτόν τόν δρόμο εὐχόμεθα νά τόν βρεῖτε ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Καί μέσα ἀπό τήν ἀρετή σας νά ἀγωνισθεῖτε νά μήν ἀφεθεῖ ὁ κόσμος στήν κρίση του, ἡ ὁποία εἶναι πρωτίστως πνευματική. Ἑσεῖς, μάλιστα, οἱ νέοι, πού ἔχετε ἀπογοητευτεῖ ἀπό τά πρότυπα πού ἡ ἐποχή μας σᾶς προσφέρει, τολμήστε νά ἀναζητήσετε τήν ποθούμενη ποιότητα, νά χτίσετε τό ἀληθινό σας πρόσωπο καί νά χαρεῖτε γνήσια στό δρόμο τῆς πίστεως, ὁ ὁποῖος προϋποθέτει τήν δική σας συμμετοχή. Κι ἄς φωνάζει τό κοσμικό πνεῦμα. Ἡ δική μας παρηγορία θά εἶναι πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα Του γιά τόν καθέναν μας: «Δέν σέ παρακαλῶ νά τούς πάρεις ἀπό τόν κόσμο (νά τούς κάνεις δηλαδή ἀπόκοσμους), ἀλλά νά τούς προστατέψεις ἀπό τό κακό» (Ἰωάν. 17, 15).
Σᾶς εὔχομαι ἐκ βάθους καρδίας νά ἔχετε πρόοδο, χαρά καί εὐλογία ἀπό τόν Θεό τόσο στίς σπουδές σας ὅσο καί στή ζωή σας! Καλῶς ὁρίσατε!
Κέρκυρα, 3 Ἰανουαρίου 2010