Χειροτονητήριος Λόγος Σεβ. Μητροπολίτου κ. Νεκταρίου

Μητροπολίτου κου Νεκταρίου

Μακαριώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, Σεπτέ Προκαθήμενε τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί πνευματικέ μου Πατέρα, κ.κ. Χριστόδουλε, Σεβασμία τῶν Ἱεραρχῶν χορεία, Ἀγαπητοί μου πατέρες συμπρεσβύτεροι,
Εὐλαβεῖς διάκονοι, Λαέ τοῦ Θεοῦ περιούσιε καί εὐλογημένε,

Ὃταν πρίν ἀπό τριάκοντα ἒτη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ὁδηγοῦσε τά βήματα μου στήν παλαίφατο καί ἱστορική Ἱερά Μονή Ἂνω Ξενιᾶς γιά νά ἐνδυθῶ τό σχῆμα τοῦ Μοναχοῦ, οὐδέποτε εἶχε διέλθει ἀπό τόν νοῦ μου ὃτι θά εὑρισκόμουν σήμερον ἐνώπιόν Σας, Μακαριώτατε, γιά νά λάβω διά τῶν τιμίων χειρῶν Σας τόν τρίτο βαθμό τῆς Ἱερωσύνης, νά καταστῶ Ἐπίσκοπος καί Ποιμένας, προεστώς τῆς Εὐχαριστίας, ἀλλά καί διάκονος καί ποδηγέτης, ἓως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πού ἡ Σεπτή Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μοῦ ἐμπιστεύεται.

Καί ἀντηχοῦν μετά φόβου στά ὦτα μου, τά σωματικά καί τῆς καρδίας, οἱ λόγοι τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου, συγγραφέως τῆς Κλίμακος, πρός τόν Ποιμένα καί Ἐπίσκοπο, λόγοι ἐμπειρίας καί ἁγιότητος, λόγοι ζωῆς, ἀπόσταγμα σοφίας καί ἒμπνευση Πνεύματος Ἁγίου: «Ἐπίσκοπος καί ποιμήν στήν κυριολεξία εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἀναζητήσει καί νά θεραπεύσει τά ἀπωλολότα λογικά πρόβατα μέ τήν ἀκακία του, τόν ζῆλο του καί τήν προσευχή του. Κυβερνήτης εἶναι αὐτός πού ἀπό τόν Θεό καί τούς κόπους του ἀπέκτησε πνευματική δύναμη, καί μπορεῖ ὂχι μόνο ἀπό τήν τρικυμία, ἀλλά καί μέσα ἀπό τήν ἂβυσσο νά ἀνασύρει καί νά σώσει τό πλοῖο.» (Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναίτου, «Εἰς τόν Ποιμένα», 2-3).

Καλοῦμαι λοιπόν ἀπό σήμερα νά φροντίζω καί νά διακονῶ τά λογικά πρόβατα, τόν λαό τῆς θεοσώστου ἐπαρχίας τῆς Κερκύρας, τῶν Παξῶν καί τῶν Διαποντίων Νήσων, μέ ὃπλα τήν ἀκακία, τόν ζῆλο καί τήν προσευχή. Καλοῦμαι νά κυβερνήσω τήν νοητή κιβωτό τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κερκύρας μέσα στήν γαλήνη τῆς θάλασσας καί περισσότερο στήν τρικυμία τοῦ κόσμου. Καλοῦμαι νά ἀναλώσω τίς πνευματικές καί σωματικές μου δυνάμεις στήν κατά Θεόν κοινωνία μέ τούς ἀνθρώπους, νά καταστῶ ἂγρυπνος φρουρός, ποιμένας καί διδάσκαλος, γυμνάζοντάς τους στά πνευματικά καί θεραπεύοντας παράλληλα, κατά τό δυνατόν, τίς ὑλικές τους ἀνάγκες.

Διότι αὐτό εἶναι τό ἒργο τῆς Ἐκκλησίας: νά δώσει τήν μαρτυρία “τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος” (Α’ Πέτρ., 3,15)μέσα σ’ ἓναν κόσμο πού βαδίζει ἒχοντας ἀφήσει κατά μέρος τήν προσδοκία τοῦ Θεοῦ. Νά μεταμορφώσει διά τῆς ἀγάπης, τῆς προσευχῆς καί τῆς ὑπομονῆς τόν ἀνθρώπινο πόνο σέ χαρά πνευματική. Νά ἀποδείξει στόν σύγχρονο ἂνθρωπο διά τῆς ἐμπειρίας τῶν Πατέρων καί τῶν Ἁγίων ὃτι “οὐκ ἐπ’ ἂρτῳ μόνον ζήσεται” (Ματθ., 4,4), ἀλλά καί μέ τήν τροφή τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Νά καταθέσει μαρτυρία ζωῆς γιά τά ἀνθρώπινα προβλήματα χωρίς νά περιορίσει τό ἐνδιαφέρον της σ’ αὐτά, φωτίζοντάς τα μέ τήν μαρτυρία τοῦ ἀποκεκαλυμμένου Φωτός, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ αὐτοῦ “χθές καί σήμερον καί εἰς τούς αἰῶνας” (Ἑβρ., 13,8).

Ἐδῶ, Μακαριώτατε, ἒγκειται ἡ διακονία τοῦ Ἐπισκόπου: προϊσταται τῆς Εὐχαριστίας, κηρύττει ἒργω καί λόγῳ τό Εὐαγγέλιο, θέλει τό ποίμνιό του νά γίνει “τό ἃλας τῆς γῆς” (Ματθ. 5,13), γίνεται μέ τή ζωή του “λύχνος φωτίζων πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ” (Ματθ. 5,15) . Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι πατέρας πνευματικός γιά ὃλους καί αὐτό εἶναι τό κατεξοχήν ἒργο του, νά ἀγκαλιάζει τόν κοπιῶντα καί πεφορτισμένον, ὃποιος καί ἂν εἶναι, ὡς εἰκόνα Θεοῦ. Νά προσεύχεται καί νά ἀγωνίζεται γιά τήν μετάνοια τοῦ ἰδίου καί τοῦ λαοῦ του. Κάθε του ἒργο, ποιμαντικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό, ἱεραποστολικό ἢ ἀσκητικό πρός τοῦτο πρέπει νά συντείνει, στήν ἐπιστροφή στήν χάρη καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός πού συνεχίζει τίς παραδόσεις τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἀποστόλων. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἐμπιστεύεται τήν διαδοχή τῶν ἐργατῶν της, τόν καλεῖ νά χειροτονήσει αὐτούς πού θά ποιμάνουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ, νά φροντίσει γιά ὃσους ἐπιλέγουν τόν ἀσκητικό βίο, νά βρίσκεται κοντά τους, προστάτης καί ποιμένας τους. Καί τόν καλεῖ νά ὁπλισθεῖ μέ δύναμη πνευματική καί νά σταθεῖ σέ ὃλους μέ φιλοστοργία καί ἀγάπη, νά εἶναι πατέρας καί αὐτή τήν πατρότητα νά μεταδίδει, κατά τόν λόγο τοῦ Ἁγίου:
«Περισσότερο ἀπό ὃλα, μᾶς χρειάζεται δύναμις πνευματική. Ὣστε αὐτούς πού ἐπεχειρήσαμε νά τούς εἰσαγάγωμε στά Ἃγια τῶν Ἁγίων, καί ἀποφασίσαμε νά τούς δείξωμε τόν Χριστόν ἀναπαυόμενο ἐπάνω στήν μυστική καί κρυφή τράπεζα, ὃταν τούς ἰδοῦμε νά πιέζωνται καί νά στενοχωροῦνται ἀπό τόν ὂχλο τῶν πειρασμῶν πού θέλουν νά τούς ἐμποδίσουν, τότε ἂς τούς πιάσωμε ἀπό τό χέρι σάν νήπια καί ἂς τούς ἐλευθερώσωμε ἀπό τόν ὂχλο τῶν λογισμῶν αὐτῶν. Καί ἐάν μερικοί ἀπό αὐτούς εἶναι πολύ νήπιοι ἢ ἀδύνατοι, τότε εἶναι ἀνάγκη νά τούς σηκώσωμε καί νά τούς κρατήσωμε στούς ὣμους μας, μέχρις ὃτου περάσουν ἀπό τήν θύρα τῆς πραγματικά στενῆς εἰσόδου» («Εἰς τόν Ποιμένα», 93).
Ὁ Ἐπίσκοπος ἀγωνίζεται καί γιά τό σύνολο τῶν πιστῶν, γιά τήν ἑνότητα στό ποίμνιό του, στόν κλῆρο καί τόν λαό, σέ ὃλη τήν Ἐκκλησία, τηρώντας πάνω ἀπό ὃλα τήν ἀλήθεια καί τούς νόμους τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου, χωρίς νοθεία τοῦ ὀρθοδόξου ἢθους καί τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων. Διαφυλάττει τήν Παράδοση καί τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, τηρεῖ τά δόγματα καί κρατᾶ τήν παρακαταθήκη τῆς πίστεως, προφυλάσσοντας το ποίμνιό του ἀπό τούς βαρεῖς λύκους τῶν αἱρέσεων, οἱ ὁποῖοι, ἰδίως σήμερα, τό βάλλουν συνεχῶς.

Τέλος, ὁ Ἐπίσκοπος καλεῖται νά εἶναι καί νά παραμένει διαρκῶς φορέας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καί τῆς γνησίας ἀγάπης, πού δέν ἐγκλωβίζεται στήν αὐτάρκεια καί τό ἀτομικό θέλημα, ἀλλά προσφέρεται κενωτικά πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου εἶναι καί πάλι συγκλονιστικός:
«Μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ἀληθινά τό νά ὑπομένεις μέ ἀνδρεία τόν καύσωνα τῆς ἡσυχίας καί τήν ἂπνοια καί τόν πόλεμο τῆς ἀμελείας καί ἀδιαφορίας, καί νά μήν ἐπιζητεῖς ρεμβασμούς καί κινήσεις καί παρηγορίες ἒξω ἀπό τό πλοῖο, δηλαδή τήν Ἐπισκοπή σου… Ἀσυγκρίτως ἀνώτερο ὃμως εἶναι τό νά μή φοβῆσαι τούς θορύβους, ἀλλά νά μένεις ἀπτόητος στήν καρδιά ἀπό τούς κτύπους των καί ἀτάραχος καί νά συναναστρέφεσαι ἐξωτερικά μέν μέ τούς ἀνθρώπους, ἐσωτερικά δέ μέ τόν Θεό» («Εἰς τόν Ποιμένα», 43).
Ἒργο λοιπόν μεγάλο καί δύσκολο ξεκινᾶ σήμερα δι’ ἐμέ, Μακαριώτατε. Ὁμολογῶ ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων τήν ἀνεπάρκεια καί τήν ἀδυναμία μου. Ὁμολογῶ ὃμως καί τήν ἐμπιστοσύνη στό ἂμετρον ἒλεος τοῦ Θεοῦ καί τήν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, ὃπως ἐπίσης καί τήν βεβαιότητα ὃτι ἡ θεία Χάρις θά ἀναπληρώσει τίς δικές μου ἐλλείψεις. Αἰτοῦμαι τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων τῆς πίστεώς μας. Αἰτοῦμαι τήν στήριξη καί τήν προσευχή Σας, Μακαριώτατε, ὃπως ἐπίσης καί τίς πατρικές Σας συμβουλές. Αἰτοῦμαι τήν στήριξη καί τίς εὐχές τῶν Σεβασμιωτάτων Ἀρχιερέων, τῶν ἀδελφῶν μου πρεσβυτέρων καί διακόνων, τῶν μοναστῶν καί τοῦ λαοῦ τῆς θεοσώστου Ἐπαρχίας τῆς Κερκύρας, αἰτοῦμαι τίς εὐχές καί τήν παρρησία τῶν ἀδελφῶν μου πού τούτη τήν ὣρα βρίσκονται ἐδῶ μαζί μου.


“Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι;” (Στιχηρόν τῶν Αἴνων τοῦ Ὂρθρου, ἦχος βαρύς) Μόνο νά ἐκφράσω, Μακαριώτατε, τήν ἂπειρο εὐγνωμοσύνη καί δοξολογία μου πρός τόν Τριαδικό Θεό, τόν ἀξιώσαντά με τοιαύτης τιμῆς καί χάριτος. Νά ἐκφράσω τό δάκρυ τῆς εὐχαριστίας καί τῆς ἀπείρου εὐγνωμοσύνης μου πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τήν Ξενιά, τήν προστάτιδα τῆς Μονῆς μας, τήν προστάτιδα καί εὐεργέτιδα τῆς ἐμῆς ἀναξιότητος, ἡ ὁποία ἀγκάλιασε ὑπερεκπερισσοῦ τήν ὃλη διακονία μου.
Ἦταν καί εἶναι ἓνα θαῦμα τό πῶς στήριξε τήν ζωή μου, πῶς συνέδραμε στήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς της, πῶς παρενέβαινε κάθε φορά πού τό γόνυ μας κάμπτονταν μπροστά στό πλῆθος τῶν πειρασμῶν καί τῶν δυσκολιῶν, πῶς ἐπλημμύριζε τήν ἐσωτάτη ὓπαρξή μας μέ πνευματική χαρά, τό πῶς μᾶς φανέρωνε τίς ἀποδείξεις τῆς εὐστοργίας καί τῆς ἀγάπης της πάσας τάς ἡμέρας. Θά τῆς εἶμαι εὐγνώμων καί γιά τίς παλαιές εὐεργεσίες, ἀλλά καί γι’ αὐτή τήν ἒσχατη.


Ἐπιθυμῶ ὃμως, Μακαριώτατε, νά στραφῶ καί πρός τό πρόσωπόν Σας. Εἶστε ὁ πνευματικός μου Πατέρας, αὐτός στόν ὁποῖο ὀφείλω τό κατά Χριστόν καί κατά Ἐκκλησίαν ζῆν. Ἐτούτη τήν ὣρα, Μακαριώτατε, τήν ὀφείλω κατά ἂνθρωπον σέ Σᾶς. Ἒφθασα ὡς ἐδῶ βιώνοντας ἓως ἐσχάτων τήν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία καί τό σεπτόν πρόσωπόν Σας. Ἐνθυμοῦμαι ἡμερῶν ἀρχαίων, ὃταν πρωτοήρθατε στόν Βόλο καί μέ βρήκατε στήν Ἱερά Μονή. Ὃταν μοῦ ζητήσατε νά ἒλθω κοντά Σας καί στό πρόσωπό Σας νά διακονήσω τήν Ἐκκλησία τῆς Δημητριάδος. Ὃταν μέ χειροτονήσατε διάκονο καί στήν συνέχεια πρεσβύτερο. Ὃταν μοῦ ἀναθέσατε, πέραν τῆς διακονίας τοῦ θυσιαστηρίου, τήν πολλαπλή εὐθύνη νά σταθῶ κοντά Σας, νά διακονήσω στό ἰδιαίτερο γραφεῖο Σας, νά ζήσω τήν νυχθημερόν ἀγωνία καί τό ἀνύστακτο ἐνδιαφέρον Σας γιά τήν διακονία τοῦ λαοῦ τῆς θεοσώστου ἐπαρχίας πού θεοφιλῶς ποιμαίνατε καί νά ἂρω, οἱωνεί ὡς Σίμων Κυρηναῖος, ὀλίγον βάρος ἀπό τόν σταυρό Σας.

Καί τοῦτο ὂχι ἐξ ἀγγαρείας ἢ ἐξ ἀνάγκης, ἀλλά ἐμπνεόμενος ἀπό τήν θέρμη τῆς καρδιᾶς Σας γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, πεπληρωμένος ἀπό τήν βεβαιότητα τοῦ καθημερινοῦ ἁγιασμοῦ μέσα ἀπό τήν προσφορά καί τήν θυσία, ἀλλά καί διατηρώντας, χάρις στήν δική Σας πεπνυμένη καθοδήγηση, ἀμείωτο τόν ζῆλο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τήν ἐπιθυμία τῆς προσευχῆς καί τήν βεβαιότητα τῆς διαρκοῦς πραγματώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μου. Καί ὃταν μέ προτρέψατε νά ἀγωνισθῶ ὡς Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τῆς μετανοίας μου, ὑπήκουσα μετ’ ἐμπιστοσύνης, γνωρίζοντας ὃτι ἡ φωνή τοῦ Πατρός καί Ποιμενάρχου μου εἶναι ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ!

Ἐμαθήτευσα παρά τούς πόδας Ὑμῶν, Μακαριώτατε. Βίωσα τήν υἱότητα κοντά σέ πατέρα πνευματικό, στοργικό ἀλλά καί αὐστηρό, πού δέν ἀπαιτεῖ, ἀλλά δείχνει τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, πού μέ τήν ἁπλότητα, τήν ἀρετή, τήν καλοσύνη, τό χαμόγελο καί τήν ἀρχοντιά τῆς ψυχῆς καί τῶν αἰσθημάτων φανερώνει στά πνευματικά του παιδιά τήν πορεία πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Γιά ὃλες τίς εὐεργεσίες, Μακαριώτατε, τήν ἀγάπη Σας, τήν προσευχή Σας, τήν συμπαράστασή Σας, ἀλλά καί τήν μεγάλη διακονία πού ἡ Ἐκκλησία διά τῶν τιμίων χειρῶν Σας μοῦ ἀναθέτει, ἐπιθυμῶ νά ἐκφράσω ἀπό τά βάθη τῆς καρδίας μου τήν υἱϊκή εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστία. Καί νά μοῦ ἐπιτρέψετε καί πάλι, ἐκτός τῶν ἂλλων καθηκόντων μου, νά ξαναγίνω Σίμων Κυρηναῖος στόν ἀγῶνα σας -πού θά εἶναι καί δικός μου ἀγώνας- νά ὁδηγήσετε τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στό νά ἐκπληρώσει μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ τήν ἀποστολή της, νά ἀποτελεῖ μαρτυρία ζῶσας Ἐκκλησίας, σύγχρονης ἀλλά καί παραδοσιακῆς, ἀγαπῶσας, ἀλλά καί ἐλέγχουσας, πού θά κηρύττει Ἰησοῦν Χριστόν ἑσταυρωμένον καί Ἀναστάντα, τήν ἐλπίδα τοῦ κόσμου!

Θέλω νά εὐχαριστήσω ἐκ βάθους ψυχῆς ὃλους τούς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς πού ἀπαρτίζουν τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας καί μέ ἐτίμησαν, ἐκλέγοντάς με νέο Μητροπολίτη Κερκύρας. Εὐχαριστῶ καί ὃσους παρίστανται ἐδῶ τούτη τήν φρικτή ὣρα. Ἰδιαιτέρως δέ ἐκείνους πού στάθηκαν δι’ ἐμέ παιδαγωγοί ἐν Χριστῷ καί καλλιέργησαν μέσα μου τόν ἱεραποστολικό ζῆλο, παράλληλα μέ τήν φλόγα τῆς ἀσκήσεως. Ἐπιθυμῶ νά εὐχαριστήσω τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος καί Ἁλμυροῦ κ. Ἰγνάτιο, μέ τόν ὁποῖο συνδεόμαστε ἀπό πολλῶν χρόνων καί ὁ ὁποῖος στά χρόνια τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας του φέρθηκε μέ πολλή διάκριση καί ἀγάπη πρός τό πρόσωπό μου, συμπαραστεκόμενος στήν Μονή μας.
Ἐπιθυμῶ νά ἐκφράσω τήν εὐγνωμοσύνη καί τίς θερμές εὐχαριστίες πρός τούς πνευματικούς μου ἀδελφούς, τά μέλη τῆς δικῆς μας πνευματικῆς οἰκογενείας. Τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Καισαριανῆς Δανιήλ, μέ τόν ὁποῖο μαζί ξεκινήσαμε τήν μοναχική μας ἀφιέρωση, μαζί διακονήσαμε τήν Ἐκκλησία τῆς Δημητριάδος, μαζί ζήσαμε τά χρόνια τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καί τῶν δακρύων, ἀλλά καί τά χρόνια τῆς ὡριμότητας καί μαζί θά συνεχίσουμε νά προσπαθοῦμε γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Θεόκλητο μέ τόν ὁποῖο μᾶς συνέδεσε ὁ κοινός ἀγώνας γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν ὁραμάτων τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλά καί ἡ χαρά τοῦ νά ἀνήκουμε στήν ἲδια ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα. Τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Σαλώνων Θεολόγο, Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὁ ὁποῖος μέ τήν μόρφωση, τήν πνευματική καλλιέργεια καί ἀγάπη του γιά τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία, στάθηκε πολύτιμος συμπαραστάτης. Τόν Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν π. Θωμᾶ Συνοδινό, μέ τόν ὁποῖο μᾶς συνδέει μακροχρόνια φιλία καί μοιραζόμαστε κοινούς προβληματισμούς γιά τό πῶς ἡ Ἐκκλησία μας θά ἀνταποκριθεῖ στις ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν μας.

Ἒνδακρυς θέλω νά εὐχαριστήσω τούτη τήν στιγμή τούς ἀδελφούς, πατέρες καί συμμοναστές τῆς Μονῆς τῆς Ἂνω Ξενιᾶς. Σήκωσαν τόν Σταυρό τῆς διακονίας σ’ ἓνα μοναστήρι τό ὁποῖο χρειάστηκε πολύν ἀγώνα γιά νά ἀνοικοδομηθεῖ. Ὑπέμειναν μαζί μου τόν καύσωνα τῆς ἡμέρας καί τόν παγετό τῆς νυκτός, τίς στερήσεις, τίς θλίψεις καί τίς δυσκολίες πού ἡ μοναχική ζωή φέρει, στάθηκαν μέχρι τέλος συνοδοιπόροι. Συμπροσευχήθηκαν καί συλλειτούργησαν, πάλεψαν, στήριξαν καί συνέδραμαν ὣστε νά φθάσουμε ὡς ἐδῶ. Δοξάζω τόν Θεό πού μποροῦν καί μοιράζονται σήμερα μαζί μου αὐτή τή χαρά καί τούς εὐχαριστῶ εὐγνωμόνως γιά ὃλες τίς θυσίες καί τούς κόπους τους!
Εἶναι κοντά μας, Μακαριώτατε, σήμερα καί συμμετέχουν στήν χαρά ταύτη καί τά πνευματικά μας παιδιά. Κληρικοί καί λαϊκοί, πού ἀγωνιστήκαμε καί ἀγωνιζόμαστε νά μορφώσουμε τόν Χριστό ἐν ἡμῖν, νά ζήσουμε τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς κοινωνία ἀγάπης, ὑπομονῆς, ἀσκήσεως καί ἀγῶνα. Πολλά ἀπό αὐτά μέ ἀνέπαυσαν πάλιν καί πολλάκις. Ἐν Κυρίῳ καυχῶμαι. “Ἰδού ἐγώ καί τά παιδία ἃ μοι ἒδωκεν ὁ Θεός” (Ἠσαίας, 8,18). Ξέρω ὃτι χαίρονται τούτη τή στιγμή καί προσεύχονται. Ταυτόχρονα, λυποῦνται διότι θά ἀποχωρισθοῦμε. Ὃμως μέσα στήν Ἐκκλησία ἒρχεται ἡ ὣρα πού κανείς θά πρέπει νά αἰσθανθεῖ τήν ὡριμότητα νά πορευθεῖ ὡς ἐδιδάχθη. Νά κατανοήσει ὃτι ἡ πεποίθησή του δέν εἶναι “ἐπί υἱούς ἀνθρώπων ἀλλά ἐπί τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι πάντων” (Ψαλμ., 145,3). Καί νά γνωρίζει ὃτι “ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει” (Α’ Κορ., 13, 8). Καί θά δίδει ὁ Θεός εὐκαιρίες νά ἀνταμώνουμε.

Εἶναι κοντά μας οἱ πατέρες καί οἱ ἐνορίτες ἀπό τήν Ἐνορία τῆς διακονίας μου, τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης Βόλου. Εἶναι κοντά μας ἂλλοι γνωστοί καί ἀγαπητοί ἀπό τόν Βόλο καί τήν ἐπαρχία τοῦ Ἁλμυροῦ, κληρικοί καί στελέχη τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος, πού μέ γνώρισαν καί τούς γνώρισα, συνδιακονήσαμε καί χαρήκαμε τήν κοινή πνευματική πορεία. Εἶναι κοντά μας προσκυνητές τῆς Μονῆς μας πού ἡ χάρις τῆς Παναγίας ὁδήγησε τά βήματά τους στό ὂρος τῆς Ὂθρυος καί μᾶς ἀξίωσε νά συνδεθοῦμε. Τούς εὐχαριστῶ ὁλόψυχα. Κοντά τους ἒζησα τήν ὀμορφιά, τήν γνησιότητα καί τήν χαρμολύπη τῆς κοινωνίας. Δέν θά χαθεῖ ἡ ἐπικοινωνία μας, διότι σέ κάθε Θεία Λειτουργία θά ὑπάρχει θέση γιά τά ὀνόματά τους. Καί πάλι θά ἀνταμώνουμε, “ὡς τῷ Κυρίῳ δόξῃ” (‘Ιώβ, 1,21) .

Ἂφησα τελευταίους, Μακαριώτατε, τούς κατά σάρκα συγγενεῖς μου. Καί τοῦτο διότι δέν ξέρω ἂν μπορῶ μέ λόγια νά ἐκφράσω τήν ἂπειρο εὐγνωμοσύνη μου πρός αὐτούς. Τήν μητέρα μου, ἡ ὁποία παρίσταται αὐτή τήν ὣρα καί χαίρεται χαράν μεγάλην, καί στήν ὁποία ὀφείλω τήν εὐλάβεια, τήν ἀγάπη πρός τό Θεό καί τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί τήν ἁπλότητα καί ἀσκητικότητα μέ τήν ὁποία μᾶς μεγάλωσε. Ἡ προσευχή της καί ἡ εὐχή της ἀποτελοῦν γιά μένα ὃπλο πολύτιμο καί ἐνίσχυση πνευματική. Τά κατά σάρκα ἀδέλφια μου, τά ὁποῖα δέν στάθηκαν ποτέ ἐμπόδιο στήν κλήση καί τήν ἀποστολή μου, ἀλλά μοῦ συμπαραστάθηκαν μέ ἀγάπη καί ὑπομονή. Ἡ προσευχή μου καί ἡ μνημόνευση στό θυσιαστήριο, ἀλλά καί ἡ εὐγνωμοσύνη καί ἡ ἀγάπη εἶναι ὃ,τι μπορῶ ἀπό ὃλη μου τήν καρδιά νά τούς προσφέρω καί ξέρω ὃτι αὐτό τούς ἀναπαύει ὃσο τίποτε ἂλλο.
Θά ἢθελα νά μνημονεύσω μέ βαθύτατη συγκίνηση καί δύο πρόσωπα πού ἀνήκουν στήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία καί τά ὁποῖα προσέφεραν στή ζωή μου τό μέγιστο δῶρο τῆς πατρότητας. Τόν κατά σάρκα πατέρα μου, στόν ὁποῖο ὀφείλω τήν ὑπομονή, τήν ἀκαταπόνητη διάθεση γιά διακονία καί τήν ἀγάπη γιά τήν ἁπλότητα καί τήν κοινωνία μέ τούς καθημερινούς ἀνθρώπους. Ἀλλά καί τόν παιδαγωγό μου εἰς Χριστόν, τόν μακαριστό Μητροπολίτη Δημητριάδος κυρό Ἠλία Τσακογιάννη, ὁ ὁποῖος ἐνίσχυσε στήν καρδιά μου τόν πόθο τῆς μοναχικῆς πορείας, μέ ἒκειρε μοναχό καί μέ ἐνέπνευσε μέ τό παράδειγμα του τῆς κατά Θεόν πτωχείας καί τῆς ἀσκητικότητας. Εἶμαι βέβαιος ὃτι οἱ ψυχές τους ἀγάλλονται τούτη τή στιγμή στόν οὐρανό καί ἑνώνουν τίς προσευχές τους μέ τίς δικές μας. Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τους.

Ἐπιθυμῶ νά ἀπευθυνθῶ, Μακαριώτατε, τούτη τή στιγμή πρός τόν κλῆρο, τούς ἂρχοντες καί τόν λαό τῆς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων. Γνωρίζω ὃτι στερηθήκατε ἓναν ἂξιο Ποιμενάρχη, τόν μακαριστό Μητροπολίτη Τιμόθεο. Ἓναν ἂνθρωπο ὁ ὁποῖος ἀγωνίστηκε γιά τόν λαό του, εἶχε ὁράματα, προσπάθησε νά δώσει τήν μαρτυρία μιᾶς σύγχρονης Ἐκκλησίας, πού νά εἶναι κοντά στόν ἂνθρωπο, στάθηκε κοντά στούς κληρικούς του καί ἀγάπησε τά μοναστήρια τῆς ἐπαρχίας του. Ἒχτισε, ἀνοικοδόμησε, παραστάθηκε, προσευχήθηκε, προσπάθησε. Ὁ Θεός τόν κάλεσε κοντά Του. Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη του.

Θέλω νά γνωρίζετε ὃτι τίποτε ἀπό ὃσα ὁ μακαριστός ἀγωνίστηκε νά πραγματώσει δέν θά σταματήσει. Ὃλα θά συνεχιστοῦν μέ νέα πνοή. Μά πάνω ἀπ’ ὃλα θά ὑπάρξει αὐτή ἡ διάθεση γιά κοινωνία, τόσο μέ τούς πατέρες καί ἀδελφούς μας πού διακονοῦν φιλότιμα στίς Ἐνορίες, ὃσο καί μέ τούς μοναχούς καί τίς μοναχές τῶν Μοναστηριῶν μας, ἀλλά καί μέ τόν λαό. Ὃλοι θά βροῦνε Ἐπίσκοπο πού γνωρίζει τίς ἀνάγκες, αἰσθάνεται τούς σταυρούς πού φέρουν στούς ὣμους τους καί πού θά ἒλθει ὡς διάκονος καί πατέρας.
Ἐπικαλούμενος, Μακαριώτατε, τίς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων τῆς Κερκύρας, τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Σπυρίδωνος, Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῆς Ἁγίας Θεοδώρας, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Γαΐου, Ἰάσωνος, Σωσιπάτρου καί τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος Κερκύρας, τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Χριστιανουπόλεως τοῦ Κερκυραίου, τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου καί τοῦ Ἁγίου Ἀπολλοδώρου, Ἐπισκόπου Φαιακίας, ζητῶ τήν θερμή προσευχή ὃλων. Καί θέλω νά διαβεβαιώσω ὃτι θά προσπαθήσω νά κάνω πράξη γιά τόν λαό, πού ἡ Ἐκκλησία μοῦ ἐμπιστεύεται νά ποιμάνω, τά λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος: «Πάρε τόν λαό σου ἀπό τό χέρι. Πέρασέ τον μέσα ἀπό τήν ἒρημο. Ὃταν τόν δεῖς νά φλέγεται ἀπό τήν ἐσωτερική του φλόγα, δρόσισέ τον ἀνοίγοντάς του πηγή ὓδατος δακρύων μέ τό ξύλο, δηλαδή μέ τήν σταύρωση τῆς σαρκός σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις. Πολέμησε μαζί του τά ἐχθρικά ἒθνη τῶν δαιμόνων καί τῶν πειρασμῶν καί καῦσε τα μέ τό πῦρ τῆς πίστεως πρός τόν Κύριο. Φθάσε στόν Ἰορδάνη, χώρισε τόν λαό σου σέ τμήματα μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί διαίρεσε τά ὓδατα τοῦ κόσμου μέ τά δάκρυα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα, νεκρώνοντας τά πάθη, ἀλλά καί μέ τά δάκρυα τῆς ἀγάπης, πού προέρχονται ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί σταθεροποίησέ τα στά μάτια τοῦ λαοῦ σου. Καί ἀνέβα μαζί του στήν ἂνω Ἰερουσαλήμ, βλέποντας τόν Χριστό, τό Θεό τῆς εἰρήνης. Ἑνώσου μαζί μέ τόν λαό σου μέ τήν ἀγάπη. Ἡ δέ ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός» («Εἰς τόν Ποιμένα», 100).
Ἀμήν.

Ἀθήνα 13 Ὀκτωβρίου 2002