Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου σέ ἐκδήλωση πρός τιμήν τῶν φοιτητῶν τῆς Κέρκυρας
Ἀγαπητοί μου φοιτητές καί φοιτήτριες,
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ σύναξή μας αὐτή ἔχει γίνει πλέον θεσμός, καθώς γιά τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, συναντιόμαστε στόν φιλόξενο αὐτό χῶρο, γιά νά γνωριστοῦμε, νά ἐπικοινωνήσουμε, νά συμπροβληματισθοῦμε, ἀλλά καί νά χαροῦμε μέ τρόπους πού μαρτυροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας, ἐκτός ἀπό πνευματική τροφός καί κιβωτός τοῦ Γένους καί τοῦ λαοῦ μας, λειτουργεῖ καί στήν κατεύθυνση τῆς προασπίσεως αὐτοῦ πού ὀνομάζουμε πνευματικός πολιτισμός. Καί τοῦτο διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων μομφῶν πού προσάπτονται στήν Ἐκκλησία, τά τελευταῖα χρόνια διάχυτη εἶναι καί ἡ προβολή ἀπό μερίδα τοῦ τύπου, τῆς τηλεοράσεως, ἀλλά καί τῆς διανοήσεως μιᾶς ἄλλης κατηγορίας: ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι παράγοντας ὀπισθοδρομήσεως. Καθηλώσεως τοῦ λαοῦ μας σέ στερεότυπα τοῦ παρελθόντος. Ὅτι ἀρνεῖται στούς ἀνθρώπους, καί ἰδίως σέ σᾶς τούς νέους, τό δικαίωμα τῆς χαρᾶς. Ὅτι ἀρνεῖται τήν πρόοδο τῆς ἐποχῆς μας καί ὅτι καλεῖ τόν κόσμο νά ζήσει μέ βάση ἀξίες πού ἡ ἰλιγγιώδης πρόοδος τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας, ὅπως καί ἡ δύναμη τῆς εἰκόνας καί τῆς πληροφορίας ἔχουν τοποθετήσει ὁριστικῶς στήν Ἱστορία.
Ὅλη αὐτή ἡ νοοτροπία, πού θεωρητικά ἤ καί στήν πράξη, ἐπηρεάζει πολλούς ἀπό τούς συμφοιτητές καί φίλους σας, ἐνίοτε καί ἐσᾶς τούς ἴδιους, δημιουργεῖ ψευδεπίγραφα διλήμματα. Μπορεῖ ὁ νέος νά ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ μέ τίς ἀρχές τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας; Δέν θά εἶναι «ἐκτός τόπου καί χρόνου» ἄν ἐπιμένει νά ἀγαπᾶ τόν συνάνθρωπό του, νά ἀρνεῖται τήν βία, νά ἀγωνίζεται νά κατασταθεῖ ἐλεύθερος ἀπό τά πάθη του, νά σέβεται τό περιβάλλον, ἄν ἐπιμένει σέ μία ἐσωτερική ἀναζήτηση πού θά τόν ὁδηγεῖ στόν σεβασμό γιά τήν ζωή, γιά τόν ἄλλο, στήν θεώρηση τῶν πάντων ὡς Θείας Δημιουργίας καί ὄχι ὡς προϊόντων τῆς τύχης; Δέν θά φαντάζει «γραφικός» ἐάν λειτουργεῖ στίς διαπροσωπικές του σχέσεις ὄχι μέ βάση τίς δικές του ἐπιθυμίες, τό δικαίωμά του νά ἀπολαμβάνει καί νά εἶναι εὐτυχισμένος, ἀλλά μέ βάση καί τό δικαίωμα τῶν ἄλλων νά βιώνουν τή χαρά καί τήν εὐτυχία, ἔστω καί ἄν αὐτό τό δικαίωμα ὁδηγεῖ σέ περιορισμούς τῶν δικῶν του;
Ἐπειδή λοιπόν γινόμαστε καθημερινά κοινωνοί τέτοιων προβληματισμῶν, ἐπιλέξαμε στήν φετινή μας συνάντηση νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό θέμα «Ἡ ἀπο-ϊεροποίηση τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων σήμερα». Πιστεύουμε ὅτι ἡ ἐποχή μας, στήν προσπάθειά της νά ἀπεξαρτηθεῖ ἀπό τήν θρησκεία, ἔχει περιφρονήσει τήν ἔννοια τοῦ «ἱεροῦ». Εἶναι βεβαίως γεγονός ὅτι ἡ θρησκεία χρησιμοποιήθηκε στό παρελθόν ὡς μηχανισμός ἐπιβολῆς τῆς ἠθικῆς στήν κοινωνία. Ὅτι οἱ θρησκευτικές ἀξίες, ἀντί νά καλλιεργοῦν στόν ἄνθρωπο τήν ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τόν κόσμο, χρησιμοποιήθηκαν γιά νἀ ἐπιβάλουν τόν φόβο καί γι’ αὐτήν καί γιά τήν ἄλλη ζωή. Ὅτι ἡ θρησκεία ἀποτέλεσε καί, γιατί ὄχι, ἀποτελεῖ παράγοντα πού συντηρεῖ τά κάθε λογῆς κατεστημένα, καθώς, γιά τούς πολλούς, διδάσκει τήν «ἐλέῳ Θεοῦ» κοινωνική κατάσταση, ἐνῶ οἱ ὅποιες ἀπόπειρες διατυπώσεως ἑνός ἄλλου λόγου, συκοφαντοῦνται ὡς ἀπόπειρες ἐμπλοκῆς τῆς θρησκείας στήν πολιτική καί ὡς ὑπονόμευση τῶν διακριτῶν ρόλων πολιτείας καί θρησκείας στήν ἀνθρώπινη κοινωνία.
Ἡ πίστη καί ἡ παράδοση βέβαια, ὅπως διασώζονται στήν θεολογία καί τήν ἐμπειρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, προσδίδουν στήν ἔννοια τοῦ «ἱεροῦ» διαφορετικό περιεχόμενο ἀπό ὅ,τι οἱ κάθε λογῆς θρησκεῖες. Γιά τήν Ὀρθοδοξία ἡ ἱερότητα δέν ἔχει νά κάμει μέ μία μαγική ἀντίληψη γιά τόν κόσμο καί γιά τόν ἄνθρωπο. Γιατί τά θρησκεύματα, ἰδίως, τῶν πρωτόγονων λαῶν ταυτίζουν τήν ἱερότητα μέ τήν μαγεία. Κάθε τι στόν κόσμο εἶναι ἱερό διότι εἶναι ἀνεξήγητο. Ἐμπεριέχει μυστήριο. Καί ὅ,τι δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ μέ τίς πεπερασμένες ἀνθρώπινες δυνάμεις, μεταφράζεται ὡς μαγεία καί δεισιδαιμονία καί γίνεται ἀντικείμενο σεβασμοῦ, διότι ἀλλιῶς, ἐπισείεται ὁ φόβος τῆς τιμωρίας ἀπό τήν ὅποια θεότητα. Γι’ αὐτό καί οἱ μάγοι στίς πρωτόγονες φυλές εἶναι αὐτοί πού ρυθμίζουν τήν ἀνθρώπινη ζωή. Γιατί ἔχουν τό ἰδιαίτερο χάρισμα νά ἐπικοινωνοῦν μέ τίς θεότητες, νά μεταφέρουν τό θέλημά τους στούς ἀνθρώπους, νά ἐπαινοῦν καί νά τιμωροῦν, νά προκαθορίζουν τούς νόμους καί τά ἔθιμα τῆς κάθε φυλῆς ἤ κοινωνίας καί νά διαμορφώνουν τό παρόν καί τό μέλλον.
Ἑπομένως, ἱερότητα ἀποδίδεται σέ ὅ,τι δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ μέ βάση τόν νοῦ. Σέ ὅ,τι ταυτίζεται μέ τήν θρησκεία. Σέ ὅ,τι δημιουργήθηκε ἀπό τά πνεύματα καί τίς θεότητες. Καί τό «ἱερό» γίνεται εἴδωλο. Ἀφορμή καί ἀντικείμενο λατρείας, ἐνῶ, παράλληλα, ἔχει καί τούς ὑπηρέτες του, δηλαδή τούς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καί αὐτοί ὑποκείμενα σεβασμοῦ, διότι ἀντλοῦν τήν δύναμή τους ἀπό τήν σχέση μέ τό θεῖο, πού οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνται καί ἐπιθυμοῦν νά ἐξευμενίσουν.
Αὐτή ἡ μαγική ἀντίληψη περί τοῦ ἱεροῦ γεννᾶ πλῆθος δεισιδαιμονιῶν. Τί ἄλλο εἶναι οἱ προλήψεις πού μᾶς διακατέχουν, παρά φοβίες, πού ἔχουν τή ρίζα τους στό πρωτόγονο θρησκευτικό παρελθόν, ὅτι ἡ συμπεριφορά μας ἔναντι τοῦ ἱεροῦ ἤ ἡ κακή σχέση μας μέ ἐκπροσώπους του ἤ ἡ μή τήρηση κάποιων ἐθίμων θά ὁδηγήσει σέ δυστυχία ἤ καταστροφή ἤ τιμωρία στή ζωή μας; Γι’ αὐτό καί ἡ σχέση μας μέ τήν θρησκεία συντηρεῖται ἀπό αὐτή τήν μαγική ἀντίληψη περί τοῦ κόσμου. «Γιά τό καλό» ἐκκλησιαζόμαστε τίς μεγάλες ἑορτές. «Γιά τό καλό» κοινωνοῦμε. «Γιά τό καλό» τηροῦμε τά ἔθιμα. «Γιά τό καλό» περιμένουμε τόν ἱερέα νά μᾶς ἁγιάσει τά Θεοφάνεια. «Γιά τό καλό» τελικά ἀπομονώνουμε ὁρισμένες στιγμές τῆς ζωῆς μας, τίς ὁποῖες συνδέουμε μέ τήν θρησκεία καί ἀφήνουμε τήν ὑπόλοιπη ζωή μας ἀνέγγιχτη ἀπό τόν Θεό.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ θρησκεία καλλιέργησε τόν φόβο καί τήν ἐπιθυμία τοῦ ἐξευμενισμοῦ στόν ἄνθρωπο. Καί ἡ ὅλη ἱερότητα πού συνδέεται μαζί της, τουλάχιστον στό παρελθόν, ἐξαντλήθηκε, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν οὐσία της, στούς τύπους. Ἔτσι, μιλοῦμε γιά «ἱερά πρόσωπα», τά ὁποῖα ξεχωρίζουν σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἐνδυμασία, τό παρουσιαστικό, τόν τρόπο συμπεριφορᾶς ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, γιά νά μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά καταφεύγουν σ’ αὐτά καί νά τά χρησιμοποιοῦν ὡς διαμεσολαβητές στήν θεότητα. Μιλοῦμε γιά «ἱερά ἀντικείμενα», τά ὁποῖα λατρεύονται ἀπό τούς ἀνθρώπους, «χωρίς ἡ τιμή νά διαβαίνει ἐπί τό πρωτότυπον». Μιλοῦμε γιά «ἱερούς χώρους», στούς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι «πρέπει» νά εἰσέρχονται εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένοι ἤ νά ἀποθέτουν τά ὑποδήματά τους, χωρίς νά ἐπισημαίνεται ὅτι τό πρόβλημα δέν ἔγκειται τόσο στήν διόρθωση τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ὅσο στήν διάθεση τῆς καρδιᾶς καί στήν εἰλικρίνεια τῆς πίστεως. Μιλοῦμε τελικά γιά τήν αἴσθηση τοῦ «ἱεροῦ» πού δέν πηγάζει ἀπό τόν σεβασμό, ἀλλά ἀπό τόν φόβο.
Ὅλα αὐτά δέν συνεπάγονται τήν ἄρνηση τῆς Ὀρθόδοξης παραδόσεως νά ζητήσει ἀπό τόν ἄνθρωπο τόν σεβασμό πρός ὁρισμένους τύπους καί ἀξίες. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως δέν ξεκινᾶ τήν προσέγγιση τοῦ ἱεροῦ ἀπό τήν διάθεση τοῦ ἐξευμενισμοῦ ἤ ἀπό τόν φόβο γιά τήν μέλλουσα τιμωρία, ἀλλά ἀπό τήν ἐλευθερία καί τήν ἀγάπη. Γιά τήν Ὀρθοδοξία κάθε τι στόν κόσμο εἶναι ἱερό, ὄχι ἐπειδή δέν μποροῦμε νά τό κατανοήσουμε καί νά τό ἑρμηνεύσουμε, ἀλλά ἐπειδή μᾶς δόθηκε ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἤθελε καί ἄλλα πλάσματα νά μετέχουν στή χαρά πού ἡ ἀγάπη αὐτή δίδει. Καί «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», μᾶς λέει χαρακτηριστικά ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α’ Ἰωάν., 4, 8). Εἶναι ὁ μοναδικός ὁρισμός τοῦ Θεοῦ πού συναντοῦμε στήν Καινή Διαθήκη. Δέν μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἀγάπη. Εἶναι ἀγάπη. Ὁ τρόπος ὑπάρξεώς Του εἶναι ἡ ἀγάπη. Καί ἐπειδή ἀγαπᾶ, δημιουργεῖ. Ὅπως καί οἱ ἄνθρωποι πού δημιουργοῦν οἰκογένεια καί γεννοῦν παιδιά, ἔχουν -ἤ θά ἔπρεπε νά ἔχουν -ὡς κύριο κίνητρό τους τήν ἀγάπη.
Γι’ αὐτό καί τά πάντα στόν κόσμο μαρτυροῦν αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁρμονία στίς κινήσεις τῶν πλανητῶν. Ὁ ἥλιος πού ποιήθηκε «εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας» (Ψαλμός 135). Ἡ σελήνη καί οἱ ἀστέρες «εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός» (Ψαλμός 135). Τό φυσικό περιβάλλον καί τό ἐν γένει κάλλος τῆς δημιουργίας. Τό γεγονός ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος λειτουργεῖ βιολογικά μέ μηχανισμούς ἀπόλυτης ἀκριβείας. Τά πάντα στή ζωή, ὅλοι οἱ φυσικοί νόμοι, ἡ ἰσορροπία τοῦ σύμπαντος καί τῆς γῆς, ἐπιβεβαιώνουν τό λόγιο τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας . ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου» (Ψαλμός 103).
Ἄρα, ἡ ἱερότητα στή ζωή δέν ξεκινᾶ ἀπό τόν φόβο. Οὔτε ὁ Θεός τήν αἴρει, ἐπειδή ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄξιοι τῆς ἀγάπης Του. Δέν τιμωρεῖ ὁ Θεός, γιατί τό κακό δέν δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας πτώσεως καί ἁμαρτίας. Ἀκόμη καί ὁ θάνατος δέν εἶναι ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο καί ἐπιτρέπεται γιά νά μήν γίνει τό κακό ἀθάνατο. Ἡ ἱερότητα στή ζωή πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη. Καλούμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά σεβαστοῦμε τή ζωή, τόν συνάνθρωπό μας, τόν κόσμο καίτελικά τόν ἴδιό μας τόν ἑαυτό, ἐπειδή ὅλα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Καλούμαστε νά λειτουργήσουμε μέ ἱερότητα ἀπό εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη πρός Αὐτόν πού μᾶς δώρισε τά πάντα. Καλούμαστε νά μιμηθοῦμε τόν Θεό στήν ἀγάπη καί νά εἰρηνεύσουμε σέ σχέση μέ τόν ἑαυτό μας, τόν συνάνθρωπο καί τόν κόσμο, κι αὐτό ζητοῦμε στήν Θεία Λειτουργία: «Τήν σήν εἰρήνην καί τήν σήν ἀγάπην χάρισαι ἡμῖν, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν . πάντα γάρ ἀπέδωκας ἡμῖν» (Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου). Κι αὐτό ὄχι ἐπειδή φοβόμαστε ἤ ἐπειδή εἴμαστε προσκολημμένοι στίς ἀξίες τοῦ παρελθόντος, ἀλλά ἐπειδή κατανοοῦμε ὅτι εἴμαστε εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» καί ἐμεῖς καλούμαστε νά εἴμαστε ἀγάπη. Αὐτό εἶναι, ἄλλωστε, καί ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν», στό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ.
Ὁ Θεός μᾶς προσέφερε τά πάντα ἐν ἐλευθερίᾳ. Δέν ἦταν ὑποχρεωμένος νά δημιουργήσει τόν κόσμο. Δέν ἔχει ἀνάγκη τήν δική μας εὐγνωμοσύνη καί τήν δική μας ἀγάπη, ἐπειδή στό Θεό βρίσκεται τό πλήρωμα τῆς τελειότητος, τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς. Γι’ αὐτό καί δέν δεσμεύει ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο νά ἀνταποκριθεῖ στήν δική Του ἀγάπη πρός Αὐτόν. Γι’αὐτό καί τοῦ ἐπέτρεψε νά Τόν ἀρνηθεῖ στόν Παράδεισο. Γι’ αὐτό καί σέβεται διαρκῶς τό δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι ἄ-θεος, ἄπιστος, ἀρνητής. Γι’αὐτό καί ὁ Θεός δέν καταστρέφει τόν κόσμο, μολονότι ὁ κόσμος, μέ τόν ἄνθρωπο νά πρωτοστατεῖ, βρίσκεται σέ μία διαρκῆ πνευματική καί ἠθική ἀνταρσία ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ ἐλευθερία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός δέν θέλει νά τήν στερήσει ἀπό τόν ἄνθρωπο.
Ἑπομένως, ἡ ἱερότητα στή ζωή συνδέεται μέ τήν ἐλευθερία. Καλούμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά ἀναγνωρίσουμε τήν ἀξία τῆς ζωῆς καί νά μήν τήν καταστρέφουμε εἴτε μέ τόν πόλεμο, εἴτε μέ τά διάφορα γενετικά πειράματα, εἴτε μέ τίς ἐκτρώσεις, εἴτε μέ τήν ἀδιαφορία μας γιά τόν πλησίον πού ὑποφέρει καί πεινᾶ, μέ ἀφετηρία τήν ἐλεύθερη διάθεσή μας. Καλούμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά ἀναγνωρίσουμε τήν ἀξία τοῦ περιβάλλοντος καί νά μήν τό βλάπτουμε μέ τήν ἄκριτη ἐκμετάλλευση τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν, μέ τήν μόλυνση, μέ τήν ὑπερβολή στήν χρήση των αὐτοκινήτων, μέ τήν θεοποίηση τῆς αὐτάρκειας καί τήν ἀδιαφορία γιά τούς λαούς τοῦ τρίτου κόσμου, καί πάλι μέ ἀφετηρία τήν ἐλεύθερη διάθεσή μας. Καλούμαστε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά ἀναγνωρίσουμε τήν ἀξία τοῦ ἑαυτοῦ μας ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ὡς ὑπάρξεως πού καλεῖται νά βρεῖ τήν εὐτυχία ὄχι στήν μοναξιά στήν ὁποία ὁδηγεῖ ἡ ἱκανοποίηση κάθε λογῆς ἐπιθυμίας μας, ἀλλά στήν δυνατότητα γνήσιας κοινωνίας μέ τόν συνάνθρωπό μας, μέ τήν διαμόρφωση σχέσεων πού θά στηρίζονται στόν ἁμοιβαῖο σεβασμό, στήν θυσία γιά τόν ἄλλο, στήν γνήσια ἐπικοινωνία, στήν θεώρηση τοῦ πλησίον μας ὄχι ὡς «σκεύους ἡδονῆς», ἀλλά ὡς «βοηθοῦ» (Γένεσις, 2, 18), ὅμοιου μέ ἐμᾶς, ὅπως ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε. Καί ὅλα αὐτά μέ ἀφετηρία τήν ἐλεύθερη διάθεσή μας.
Ὁ πολιτισμός μας ἔθεσε ὡς στόχο τήν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἀπό κάθε λογῆς δεισιδαιμονίες καί προκαταλήψεις. Σήμερα κυριαρχοῦν τά ἀνθρώπινα δικαιώματα. Ὁ ὀρθός λόγος. Ὁ ἀπόλυτος σεβασμός στήν ἐλευθερία. Ἡ διαφορετικότητα. Ἡ ἀπεξάρτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά διάφορα «πρέπει». Τό δικαίωμα τοῦ καθενός νά βρεῖ τήν χαρά ὅπως ἐπιθυμεῖ. Ἡ περιθωριοποίηση τῆς θρησκείας στή σφαίρα τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ θρησκευτικός ἀποχρωματισμός τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀπόρριψη τῆς μεταθανάτιας ζωῆς καί ὁ τονισμός τοῦ «ἐδῶ καί τώρα». Γι’ αὐτό καί ἡ ἔννοια τοῦ «ἱεροῦ» δέν συνάδει μέ τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας. Γιατί ὅπου ἀκούγεται ἡ λέξη αὐτή, ὁ ἄνθρωπος θυμᾶται αὐθεντίες πού τοῦ στέρησαν τήν ἐλευθερία του. Πρότυπα τά ὁποῖα κρατοῦσαν ἐξαρτημένη τήν σκέψη του. Εἰκόνες πού τόν ἐνοχλοῦν γιατί δέν συμβαδίζουν μέ τήν ἀνάγκη του νά προοδεύσει.
Καί γι’αὐτό ἡ ἀπο-ϊεροποίηση δέν περιορίστηκε μόνο στήν ἀπεξάρτηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή θρησκεία. Προχώρησε στήν περιφρόνηση τῆς ἱερότητας πού παλαιότερα ἀπέδιδε ὁ ἄνθρωπος καί σέ ἄλλους θεσμούς καί πρόσωπα. Ἀπο-ϊεροποιήθηκε ἡ οἰκογένεια. Ἀπο-ϊεροποιήθηκε ἡ παιδεία. Ἀπο-ϊεροποιήθηκε ἡ πολιτική. Ἀπο-ϊεροποιήθηκαν οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις. Καί αὐτή ἡ ἀπο-ϊεροποίηση πῆρε τόν χαρακτήρα τῆς ἀπομυθοποιήσεως τῶν αὐθεντιῶν, πού ὁ ἄνθρωπος θεώρησε ὅτι δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά εἶναι ἐλεύθερος. Καί σήμερα ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρεται σάν νά εἶναι ἕνας ἔφηβος πού μόλις ἔχει ἀρχίσει νά γνωρίζει τόν ἑαυτό του καί θεωρεῖ ὅτι ὁ κόσμος τοῦ ἀνήκει, χωρίς νά ἐξετάζει ὅτι ἄν περιφρονεῖ τήν εὐγένεια στήν καθημερινή του συμπεριφορά, ἀλλά καί τόν σεβασμό πρός τούς ὅποιους θεσμούς, στήν οὐσία ἀφήνει τόν ἑαυτό του χωρίς στηρίγματα. Διότι ἄλλο εἶναι ἡ κριτική τοποθέτηση ἔναντι τῶν πράξεων καί τῶν παραλείψεων τῶν προσώπων, καί, γιατί ὄχι, καί ἡ δυναμική προσπάθεια γιά ἀλλαγές, μέ μέσα, βεβαίως, πού συνάδουν στήν δημοκρατία καί τήν ἀγάπη, καί ἄλλο εἶναι ἡ ἀπαξίωση τῶν πάντων, πού ἀφήνει τελικά καί τήν κοινωνία, κυρίως ὅμως τόν ἄνθρωπο χωρίς ἕνα πλαίσιο. στό ὁποῖο νά στηριχθεῖ γιά νά ἀναζητήσει τήν ἀληθινή εὐτυχία.
Αὐτές οἱ ἀντιλήψεις ἴσως εἶναι δικαιολογημένες γιά τίς δυτικές κοινωνίες πού γνώρισαν τήν Ἱερά Ἐξέταση ἤ τήν αὐστηρότητα τῆς προτεσταντικῆς ἠθικῆς. Γιά τήν δική μας ὅμως ζωή καί κοινωνία, δέν δικαιολογοῦνται. Ὁ Ἕλληνας πού γνωρίζει τί πιστεύει, δέν μπορεῖ παρά νά ἀπορρίψει τήν διαστρέβλωση γιά τόν τρόπο ζωῆς πού δῆθεν προβάλλει καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὅσο κι ἄν ἡ προπαγάνδα ἐπιμένει περί τοῦ ἀντιθέτου, ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί παράδοση μᾶς καλεῖ νά ξαναβροῦμε τήν ἱερότητα σέ κάθε κίνησή μας, σέ κάθε σχέση μας, στήν στάση ζωῆς μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου, τοῦ πλησίον, τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὄχι γιατί φοβόμαστε ἤ εἴμαστε ἀντίθετοι στήν πρόοδο ἤ στήν ἔνταξη στίς σύγχρονες κοινωνίες δυτικοῦ τύπου. Ἀλλά γιατί γνωρίζουμε ὅτι τό μυστήριο τῆς εὐτυχίας βρίσκεται στήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν πλησίον, μία κοινωνία ἀγάπης καί ἐλευθερίας, πού ὁρίζεται καί μέσα ἀπό τούς θεσμούς. Καί ἄν δέν σεβόμαστε τήν ἱερότητα αὐτῆς τῆς κοινωνίας, δέν μποροῦμε νά εὐτυχήσουμε, ὅσες γνώσεις καί ἄν ἀποκτήσουμε, ὅσα χρήματα καί ἄν ἔχουμε, ὅσες ἀπολαύσεις καί ἄν γευθοῦμε, ὅσες ἐπιθυμἰες μας καί ἄν πραγματοποιήσουμε.
Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά ἐπισημάνουμε καί κάτι ἄλλο. Ἡ ἀπο-ϊεροποίηση σήμερα ἔχει ἀλλοτριώσει ἐπικίνδυνα τίς ἀνθρώπινες σχέσεις, κυρίως τίς διαφυλικές. Ἀγόρια καί κορίτσια, ἄνδρες καί γυναῖκες, θεωροῦν δικαίωμά τους νά ἔχουν ὅσες σχέσεις ἐπιθυμοῦν, γιατί ταυτίζουν τήν ἔννοια τοῦ ἔρωτα μέ τήν σαρκική ἀπόλαυση. Αὐτή ἡ νοοτροπία ἔχει ὁδηγήσει σέ κρίση καί τόν θεσμό τῆς οἰκογένειας, διότι ἡ πιστότητα τοῦ ἑνός συντρόφου στόν ἄλλο θεωρεῖται -οὔτε λίγο οὔτε πολύ- ξεπερασμένη ἀντίληψη. Ὅποιος παρακολουθήσει τίς διάφορες τηλεοπτικές σειρές, θά διαπιστώσει τήν ἀσυδοσία πού προβάλλεται ὡς κανόνας στίς διαφυλικές σχέσεις καί τό γεγονός ὅτι τά πάντα θεωροῦνται δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἀπο-ϊεροποίηση ἔχει νά κάμει καί μέ τόν τρόπο πού ὁ ἄνθρωπος βλέπει τό σῶμα του. Οἱ θρησκεῖες λειτουργοῦν συνήθως ἀπορριπτικά ὡς πρός τό σῶμα. Τό θεωροῦν ὡς πηγή ἐπιθυμιῶν, ἡ ἱκανοποίηση τῶν ὁποίων ἐξοργίζει τίς ὅποιες θεότητες. Γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος, βιώνοντας σήμερα τό μήνυμα τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπό τήν ἱερότητα, θεωρεῖ ὅτι τό σῶμα τοῦ ἀνήκει, ὅτι ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν καί ἐπιθυμιῶν ἀποτελεῖ δικαίωμά του, καί ὅτι κέντρο τῆς ζωῆς εἶναι ὁ ἑαυτός μας. Ἑπομένως, οἱ διαπροσωπικές σχέσεις πρέπει νά ὑπηρετοῦν τό δικαίωμα τοῦ ἑαυτοῦ μας νά εἶναι ἱκανοποιημένος, πρωτίστως σωματικά καί, ἐἀν εἶναι ἐφικτό, καί κοινωνικά ἤ ψυχικά.
Γι’αὐτό καί ὁ πολιτισμός μας σήμερα ἔχει θεοποιήσει τό ἀνθρώπινο σῶμα. Τό ἔχει μάλιστα ταυτίσει μέ τήν κατανάλωση. Ὅλες οἱ διαφημίσεις στηρίζουν στό γυμνό ἀνθρώπινο σῶμα τήν προβολή τοῦ διαφημιζόμενου προϊόντος. Τά εἴδη πού συμβάλλουν στήν ὀμορφιά, τόν καλλωπισμό, στήν συμμόρφωση τοῦ σώματος μέ τά αἰσθητικά πρότυπα τῆς ἐποχῆς, στηρίζουν ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς καταναλωτικῆς ἀγορᾶς. Οἱ δίαιτες, οἱ πλαστικές χειρουργικές ἐπεμβάσεις, ἡ διόρθωση τῶν τυχόν σωματικῶν ἀτελειῶν, θεωροῦνται ὡς κατακτήσεις γιά τἠν ἐποχή μας. Παράλληλα, ἡ τέχνη, ἰδίως αὐτή τῆς εἰκόνας, μᾶς καλεῖ νά δοῦμε τό σῶμα ὡς πηγή εὐτυχίας καί τόν ἔρωτα ὡς ἀπρόσωπη ἱκανοποίηση τῆς ἐπιθυμίας νά διαθέσουμε ἐλεύθερα τό σῶμα πρός ἡδονήν.
Τί ἀπαντᾶμε, λοιπόν, ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόσο στήν ἀντιμετώπιση τοῦ σώματος ὡς ἀφορμῆς γιά ἐνοχή, ὅσο καί στήν ἀντίληψη περί τοῦ δικαιώματός μας τό σῶμα νά εἶναι τό κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός μας;
Ἑμεῖς μιλοῦμε καί πάλι γιά τήν ἱερότητα τοῦ σώματος. Τό σῶμα εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τά μέλη του εἶναι μέλη Χριστοῦ (Α’ Κορινθ. 6, 15-20). Αὐτό σημαίνει ὅτι μᾶς δόθηκε ἀπό τό Θεό γιά νά σωθεῖ καί αὐτό καί ὄχι μόνο ἡ ψυχή. Γι’ αὐτό καί στήν ὀρθόδοξη θεολογία μιλοῦμε γιά ἐσχατολογία, δηλαδή γιά τήν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Δέν εἶναι τέλειος ὁ Παράδεισος γιά τήν ψυχή χωρίς τό σῶμα. Χωρίς τήν ἀνάσταση καί τοῦ σώματος ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά κοινωνήσει τέλεια μέ τό Θεό. Γιατί καί τό σῶμα δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό, ὄχι μόνο ἡ ψυχή. Γι’αὐτό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἁγιάζει καί τό ἀνθρώπινο σῶμα, καθιστώντας το ναό, σπίτι δηλαδή, τόπο κατοικίας τοῦ Θεοῦ. Ἄρα, γιά τήν Ὀρθοδοξία τό σῶμα εἶναι ἱερό καί, ἐάν θέλουμε νά εἴμαστε πραγματικά πιστοί, ὀφείλουμε νά τό σεβόμαστε.
Ἡ ἱερότητα τοῦ σώματος ὁδηγεῖ στήν ἱερότητα τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων. Στήν μονομερῆ θεώρηση τοῦ ἔρωτα ὡς σαρκικῆς ἱκανοποιήσεως, ἡ Ἐκκλησία ἀντιτάσσει τήν ὁλοκληρωμένη, ψυχοσωματική κοινωνία μεταξύ τῶν προσώπων, τήν ὁποία καί ἐπευλογεῖ κατά τό μυστήριο τοῦ Γάμου. Καί δηλώνει ὅτι ὁ Θεός ἑνώνει τά δύο πρόσωπα «εἰς σάρκα μίαν» (Γένεσις, 2, 24) καί «οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω» (Ἀκολουθία τοῦ Γάμου). Αὐτό σημαίνει ὅτι τελικά, δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε γιά γνήσιες ἀνθρώπινες σχέσεις χωρίς τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὅτι δέν εἶναι δικαίωμά μας νά χρησιμοποιοῦμε τό σῶμα μας, ὅπως θέλουμε, γιατί καί αὐτό εἶναι ἱερό. Ὅπως ἀγωνιζόμαστε γιά νά μήν ἁμαρτάνει ἡ ψυχή μας, ἔτσι ἀγωνιζόμαστε γιά νά μήν ἁμαρτάνει καί τό σῶμα μας.
Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ αὐτήν τήν θεοποίηση τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὅπως δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ ὅτι τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι πηγή ἐνοχῆς καί ὅτι κάθε χαρά πού τό σῶμα γεύεται εἶναι καταδικαστέα. Γι’ αὐτό βλέπουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τήν τροφή τοῦ ἀνθρώπου. Ἁγιάζει τόν τόπο πού ὁ ἄνθρωπος κατοικεῖ μέ τήν άκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ. Προσεύχεται γιά τήν ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι τίμια, ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀδικεῖ κατ’ αὐτήν τόν συνάνθρωπό του, ὥστε νά μπορεῖ νά ἐξασφαλίζει τά ἀναγκαῖα γιά τήν ἐπιβίωση τῆς ὑπάρξεώς του καί, κατ’ ἐπέκτασιν, καί τοῦ σώματος. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία δέν δέχεται τήν ραθυμία καί τήν τεμπελιά. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι χαρακτηριστικός: «εἰ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδέ ἐσθιέτω» (Β’ Θεσσαλονικεῖς, 3, 10) . Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τόν ἔρωτα μέσα στόν γάμο καί χαίρεται μέ τόν ἐρχομό τῶν παιδιῶν στόν κόσμο, διότι ὁ ἄνθρωπος γίνεται συνδημιουργός μαζί μέ τό Θεό. Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τήν πιστότητα στίς συζυγικές σχέσεις καί ἀρνεῖται τήν μοιχεία, τήν πορνεία, τήν ἀπιστία, διότι παραβιάζουν τήν ἱερότητα τοῦ σώματος.
Ἡ Ἐκκλησία μιλώντας γιά τήν ἱερότητα τοῦ σώματος μᾶς ὑποδεικνύει ὅτι καί τό σῶμα μας, ὅπως καί ὅλος ὁ κόσμος, δέν εἶναι δικό μας, ἀλλά δῶρο τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι καλούμαστε νά λειτουργήσουμε μέ εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό καί ὡς πρός τό σῶμα. Καί τοῦτο ἐκδηλώνεται μέ τήν κατεξοχήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας μας πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν τρόπο τῆς ἀσκήσεως. Ἡ ἄσκηση, ὅπως αὐτή ἐκδηλώνεται μέ τόν μοναχισμό, ἀλλά καί μέ τήν ἐγκράτεια, τή νηστεία, τήν ἐλεημοσύνη, τόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν παθῶν, δέν ἀποσκοπεῖ στήν τιμωρία τοῦ σώματος, στήν στέρηση, γιά νά ἐξευμενισθοῦμε ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄσκηση μᾶς βοηθᾶ νά μήν ἐξαρτηθοῦμε ἀπό τίς ἐπιθυμίες μας καί νά μήν θεοποιήσουμε τό σῶμα μας. Νά ζητήσουμε μέ ἀγάπη καί ἐν ἐλευθερίᾳ ἀπό τόν Θεό νά κατοικήσει καί σ’ αὐτό. Ἡ ἄσκηση τελικά, ἔχει τό νόημα τῆς παραιτήσεως ἀπό τό δικαίωμά μας νά ἀξιοποιήσουμε ὅπως ἐμεῖς θέλουμε τό σῶμα μας. Ἔτσι μποροῦμε νά τό ἀντιπροσφέρουμε στόν Χριστό. Καί γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά κοινωνοῦμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, νά μεταλαμβάνουμε δηλαδή τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, γιά νά γινόμαστε σύσσωμοι καί σύναιμοι μ’ Αὐτόν. Αὐτή εἶναι τελικά καί ἡ πλέον ὕψιστη τιμή πού προσέφερε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο. Νά καταστήσει τό σῶμα μας δικό Του σῶμα, χάρις στήν ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ, τό Πάθος καί τήν Ἁνάστασή Του, ἀλλά καί τήν ἀνάληψη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.
Γιά νά ἐπανέλθουμε στά ἀρχικά ψευδεπίγραφα διλήμματα, ὁ νέος πού πιστεύει στό Χριστό καί θέλει νά ζήσει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, θεωρεῖ τά πάντα ἱερά. Δέν εἶναι «ἐκτός τόπου καί χρόνου», ἀλλά θεωρεῖ τόν Θεό, τόν ἑαυτό του, τόν συνάνθρωπο καί τόν κόσμο μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία. Ἀντιμετωπίζει κριτικά τόν σύγχρονο πολιτισμό. Δέν ἀρνεῖται τήν γνώση καί τήν πρόοδο, οὔτε τήν χαρά τῆς ζωῆς. Συνδέει ὅμως τά πάντα μέ τήν πίστη στόν Θεό. Ἀκολουθεῖ στή ζωή του τήν φράση τῆς Θείας Λειτουργίας «τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα». Καί χαίρεται μέ τήν κάθε ἀνθρώπινη σχέση, διότι μπορεῖ νά παραιτηθεῖ ἀπό τό δικαίωμα νά ἀπολαμβάνει, χάριν τῆς ἀγάπης γιά τόν ἄλλο.
Ἐάν κατανοήσουμε αὐτήν τήν σπουδαία πρόταση ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, τότε δέν θά μᾶς φαίνεται παράξενο τό ὅτι οἱ ἱερεῖς διατηροῦν αὐτό τό διαφορετικό τρόπο ἐνδυμασίας καί ἐμφανίσεως, ὄχι γιατί εἶναι αὐθεντίες, ἀλλά διότι δηλώνουν ἔτσι ὅτι κλήθηκαν ἀπό τόν Θεό νά εἶναι μάρτυρες τοῦ τρόπου τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐλευθερίας. Δέν θά μᾶς φαίνεται παράξενο τό νά νηστεύουμε καί νά ἐγκρατευόμαστε, ὄχι γιατί ἡ Ἐκκλησία θέλει νά μᾶς στερήσει τή χαρά, ἀλλά γιατί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο θά βοηθηθοῦμε νά γευθοῦμε τή χαρά τῆς συναντήσεως μέ τό Θεό. Δέν θά τηροῦμε κάποια ἔθιμα ἁπλῶς γιά τό «καλό», ἀλλά θά μποροῦμε νά βλέπουμε ὅτι καί μέσω αὐτῶν κρατᾶμε τόν πολιτισμό μας, τίς παραδόσεις, τήν ἱστορία μας, ἀλλά καί τίς ἀξίες πού μᾶς ἑνώνουν μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Καί θά μποροῦμε νά λειτουργοῦμε μέ βάση τήν εὐγένεια στήν συμπεριφορά, τόν σεβασμό πρός τούς ἄλλους, μεγαλύτερους καί μικρότερους, τό περιβάλλον καί τή ζωή, γιά νά μπορέσουμε τελικά νά προκαλοῦμε γνήσια χαρά καί νά μήν θλίβουμε τόν πλησίον μας γιά νά ἐπιδειχθοῦμε ὡς δῆθεν ἀπελευθερωμένοι καί ἀνώτεροι.
Μέ τίς σκέψεις αὐτές ἐπιθυμῶ νά σᾶς εὐχαριστήσω ἐκ βάθους ψυχῆς γιά τήν ἐκ νέου ἀνταπόκρισή σας στήν πρόσκληση ἀγάπης τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας καί νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας καλή κι εὐλογημένη χρονιά καί κάθε πρόοδο! Καλῶς ὁρίσατε!
Κέρκυρα, 4 Ἰανουαρίου 2006