Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου στό Δ’ Ἱερατικό Συνέδριο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως
Ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί,
Τό πρῶτο κήρυγμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε ἡ μετάνοια. Ἀμέσως μετά τήν Βάπτισή Του καί μετά τήν πνευματική Του δοκιμασία στήν ἔρημο, ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ διῆλθε τήν γῆ Ζαβουλών καί τήν γῆ Νεφθαλείμ, τόν λαό τόν καθήμενο ἐν σκότει καί σκιᾶ θανάτου, ἐκήρυξε μέ τόν προδρομικό λόγο: «Μετανοεῖτε. ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. 4, 12-17). Σέ κόσμο ἀνάλογο μέ τόν τότε ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε καί σήμερα. Καθήμενο στό σκότος τῆς εἰδωλολατρίας τοῦ χρήματος, τῆς δυνάμεως καί τῆς ἐξουσίας, τῆς φιληδονίας, τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ, παραδομένο στήν σκιά τοῦ θανάτου τῆς ἁμαρτίας καί τῆς κυριαρχίας τοῦ κακοῦ διά τῆς ἀδικίας, τοῦ μίσους, τοῦ πολέμου, ἀλλά καί τῆς ἀπώλειας τῆς συνειδήσεως τῆς αἰωνιότητας στήν καθημερινή μας ζωή. Γι’ αὐτό καί μία ἀπό τίς κύριες ἀποστολές τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθεῖ νά εἶναι τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί τῆς ἐπιστροφῆς στόν τρόπο καί τό ἦθος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Τί σημαίνει, ὅμως, μετάνοια στή γλώσσα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας; Στήν ἐκκλησιαστική καθημερινότητά μας ἡ λέξη αὐτή περιγράφεται ὡς μεταμέλεια γιά τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας. Ὡς ἡ κίνηση ἐκείνη πού συνεπάγεται τήν τακτοποίηση τῶν ἐνοχῶν μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον μας. Ὡς ἡ εὕρεση ψυχολογικῆς ἀνακουφίσεως, προκειμένου νά ἀνθέξουμε στά προβλήματα καί τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας. Ἄλλοι, ἴσως καί οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς, τήν ἐκλαμβάνουμε ὡς ἕνα κατάλοιπο τοῦ παρελθόντος, μία συνήθεια ἡ ὁποία συνοδεύει τήν χριστιανική ζωή κατά τίς περιόδους τῶν μεγάλων ἑορτῶν. Τήν ὀνομάζουμε «ἕνα ἀπό τά ἑπτά μυστήρια τῆς πίστεως», τό ὁποῖο ἀκολουθεῖ ἕνα συγκεκριμένο τυπικό, ἐπαναλαμβάνεται καί δίδει στόν χριστιανό τήν αἴσθηση ὅτι ἥσυχος πλέον, μπορεῖ νά συμμετέχει στή θεία Εὐχαριστία.
Χωρίς νά ἀρνούμαστε αὐτές τίς πτυχές τῆς μετανοίας, θά θέλαμε νά ἐμβαθύνουμε στήν οὐσία τῆς ἐννοίας. «Μετανοῶ» σημαίνει πρωτίστως ἀλλάζω νοῦ, τρόπο σκέψεως, ζωῆς, βιώματος. Προσανατολίζω τήν ζωή μου ἀπό τό «ἐγώ μου», τό θέλημά μου, τόν ἑαυτό μου, στή ζωή τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, πού συνίσταται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη καί τήν δικαιοσύνη Του, τήν κοινωνία μέ τόν Ἴδιο καί τόν πλησίον, τήν ἔνταξή μου στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία καθίσταται προτεραιότητα τῆς ὑπάρξεώς μου.
Ἡ μετάνοια εἶναι μία ὑπαρξιακή κατάσταση, κίνηση ὀντολογικῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στόν Δημιουργό Του, ἡ ὁποία πραγματώνεται στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κατεξοχήν φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐν τῶ κόσμῳ καί ἐν τῆ Ἱστορίᾳ. Εἶναι, μάλιστα, μυστήριο μέγα ἡ μετάνοια, διότι πρόκειται στήν οὐσία γιά ἀποδοχή ἀπό τόν ἄνθρωπο τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ γιά ἐπιστροφή κοντά Του, γιά ὑπέρβαση τῆς ἀνθρωπίνης πτώσεως, τῆς ἀποτυχίας δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου νά ἀγαπήσει τόν Θεό καί τόν πλησίον, καί ἀποτελεῖ ἀντίσταση τοῦ ἀνθρώπου στήν αὐτοθεοποίησή του.
Ἡ μετάνοια εἶναι Χριστοκεντρική κατάσταση. Στόν κόσμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βλέπουμε πολλές φορές ὁ Θεός νά ἀποστέλλει τούς προφῆτες Του στό λαό τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά καί ἀλλοῦ, ὅπως τόν Ἰωνᾶ στούς Νινευίτες. Ἡ μετάνοια ὅμως δέν εἶναι μόνιμη κατάσταση, δέν εἶναι παναθρώπινη, καί, κυρίως, δέν σώζει αἰωνίως. Διότι ἡ μετάνοια τῶν ἀνθρώπων ἄλλαζε τήν σχέση τους μέ τόν Θεό, τούς συμφιλίωνε μαζί Του, ἀλλά δέν τούς ἔσωζε. Ὁ ἄνθρωπος παρέμενε πνευματικά νεκρός ἔναντι τοῦ Θεοῦ, καθότι δέν εἶχε ἔρθει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί ὁ μεταθανάτιος τόπος τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ Ἅδης. Ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ἡ σωτήριος δράση Του καί κυρίως τό ἐκούσιο Πάθος, ἡ εἰς Ἅδου κάθοδός Του, τό κήρυγμα τῆς μετανοίας καί τοῦ ἐρχομοῦ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν ὄχι μόνο στήν ἐπίγεια ζωή, ἀλλά καί στήν μεταθανάτια, καί ἡ τριήμερος Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μας ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν πληρότητα τῆς ἐπιστροφῆς του στό Θεό. Ἡ σχέση μας πλέον μέ τόν Ἰησοῦ καθιστᾶ τήν μετάνοια ὄχι ἁπλῶς βελτιωτική τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ἀλλά μεταμορφωτική κατάσταση, ἡ ὁποία ἀπαλλάσσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν πνευματικό θάνατο καί τοῦ δίδει τήν χαρά ἐν τῶ νῦν καί ἐν τῶ μέλλοντι αἰῶνι.
Ἡ μετάνοια εἶναι Ἁγιοπνευματική κατάσταση. Ὁ ἄνθρωπος γεύεται τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ὄχι ἁπλῶς ἐξαλείφει τίς ἁμαρτίες, ἀλλά τοῦ δίδει τά χαρίσματα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23). Γι’ αὐτό καί ὁ μετανοῶν ἄνθρωπος σταυρώνει τήν σάρκα του, μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες του, μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν παρέχεται μόνο κατά τήν ὥρα τελέσεως τοῦ μυστηρίου. Δίδεται στόν ἄνθρωπο ἀπό τήν στιγμή τῆς εἰσόδου του στήν Ἐκκλησία μέ τά μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος καί ἐπαφίεται στόν ἄνθρωπο νά τήν κρατήσει ἐνεργή στή ζωή του, ἀνανεώνοντας τήν δύναμή της καί μέ τό μυστήριο τῆς μετανοίας.
Ἑπομένως, ἡ μετάνοια εἶναι καί ἐκκλησιοκεντρική κατάσταση. Δέν πρόκειται γιά ἁπλή μεταμέλεια καί ἀναγνώριση τῶν σφαλμάτων μας, ἀλλά γιά διάθεση ἐπανόδου στήν Ἐκκλησία, στήν Θεία Εὐχαριστία, στήν φανέρωση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ εἶναι χαρακτηριστική. Ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀσώτου δέν εἶναι μόνο τό γεγονός τῆς διασκορπίσεως τῆς πατρικῆς οὐσίας. Εἶναι κυρίως τό γεγονός ὅτι «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν» (Λουκ. 15, 13), ὅτι ἐγκατέλειψε τόν οἶκο τοῦ Πατέρα του. Γι’ αὐτό καί ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του τόν ὁδηγεῖ στήν ἐπιστροφή στόν οἶκο τοῦ Πατέρα, δηλαδή στήν Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ ἀναγνώριση ἀπό τόν Ἄσωτο ὅτι μόνο στήν πατρική οἰκία ζεῖ τήν τιμή τῆς ἀγάπης, λαμβάνει τόν ἄρτο τῆς ζωῆς, βρίσκει τό ἀληθινό του πρόσωπο. Καί γι’ αὐτό ὁ Πατέρας, βλέποντάς τον νά ἐπιστρέφει, τοῦ ἀποδίδει ὅλα ὅσα ἐγκατέλειψε καί καλεῖ σέ γιορτή ὅλη τήν Ἐκκλησία, καί τήν στρατευομένη καί τήν θριαμβεύουσα. «Χαρά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15, 10).
Ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς μετάνοιας εἶναι ἡ συγκατάθεση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, δηλαδή ἡ ἐλευθερία μας. «Ὑμεῖς γάρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί . μόνον μή τήν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμήν τῆ σαρκί, ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις» [Ὁ Θεός, λοιπόν, ἀδελφοί μου, σᾶς κάλεσε γιά νά ζήσετε ἐλεύθεροι. Μόνο νά μή γίνει ἡ ἐλευθερία ἀφορμή γιά ἁμαρτωλή διαγωγή, ἀλλά μἐ ἀγάπη νά ὑπηρετεῖτε ο ἓνας τόν ἂλλο Γαλ. 5,13]. Ἡ μετάνοια δέν ἐπιβάλλεται. Ἐπιλέγεται ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος διαπιστώνει ὅτι ἡ ἁμαρτία του δέν ἔγκειται ἁπλῶς στήν παραβίαση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κατανοεῖ ὅτι ὅλος ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του κεῖται ἐν τῶ πονηρῶ, ἀκόμη κι ἄν ὁ ἴδιος δέν τό ἐπιθυμεῖ. Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι συγκλονιστικός: «Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω. εἰ δέ ὅ οὐ θέλω ἐγώ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγώ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ’ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοί ἁμαρτία. Εὑρίσκω ἄρα τόν νόμον τῶ θέλοντι ἐμοί ποιεῖν τό καλόν, ὅτι ἐμοί τό κακόν παράκειται . συνήδομαι γάρ τῶ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δέ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῶ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῶ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῶ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος . τίς μέ ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; εὐχαριστῶ τῶ Θεῶ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Ἄρα οὖν αὐτός ἐγώ τῶ μέν νοϊ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῆ δέ σαρκί νόμῳ ἁμαρτίας» [Ἔτσι, δέν κάνω τό καλό πού θά ‘θελα, ἀλλά ὑπηρετῶ τό κακό, πού δέν τό θέλω. Ἄν ὅμως κάνω αὐτό πού δέν θέλω, τότε τήν πράξη μου δέν τήν καθορίζω πιά ἐγώ, ἀλλά ἡ ἁμαρτία, πού ἔχει θρονιαστεῖ μέσα μου. Συνεπῶς, ἡ πείρα δείχνει ὅτι, ἐνῶ θέλω νά κάνω τό καλό, οἱ πράξεις μου δείχνουν πώς κάνω τό κακό. Ἐσωτερικά συμφωνῶ καί χαίρομαι μέ ὅσα λέει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Διαπιστώνω ὅμως πώς ἡ πράξη μου ἀκολουθεῖ ἕναν ἄλλο νόμο, πού ἀντιστρατεύεται τό νόμο μέ τόν ὁποῖο συμφωνεῖ ἡ συνείδησή μου: εἶναι ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας πού κυριαρχεῖ στήν ὕπαρξή μου καί μέ κάνει αἰχμάλωτό της. Τί δυστυχισμένος, ἀληθινά, πού εἶμαι! Ποιός μπορεῖ νά μέ λυτρώσει ἀπό τήν ὕπαρξη αὐτή, πού ἔχει ὑποταχτεῖ στό θάντο; Ἄς εὐχαριστήσουμε τό Θεό πού τό ἔκανε αὐτό μέ τό σωτήριο ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄρα, ἐγώ ὁ ἴδιος, ἐνῶ συμφωνῶ θεωρητικά μέ τό νόμο τοῦ Θεοῦ, στήν πράξη εἶμαι ὑποταγμένος στό νόμο τῆς ἁμαρτίας Ρωμ. 7, 19 -25].
Ὅλη αὐτή ἡ κατάσταση μᾶς καθιστᾶ ἀνήμπορους νά ἀποτινάξουμε τόν ζυγό τῆς ἁμαρτίας. Ζοῦμε συνεχῶς τόν πνευματικό θάνατο. Ὁ Χριστός, ὅμως, μᾶς βοηθᾶ. Χρειάζεται, βεβαίως, καί ἐμεῖς νά κάνουμε τήν κίνηση τῆς ἐπιστροφῆς σ’ Αὐτόν. Καί ὁ Κύριος, βλέποντας τήν προαίρεση καί τήν ἐπιλογή μας, θά μᾶς βοηθήσει στόν ἀγῶνα τῆς μετανοίας. Γι’ αὐτό καί ἡ μετάνοια δέν εἶναι ἁπλῶς στιγμιαία μεταμέλεια γιά τίς ἁμαρτωλές μας σκέψεις, ἐπιθυμίες, πράξεις, οὔτε ὁλοκληρώνεται τήν στιγμή τελέσεως τοῦ μυστηρίου. Συνεχίζεται καθόλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς μας, διότι οὐδείς μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά ἀναμαρτησία. Καί γι’ αὐτό ἡ συμμετοχή μας στήν Θεία Κοινωνία, μετά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως δέν ἔχει τό νόημα τῆς ἐπιβραβεύσεώς μας γιά τήν μετάνοια καί δέν ἀποτελεῖ ἔνδειξη τῆς πνευματικῆς μας καθαρότητος, ἀλλά ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς κοινωνίας μας μέ τόν Θεό καί τόν πλησίον διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς σώζει. «Κύριε, ἁμαρτάνων οὐ παύομαι, φιλανθρωπίας ἀξιούμενος, οὐ γινώσκω . νίκησόν μου τήν πώρωσιν, μόνε Ἀγαθέ, καί ἐλέησόν με» (Ἀπόστιχο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς σέ ἦχο πλάγιο Α’).
Ἡ Ἐκκλησία μας, ἑπομένως, συνιστᾶ τήν συμμετοχή μας στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως ὄχι ἁπλῶς γιά νά ὁμολογήσουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ πατέρα τίς ἁμαρτίες μας καί νά διαγραφοῦν αὐτές ἀπό τό οὐράνιο ποινολόγιο. Διότι οἱ ἁμαρτίες μας θά ἐπαναληφθοῦν, καθότι ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση μας πάσχει ἀπό τήν πτώση. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά μετανοοῦμε καί νά ἐξομολογούμαστε γιά νά ἀποφύγουμε τήν πώρωση τῆς καρδιᾶς μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ἐκζητοῦμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐπιστρέφοντας ἔτσι στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἡ μετάνοια συνεπάγεται καί τήν ἄσκηση, τόν πνευματικό ἀγῶνα, τήν ἐκζήτηση τοῦ Θεοῦ ὡς κύριας προτεραιότητας στή ζωή μας. Κάθε ἁμαρτία μᾶς χωρίζει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, διότι δέν εἶναι ἁπλῶς παραβίαση τῶν ἐντολῶν ἤ τοῦ νόμου Του, ἀλλά ἀποτελεῖ δήλωση κυριαρχίας τοῦ δικοῦ μας σαρκικοῦ θελήματος καί τῆς ροπῆς μας νά αὐτοθεοποιούμεθα. Ἑπομένως, ἀσκούμενοι, ἐγκρατευόμενοι, προσευχόμενοι, δέν καλλιεργοῦμε ἁπλῶς τίς ἀρετές, ἀλλά δηλώνουμε στό Θεό τήν ἐπιθυμία μας νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τό θέλημά Του καί αὐτό ὄχι ἀπό φόβο γιά τήν αἰώνια κόλαση ἤ γιά νά ἀνταμειφθοῦμε μέ τόν Παράδεισο. Τό ὡραιότερο κίνητρο στήν πνευματική ζωή εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ἐπιθυμία μας νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν ἀναγνωρίζουμε ὡς Πατέρα, στόν Ὁποῖο ἐλεύθερα ὑπακούουμε καί χαιρόμαστε τήν κοινωνία μαζί Του.
Ἡ ζωή τῆς μετανοίας, ἡ ζωή δηλαδή μέ τό Θεό, ἔχει προσωπικό χαρακτήρα. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἴμαστε πρόσωπα καί γι’αὐτό τά μυστήρια δέν μποροῦν νά ἔχουν μαζικό χαρακτήρα ἤ νά καθίστανται ἀτομοκεντρικά καί ἀπρόσωπα. Γι’ αὐτό καί διαφέρουμε ὡς πρός τόν χαρακτήρα τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθοδοξία στό μυστήριο τονίζει τήν σημασία τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, ὁ ὁποῖος κοιτᾶ κατά πρόσωπον τόν πιστό πού μετανοεῖ, ἀναπτύσσει μαζί του σχέση πνευματική, προσεύχεται γι’ αὐτόν προσωπικά καί τόν χειραγωγεῖ εἰς Χριστόν, τόν ὁδηγεῖ δηλαδή μέ τόν λόγο του, τό βίωμά του, τήν ἀγάπη του στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τήν Ἐκκλησία.
Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι προσωπική. Τό ἴδιο καί ἡ ἐπιστροφή του στό Θεό. Καί ἡ Ἐκκλησία ἀπαρτίζεται ἀπό πεπτωκότας καί ἐπιστρέφοντας ἀνθρώπους. Ταυτοχρόνως, συνυπάρχουν οἱ δύο ἰδιότητες σέ κάθε μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, τίς ἁμαρτίες μας ὁ Θεός τίς γνωρίζει καί ὁ καθένας μας προσωπικά. Ἴσως κάποιες ἀπό αὐτές καί τό στενό περιβάλλον μας. Κάθε φορά ὅμως πού ἐπιστρέφουμε στήν Ἐκκλησία, ἡ χαρά γιά τήν μετάνοια ἀγγίζει καί τό Θεό καί τούς Ἀγγέλους καί τούς Ἁγίους καί τούς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό καί ἡ μετάνοια ὑπερβαίνει τήν ἐνοχή, τίς τύψεις καί τήν ντροπή. Γι’ αὐτό καί ὅλοι τήν ἔχουμε ἀνάγκη.
Ὁ πνευματικός πατέρας δέν εἶναι ψυχοθεραπευτής καί ψυχολόγος. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑποβαθμίζει τήν γνώση πού ἔχουν προσφέρει στόν ἄνθρωπο οἱ ἐπιστῆμες τῆς Ψυχολογίας καί τῆς Ψυχιατρικῆς. Ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τήν γνώση αὐτή, ὅπως καί κάθε ἄλλη, ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ, γιά νά κατανοήσει τόν ἄνθρωπο καλύτερα. Γνωρίζει ὅμως ἀπό τήν ἐμπειρία της ὅτι τήν ἁμαρτία θεραπεύει πρωτίστως ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ πνευματικός ἀγώνας καί ἡ ἄσκηση βοηθοῦν στήν καλλιέργεια τῆς μετανοίας. Ἡ γνώση βοηθᾶ στήν συμβουλευτική, τήν ποιμαντική τοῦ ἀνθρώπου, καθότι ζοῦμε στόν χρόνο καί τήν καθημερινότητα. Ἐπίσης, δέν εἶναι ὅλες οἱ καταστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως ἀποτελέσματα συγκεκριμένων ἁμαρτιῶν. Ὅπως ἡ σωματική ὑγεία χρειάζεται τήν ὑποστήριξη τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, ἔτσι καί ἡ ψυχική, σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, χρειάζεται τήν βοήθεια τῆς Ψυχολογίας καί τῆς Ψυχιατρικῆς. Δέν ἀποτελεῖ τό μυστήριο τῆς μετανοίας πανάκεια γιά ὅλα τά ἀνθρώπινα προβλήματα. Ἡ Ψυχολογία καί ἡ Ψυχατρική, βεβαίως, δέν θεραπεύουν τήν ἁμαρτία, ἀλλά συμβάλλουν στήν ἀντιμετώπιση τῶν ψυχολογικῶν προβλημάτων ἤ διαταραχῶν τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ πνευματικός ὀφείλει νά μήν ἀναλαμβάνει εύθύνες περισσότερες ἀπό αὐτές πού τοῦ ἀναλογοῦν, ἀλλά νά παραπέμπει σέ εἰδικούς τούς ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν μόνο πνευματικό πρόβλημα.
Ὁ πνευματικός πατέρας ἔχει ὡς ὁδηγό του τήν ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί τούς Ἱεροῦς Κανόνες. Οἱ κανόνες ἀποτελοῦν τούς ὁδοδεῖκτες ἐκείνους πού βοηθοῦν στήν διάκριση τῆς ἁμαρτίας τόσο ὡς γενικῆς καταστάσεως τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ὅσο καί στίς ἐπί μέρους φανερώσεις της. Οἱ κανόνες ἀποτελοῦν φάρμακα πνευματικά γιά τήν θεραπεία τοῦ πεπτωκότος καί ἐπιστρέφοντος ἀνθρώπου. Δέν πρέπει νά γίνονται ἀφορμή ὥστε ὁ μετανοῶν ἄνθρωπος νά φοβᾶται νά ἐπιστρέψει στό Θεό καί τήν Ἐκκλησία, ἀλλά διά τῆς ἐξατομικεύσεως τῆς ποιμαντικῆς, τῆς προσευχῆς, τῆς διακρίσεως καί τῆς ἀγάπης, νά βοηθοῦν τόν μετανοοῦντα νά κατανοήσει τήν κατάστασή του καί, κυρίως, νά συναισθανθεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐξάντληση τοῦ γράμματος τοῦ νόμου καί ἡ ἄρνηση τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς οἰκονομίας ἀποτελοῦν παραβίαση τοῦ πνεύματος τῆς πατρότητας, πού πρῶτος ὁ Θεός δείχνει στόν καθέναν ἀπό ἐμᾶς.
Αὐτό δέν συνεπάγεται τήν ἀμνήστευση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἁμαρτωλός ὅμως δέν πρέπει νά ἐξουθενώνεται. Καί εἶναι ἀνάγκη, ἰδιατέρως τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου τό νά βρεῖ πατρότητα, παρηγοριά, ἀγάπη, στήριξη ἀπό τόν πνευματικό. Αὐτό δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ χωρίς διάλογο. Καί ὁ διάλογος ἀπαιτεῖ χρόνο. Γι’ αὐτό καί ἡ ἁπλή ἀνάγνωση τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς, καίτοι δηλώνει τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, ἔστω καί κατά τι ἀναγνωρίζει τήν ἁμαρτωλότητά του, δέν ἀρκεῖ. Ὁ ἐπιστρέφων ἄνθρωπος, ὀφείλει νά εἶναι καί μετανοῶν. Γι’ αὐτό καί ὁ πνευματικός πατέρας, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι μόνο ἐξομολόγος, ἀλλά καί παιδαγωγός εἰς Χριστόν, ὀφείλει νά συζητᾶ μέ τά παιδιά του, νά μεταφέρει τά μηνύματα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν σ’ αὐτά καί νά τά ὁδηγεῖ σέ μετάνοια.
Παραλλήλως, ὁ πνευματικός πατέρας ὀφείλει νά καλλιεργεῖ τό πνεῦμα τῆς κατά Θεόν ἐλευθερίας. Μία ἀπό τίς μή ὑγιεῖς καταστάσεις πού συνοδεύουν τό μυστήριο τῆς μετανοίας σήμερα εἶναι καί ὁ λεγόμενος «γεροντισμός», ὅπου οἱ πνευματικοί πατέρες δέν ἀποσκοποῦν στό νά ὁδηγήσουν τά παιδιά τους στήν ἀνάληψη τῆς εὐθύνης γιά τήν πνευματική τους ζωή καί στή σύνδεσή τους μέ τό Χριστό καί τήν Ἑκκλησία, ἀλλά τά συνδέουν μέ τό πρόσωπό τους καί μόνο. Τά ὑποτάσσουν στό δικό τους θέλημα, μέ τήν πρόφαση ὅτι αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀρνοῦνται στήν πράξη νά τά καθοδηγήσουν στήν ὀντολογία, τήν χριστοκεντρικότητα, τήν ἁγιοπνευματικότητα καί τήν ἐκκλησιαστικότητα τῆς μετανοίας. Δημιουργοῦν ἔτσι ὁπαδούς καί ὄχι προσωπικότητες πού ἀγωνίζονται νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ζήσουν τά μηνύματα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν κάνουν καλό, ἀλλά κακό.
Σ’ αὐτή τήν κατάσταση μεγάλο ρόλο ἔχει διαδραματίσει ἡ σύγχυση τῆς ἔννοιας τῆς ὑπακοῆς στό λόγο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα. Ἡ ὑπακοή εἶναι βασική μοναχική ἀρετή, μαζί μέ τήν ἀκτημοσύνη καί τήν παρθενία. Ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι βασική ἀρετή καί γιά τήν ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ, ὅπως ἐπίσης καί γιά τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὑπακοή ὅμως προϋποθέτει καί γνώση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὁ πνευματικός ὁ ὁποῖος κρατᾶ γιά τόν ἑαυτό του τό μονοπώλιο αὐτῆς τῆς γνώσεως καί δέν ὁδηγεῖ τά πνευματικά του παιδιά σ’ αὐτήν, ὅπως ἐπίσης καί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά νά στραφεῖ ἐναντίον προσώπων καί θεσμῶν, κάνει κατάχρηση τῆς ὑπακοῆς καί ὁδηγεῖ, τελικά, τά πνευματικά του παιδιά στήν ἀνελευθερία καί τήν ἀνευθυνότητα.
«Ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτῶ» (Λουκ. 4, 23). Ἐμεῖς, ἑπομένως, πρῶτοι ἔχουμε ἀνάγκη ἰάσεως καί ἐπιστροφῆς, γιά νά ὁδηγήσουμε τούς ἄλλους στήν ἐπιστροφή. Ἔχουμε ἀνάγκη πνευματικῆς ζωῆς, προσευχῆς, διακρίσεως, ἀγάπης, γνώσεως καί τῶν πειρασμῶν τοῦ διαβόλου, ἀλλά καί τῆς καθημερινότητος τῶν ἀνθρώπων, γιά νά μήν ὁμοιάσουμε μέ τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι «δεσμεύουσι φορτία βαρέα καί δυσβάστακτα καί ἐπιτιθέασιν ἐπί τούς ὥμους τῶν ἀνθρώπων, τῶ δέ δακτύλῳ αὐτῶν ού θέλουσι κινῆσαι αὐτά» (Ματθ. 23, 4). Παραλλήλως, χρειάζεται νά ὁριοθετοῦμε τό θέλημα καί τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά μποροῦμε νά διαλεγόμαστε μέ τούς ἀνθρώπους καί, ἰδιαιτέρως, τούς νέους. Ἡ βίωση ὅμως τῆς πατρότητος ἀποτελεῖ τελικά τό σπουδαιότερο χάρισμα τοῦ κληρικοῦ-πνευματικοῦ, αὐτή πού ἀγαπᾶ καί ταυτοχρόνως ἐλευθερώνει τό πνευματικό τέκνο.
Ἡ μετάνοια δέν ἀποτελεῖ κατάλοιπο τοῦ παρελθόντος, ἀλλά κίνηση ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στήν ὄντως Ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός καί στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπως αὐτή φανερώνεται στήν Ἐκκλησία. Τό κήρυγμα τῆς μετανοίας ἴσως σήμερα νά φαντάζει ἐκτός πραγματικότητος. Ἡ ἐποχή μας, ἄλλωστε, θεοποιεῖ τό δικαίωμα στήν ἁμαρτία καί καθίσταται δέσμια τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἐνίοτε γίνεται αἰώνιος. Ἐμεῖς δέν θά πάψουμε νά ζητοῦμε τήν ἐπιστροφή στό Θεό καί τόν τρόπο τῆς Βασιλείας Του. Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄς τήν καλλιεργοῦμε στή ζωή μας, στόν λόγο μας, στή σχέση μας μέ τούς πιστούς, στήν Ἐνορία, στήν Μονή, παντοῦ. Καί ἄς προτρέπουμε τόν ἑαυτό μας νά εἶναι ταυτοχρόνως μετανοῶν καί ἐπιστρέφων, περισσότερο ἀπό ὅ,τι εἶναι πεπτωκός. Καί ὁ Κύριός μας θά δώσει νά εἰσέλθουμε εἰς τήν χαράν Του.
Κέρκυρα, 4 Σεπτεμβρίου 2006