Εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν & Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου στό 2ο Ἱερατικό Συνέδριο
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ κ. Νικόλαε,
Ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί,
Ὑπάρχουν περιστάσεις κατά τήν διάρκεια τῆς ποιμαντικῆς μας διακονίας κατά τίς ὁποῖες ἀναρωτιόμαστε γιά τό ποιά εἶναι ἡ ἀποστολή μας ὡς κληρικῶν στήν ἐποχή μας. Καί τοῦτο διότι διαπιστώνουμε μία σύγχυση, τόσο μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἴτε μᾶς περιβάλλουν μέ ἀδιαφορία εἴτε ζητοῦν ἀπό ἐμᾶς νά εἴμαστε ὅ,τι δέν εἶναι αὐτοί εἴτε θεωροῦν πώς εἴμαστε ἐκπρόσωποι τῆς παραδοσιακῆς πίστεώς τους, μέ τήν ὁποία ὅμως ἔχουν ἐπικοινωνία μόνο κατά τίς ἑορτές ἤ σέ συγκυριακές περιστάσεις τῆς ζωῆς τους (γάμοι, βαπτίσεις, κηδεῖες, μνημόσυνα).
Δέν εἶναι ὅμως μόνον ἡ στάση τῶν ἀνθρώπων πού προκαλεῖ ἐρωτηματικά σχετικά μέ τήν ἀποστολή μας. Εἶναι καί ἡ ἴδια ἡ ἐσωτερική μας κατάσταση πού μᾶς κάμει νά ἀναλογιζόμαστε τελικῶς τί εἶναι ἡ ἱερωσύνη πού διακονοῦμε, ποῖοι ὀφείλουμε νά εἴμαστε ὡς πρός τόν χαρακτήρα μας καί ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί ἔναντι τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί μέ ποιόν τρόπο θά ἀναζητήσουμε τό γνήσιο πρόσωπό μας στήν Ἐνορία πού διακονοῦμε, στήν Ἱερά Μονή, στήν οἰκογένεια, στήν κοινωνία ὅπου ζοῦμε, κυρίως ὅμως σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν σχέση μας τόσο μέ τήν προϊσταμένη ἀρχή μας πού εἶναι ἡ Ἱερά Μητρόπολις, ἀλλά καί μέ τόν ἑαυτό μας καί τήν ἀποστολή πού ἔχουμε ἀναλάβει.
Ἄν ὁ κάθε πιστός ἔχει ἀποστολή στόν κόσμο νά δώσει μαρτυρία «περί τοῦ φωτός» (Ἰωάν. 1, 8), πόσο μᾶλλον ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς πού ἀξιωθήκαμε τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης καί τῆς διαποιμάνσεως τῆς λογικῆς ποίμνης τοῦ Κυρίου μας! Τοῦτο εἶναι μία ἀρχή πού ὀφείλουμε νά ἒχουμε πάντοτε κατά νοῦν κατά τήν διάρκεια τῆς διακονίας μας. Ἀκόμη καί ἄν ἔχουν περάσει χρόνοι καί καιροί ἀπό τήν στιγμή τῆς χειροτονίας μας, ἄς ἀναβαπτίζουμε τόν ἑαυτό μας στήν σκέψη ὅτι κληθήκαμε ἀπό τόν Θεό νά δώσουμε μαρτυρία γι’ Αὐτόν ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Ὅτι δέν εἴμαστε ὑπάλληλοι μιᾶς ὑπηρεσίας, ἀλλά διάκονοι τοῦ Κυρίου καί ἀπόστολοι τοῦ Εὐαγγελίου Του. Ἄν δέν μᾶς συνέχει αὐτή ἡ αἴσθηση, τότε ἡ ἱερωσύνη θά ἀπενεργοποιεῖται ἐντός ἡμῶν καί δέν θά λειτουργεῖ ὡς φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐν τῶ κόσμῳ, μέ ἀποτέλεσμα στήν καρδιά μας νά ὑπάρχει ἀπογοήτευση καί ἔλλειψη πληρότητος.
Κληθήκαμε ἀπό τόν Θεό νά φανερώνουμε στόν κόσμο καί στόν κάθε πιστό πού συγκαταρθιμεῖται στό ἐπιτραχήλιον μας τό τρισσόν ἀξίωμα τοῦ Κυρίου μας: τό ἱερατικόν, τό βασιλικόν, τό προφητικόν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι πρῶτοι ἐμεῖς ὑπενθυμίζουμε μέ τό ράσο μας, τήν ἱεροπρεπῆ παρουσία μας, τό λειτούργημα, τήν ζωή μας ὅτι σκοπός καί τοῦ κάθε πιστοῦ εἶναι νά μετάσχει καί αὐτός μέ τήν σειρά του στίς δωρεές αὐτές. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ὁδηγοί καί καλούμαστε νά μήν πέσουμε «εἰς βόθυνον» (Ματθ. 15, 14), ἀλλά νά βοηθήσουμε καί τούς ἂλλους νά εἰσέλθουν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ .
Εἴμαστε ἱερεῖς σημαίνει ὅτι προσφέρουμε ὅλο τόν κόσμο στόν Θεό, μέσα ἀπό τήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάθε φορά πού ὑψώνουμε τό ψωμί καί τό κρασί στό «Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» (Θεία Λειτουργία), ὑπενθυμίζουμε τόσο στόν ἑαυτό μας, ὅσο καί στόν λαό μας ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός σκοπός τῆς ὑπάρξεώς μας, νά δοξολογεῖται ὁ Θεός, νά προσφέρεται καθετί σ’ Αὐτόν ὡς ἀντίδωρον εὐγνωμοσύνης γιά τήν πολλή Του ἀγάπη πρός ἡμᾶς, ἀλλά καί νά μετέχουμε στό Σῶμα καί τό Αἷμα Του, «εἰς ἀνάμνησίν Του, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αίώνιον», ἐπειδή Αὐτός μᾶς τό ζήτησε.
Καί τοῦτο ἰδίως σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ ἂνθρωπος ταλαιπωρεῖται περισσότερο ἀπό ἄλλοτε ἀπό τόν ἐγωισμό τῆς παντοδυναμίας του, ἀπό τήν αἴσθηση ὅτι χάρις στήν ἐπιστημονική πρόοδο καί μέ τήν βοήθεια τῆς τεχνολογίας ἒχει λύσει ὅλα τά προβλήματά του καί ὅτι μπορεῖ νά ἀποφασίζει χωρίς τό Θεό ἀκόμη καί γιά τόν θάνατο τόσο τοῦ ἰδίου, ὅσο καί τῶν συνανθρώπων του. Σέ ἕναν τέτοιο κόσμο, ἡ ταπεινή προσφορά τῆς θυσίας καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό ἀποτελεῖ συνεχές χρέος καί βραχίονα τῆς ἱερατικῆς μας ἀποστολῆς.
Εἴμαστε ἱερεῖς σημαίνει ὅτι διακονοῦμε τόν λαό τοῦ Θεοῦ. «Οὐκ ἤλθομεν διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν ἡμῶν λύτρον ἀντί πολλῶν» (Ματθ. 20,28). Τοῦτο σημαίνει ὅτι προτεραιότητα στή ζωή μας δέν εἶναι ὁ ἑαυτός μας, ἀλλά τό ποίμνιό μας. Πλῆθος ἀπό βιοτικές μέριμνες ἐμφανίζεται στή ζωή μας, ἰδίως στόν ἔγγαμο κλῆρο μας, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀγωνιοῦμε καί νά παρασυρόμαστε ἀπό τήν σκέψη ὅτι πρέπει νά ἐξασφαλιστοῦμε καί νά ἐξασφαλίσουμε τούς οἰκείους μας. Ἀλλά καί ὁ πειρασμός τῆς καλοζωίας ὁδηγεῖ ὅλους, ἀγάμους καί ἐγγάμους, στό νά θέτουμε σέ προτεραιότητα τόν ἑαυτό μας καί ὄχι τήν διακονία μας. Τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ὅμως εἶναι σαφές. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ» (Ματθ. 6,33) καί ὅλα θά προστεθοῦν. Ὁ ἀγώνας μας εἶναι νά διακονήσουμε τόν λαό μας, μέ τήν καλλιέργεια τῆς φιλαδελφίας, τῆς ἀγάπης, τῆς συγχωρητικότητας, τῆς ταπεινώσεως καί τίποτε ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά δέν θά μᾶς λείψει.
Σέ μία ἐποχή πού ὁ κόσμος μας ἔχει θεοποιήσει τά δικαιώματά του, ἐμεῖς μέ τήν ζωή μας ὑπενθυμίζουμε αὐτήν τήν ὡραία φράση πού ψάλλουμε κάθε Κυριακή καί στήν νεκρώσιμη ἀκολουθία: «Εὐλογητός εἶ Κύριε, δίδαξόν με τά δικαιώματά σου». Παραιτούμαστε ἀπό τά δικά μας δικαιώματα καί διδάσκουμε τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ, τήν σωτηρία, τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση. Ἐλεοῦμε τόν ἀδελφό μας καί ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στό Θεό, ὁ ὁποῖος δέν θά μᾶς ἀφήσει «νά ὑστερήσουμε εἰς οὐδέν» (Λουκ. 22, 35). Νηστεύουμε καί σωματικά καί πνευματικά, ἀσκούμαστε, προσευχόμαστε ὅσο περισσότερο μποροῦμε «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Θεία Λειτουργία) καί βιώνουμε τό μήνυμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἓκαστος» (Α’ Κορ. 10, 24) .
Εἴμαστε ἱερεῖς σημαίνει ὅτι θέτουμε ὡς πρώτη προτεραιότητά μας τήν κατήχηση τοῦ λαοῦ μας, τήν διδασκαλία, τόν ἐπανευαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων. Τοῦτο σημαίνει ὅτι καλλιεργοῦμε τόν ἐσωτερικό μας κόσμο, ὅτι μελετοῦμε πνευματικά, ὅτι κοπιάζουμε ἐντός ἡμῶν καί μοιραζόμαστε «τόν ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν θησαυρόν ἡμῶν» (Β’ Κορ. 4, 7) μέ τόν λαό πού διαποιμαίνουμε. Καί εἶναι μέσα στήν ἀποστολή μας νά κηρύττουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά ἐνημερώνουμε τό λαό μας γιά τίς ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας, νά κατηχοῦμε τήν νεολαία μας, νά προφυλάττουμε τό ποίμνιό μας ἀπό τίς αἱρέσεις, νά γνωρίζουμε τό βαθύτερο νόημα τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, νά καταγγέλομεν Ἰησοῦν Χριστόν «νουθετοῦντες πάντα ἄνθρωπον καί διδάσκοντες πάντα ἄνθρωπον ἐν πάσῃ σοφίᾳ, ἵνα παραστήσωμεν πάντα ἄνθρωπον τέλειον ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ» (Κολοσ. 1, 28).
Σέ μία ἐποχή πού κυριαρχοῦν οἱ λόγοι τῶν ἀνθρώπων, οἱ εἰκόνες τῆς τηλεοράσεως, τό ἐπουσιῶδες γιά τήν ζωή μας, τό πρότυπο τῆς καταναλώσεως, ὅπου ἡ θρησκεία θεωρεῖται φολκλορικό στοιχεῖο, ὀφείλουμε νά εἴμαστε «φωνή βοῶντος ἐν τῆ ἐρήμω, ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους αὐτοῦ» (Μάρκ. 1, 3), διότι «ἐλήλυθεν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει πνευματικῆ» (Μάρκ. 9,1), νά καταθέτουμε τήν μαρτυρία μας περί τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, νά γνωρίζουμε τά ἀνθρώπινα προβλήματα καί νά προτείνουμε τίς λύσεις πού δίδει ἡ Ἐκκλησία, νά μήν εἴμαστε στό περιθώριο ἀλλά νά ἀναδεικνύουμε τήν πίστη μας ὡς τόν μοναδικό τρόπο τῆς Ἀληθείας, πού δίδει νόημα στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Κι ἄν δέν ἔχουμε δικό μας βίωμα, ἄς καταθέτουμε τό βίωμα τῶν Πατέρων καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀποτελοῦν τήν ἔμπρακτη πραγμάτωση τοῦ Εὐαγγελίου στήν Ἱστορία.
Πῶς ὅμως θά μπορέσουμε νά φανοῦμε ἄξιοι τοῦ χαρίσματος καί τῆς ἀποστολῆς, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία διά τῆς χειροτονίας μᾶς ἀνέθεσε;
Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ κόσμος μας σήμερα συμβιβάζεται πιό εὔκολα ὅταν διαπιστώνει ὅτι ἐμεῖς οἱ κληρικοί δέν ἔχουμε οὔτε τήν διάθεση οὔτε τίς ἱκανότητες νά πραγματοποιήσουμε τήν ἀποστολή μας. Λίγοι εἶναι αὐτοί πού ἔχουν ἀπαιτήσεις ἀπό ἐμᾶς. Οἱ περισσότεροι, καίτοι πιστεύουν στό Θεό καί θρησκεύουν (βεβαίως ἡ πίστη μας δέν εἶναι θρησκεία, ἀλλά ἡ βίωση ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Ἀποκεκαλυμμένου Λόγου τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὁ Κύριός μας), θεωροῦν ὅτι ἡ σχέση τους μέ τούς ἱερεῖς ἐξαντλεῖται στήν ἐπικοινωνία μαζί τους, στήν τέλεση ἀπό τόν κλῆρο τῶν πανηγύρεων καί τῶν λιτανειῶν, στόν ἐκκλησιασμό κατά τίς ἑορτές, ἀλλά καί τέλεση τῶν μυστηρίων καί τῶν ἀκολουθιῶν πού συνδέονται μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς. Στόν τόπο μας μάλιστα, ἐπειδή οἱ ναοί μας ἐκ τῆς Ἱστορίας καί τῆς παραδόσεως τῆς Κερκύρας, διαθέτουν περιουσιακά στοιχεῖα, ἔρχονται σέ ἐπικοινωνία μαζί μας γιά νά διαπραγματευθοῦν γι’ αὐτά, νά τά ὑφαρπάσουν ἤ νά λύσουν τίς ὅποιες διαφορές πού ἔχουν εἴτε μέ ἐμᾶς προσωπικά εἴτε μέ τίς ἐνορίες καί τήν Μητρόπολη.
Καί δέν εἶναι μόνο αὐτά. Λόγω τῆς οἰκονομικῆς αὐτοτελείας πού ὁ κλῆρος διαθέτει, δέν εἴμαστε ἐξαρτημένοι ἀπό τήν σχέση μας μέ τούς ἀνθρώπους, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπουσιάζουμε ἀπό τίς ἐνορίες μας κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἑβδομάδος. Καί ἐπειδή ἔχουμε περιορίσει τά ἱερατικά μας καθήκοντα στήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς καί τελοῦμε ἄλλες ἀκολουθίες ὅποτε ὑπάρχει ἀνάγκη καί μόνο, αἰσθανόμαστε ὅτι μποροῦμε νά ζοῦμε ἐλεύθερα, χωρίς ἔλεγχο, καί νά ἀσχολούμαστε μέ ἄλλα προσωπικά μας ζητήματα ἤ καί «περιπατοῦντες ἀτάκτως, μηδέν ἐργαζόμενοι ἀλλά περιεργαζόμενοι» (Β’ Θεσ. 3,11).
Ἐξάλλου, στήν ἐποχή μας ἔχει συμβεῖ μία μεγάλη ἀλλαγή, τήν ὁποία φαίνεται ὅτι δέν κατανοοῦμε πάντοτε. Παλαιότερα, ἰδίως στίς ἀγροτικές κοινωνίες, ὁ ἱερέας ἤξερε γράμματα καί μαζί μέ τόν δάσκαλο ἦταν οἱ πιό μορφωμένοι ἄνθρωποι ἑνός τόπου, καθώς ὁ περισσότερος λαός ἦταν ἀκαλλιέργητος. Σήμερα, πού ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στέλνουν τά παιδιά τους νά μορφωθοῦν, ἀλλά καί ὑπάρχει τό μεγάλο σχολεῖο τῆς τηλεοράσεως σέ ὅλα τά σπίτια, ἡ δική μας μόρφωση ἔχει παραμείνει στά ἐπίπεδα τῆς παλαιότερης ἐποχῆς, μέ ἀποτέλεσμα ὁ κόσμος νά μᾶς ἔχει ξεπεράσει. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐνῶ χρειάζεται ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο λόγου στήν ἐποχή μας, ἐμεῖς ἤ δέν εἴμαστε σέ θέση νά ὁμιλήσουμε ἤ ἐλάχιστη ἀπήχηση ἔχουμε λόγω τῆς μορφωτικῆς πτωχείας μας.
Βεβαίως, δέν ἀρκεῖ μόνο ἡ μόρφωση γιά νά ὠφελήσει ὁ λόγος μας. Χρειάζεται καί ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ γνήσια σχέση μέ τό Θεό, ἡ συναίσθηση τῆς ἀποστολῆς μας, τό βίωμα, γιά νά εἶναι ὁ λόγος μας οὐσιαστικός. Τό γεγονός ὅμως ὅτι αὐτά εἶναι δωρεές τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ἀποκτῶνται σταδιακά στή ζωή μας, ἐφόσον ἀγωνιζόμαστε πνευματικά, δέν σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά ἔχουμε λόγο. Καί στόν λόγο μᾶς βοηθᾶ ἡ μελέτη τῆς πίστεώς μας, ἡ σπουδή τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Πατέρων καί τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων μας, ἡ ἐμβάθυνση στό περιεχόμενο τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ γνώση τῶν διαφορῶν μας ἀπό τίς αἱρέσεις καί τά ἄλλα δόγματα, ἡ ἀκρόαση ἄλλων πού ἔχουν γνώσεις καί πνευματικά χαρίσματα καί οἱ ὁποῖοι μποροῦν νά μᾶς ὠφελήσουν.
Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν σήμερα νά ἄρουμε τόν Σταυρό τῆς Διακονίας μας καί νά ἀκολουθήσουμε τόν Κύριό μας μέ περισσότερο ζῆλο. Καί χρειάζεται νά καλλιεργήσουμε ὡς κληρικοί τόν ἑαυτό μας, τουλάχιστον σέ ὁρισμένα βασικά στοιχεῖα, ὥστε καί μεγαλύτερη ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς μας νά ἀποκτήσουμε, ὁ χαρακτήρας μας νά ἀλλαγεῖ ἐν Χριστῶ καί ἡ προσωπικότητά μας νά γίνεται περισσότερο φωτεινή διά τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό.
Ἐνδεικτικά θέλουμε νά ἀναφέρουμε μερικά τέτοια στοιχεῖα, γιά τά ὁποῖα παρακαλοῦμε καί προτρέπουμε πατρικῶς καί κατά τήν διάρκεια τῆς φετινῆς ἱεραποστολικῆς χρονιᾶς, ἀλλά καί στήν ἴδια μας τή ζωή νά ἀγωνιστοῦμε ὥστε νά μᾶς χαρακτηρίζουν ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά καλλιεργήσουν τό λειτουργικό χάρισμα. Νά τελοῦν τίς ἀκολουθίες καί ἰδίως τήν Θεία Λειτουργία μέ ἱεροπρέπεια καί σεβασμό. Νά διαβάζουν χωρίς λάθη τίς εὐχές καί νά προσεύχονται ὅσο εἶναι δυνατόν κατά τή διάρκεια τῆς θείας λατρείας, δίδοντας τό παράδειγμα στό λαό μας. Νά ἐπιθυμοῦν νά λειτουργοῦν ὅσο συχνότερα γίνεται καί ὄχι μόνο τίς Κυριακές. Νά προσπαθοῦν νά τελοῦν ἀγρυπνίες καί ἄλλες ἀκολουθίες, ὅπως ὁ Ὄρθρος, ὁ Ἑσπερινός, οἱ Παρακλήσεις, στίς ἐνορίες τους. Νά χτυποῦν τήν καμπάνα.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά εἶναι καί στήν προσωπική τους ζωή ἄνθρωποι προσευχῆς. Νά ἔχουν πνευματικό πατέρα καί νά ἐξομολογοῦνται. Νά διδάσκουν στούς ἀνθρώπους ὅτι ἄνευ τῆς μετοχῆς στήν Θεία Κοινωνία καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας δέν ὑφίσταται πίστη. Νά ἀφιερώνουν χρόνο στήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ὠφέλιμων βιβλίων, ὥστε νά καταρτίζονται πνευματικά. Νά μήν ἀρκοῦνται στίς ὅποιες κατά ἄνθρωπον γνώσεις, ἀλλά νά διακρίνονται ἀπό τό πνεῦμα τῆς συνεχοῦς καλλιεργείας. Καί νά προσπαθοῦν νά γνωρίζουν τί γίνεται στόν κόσμο μας, ἀλλά καί τί πιστεύει ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νά μποροῦν νά ἔχουν λόγο γιά τή ζωή.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά εἶναι καί νά φέρονται ἱεροπρεπῶς. Οἱ ἱερεῖς, τόσο στήν παρουσία ἐν τῶ κόσμῳ, ὅσο καί μέσα στό σπίτι μας, ἀλλά καί οἱ μοναχοί στό μοναστήρι καί τά κελλιά μας, ὀφείλουμε νά εἴμαστε λύχνοι πού νά «λάμπουμε πᾶσι τοῖς ἐν τῶ κόσμῳ» (Ματθ. 5,15). Εἶναι ἀνάρμοστον τοῦ σχήματος καί τῆς ἀποστολῆς μας νά ἀσχημονοῦμε, νά ὑβρίζουμε, νά διαπληκτιζόμαστε, νά ἀπαντοῦμε μέ κακό τρόπο στίς προκλήσεις τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι λυπηρό, ἐξάλλου, νά μᾶς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι νά καπνίζουμε ἤ νά μεθοῦμε ἢ ἡ ζωή μας νά μήν ταιριάζει μέ τά λόγια μας, τά ὁποῖα ὀφείλουμε νά εἶναι «ἅλατι ἡρτυμένα» (Κολοσ. 4,6).
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά σέβονται τόν Ναό ὅπου διακονοῦν. Τόσο ὁ ἱερέας ὅσο καί ἡ πρεσβυτέρα καί τά παιδιά του πρέπει νά δίδουν πρῶτοι τό παράδειγμα τῆς διακονίας στό ναό. Δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ Ἅγιο Βῆμα πού νά μήν εἶναι εὐπρεπισμένο, νοικοκυρεμένο, καθαρό. Ἀλλά καί ὅλος ὁ ναός πρέπει νά εἶναι καί νά διατηρεῖται ἀντάξιος γιά κατοικία τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων μας. Δέν μπορεῖ νά μοιάζει μέ ἀποθήκη. Ἐπίσης, δέν εἶναι ὄμορφο τά σκεύη, οἱ πολυέλαιοι, οἱ καρέκλες, τά στασίδια, τά στρωσίδια νά μήν εἶναι σέ ὅσο τό δυνατόν καλύτερη κατάσταση. Διαπιστώνουμε μέ θλίψη ὅτι κάποιοι ναοί μας εἶναι ἀπεριποίητοι καί ἔχουν σκεύη καί στρωσίδια πού ὁ καθένας μας οὔτε στό σπίτι του δέν θά ἤθελε νά τά ἔχει. Ὁ ναός πρέπει νά ἔχει ὅ,τι τό καλύτερο, χωρίς αὐτό νά σημαίνει τό πολυτελέστερο, γιατί στό Θεό ταιριάζει τό καλύτερο καί ὀμορφότερο. Τό αὐτό καί μέ τά ἱερατικά μας ἄμφια, ἀλλά καί μέ τά ράσα μας, τά ὁποῖα πρέπει νά εἶναι καθαρά καί περιποιημένα.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά εἶναι ἡγέτες μέσα στίς ἐνορίες τους. Μέ τόν λόγο, τήν ἀγάπη, τήν φιλανθρωπία, τήν διακονία νά κάνουν τούς ἀνθρώπους νά αἰσθάνονται ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα στή ζωή τους. Νά γνωρίζουν τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων καί νά τούς ἐπισκέπτονται. Νά λύνουν τά προβλήματα καί τίς διαφορές πού ἀνακύπτουν οἱ ἴδιοι, μέ γνώμονα τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά μήν παραπέμπουν τούς ἀνθρώπους διαρκῶς στήν Μητρόπολη, γιατί οἱ ἴδιοι ἀρνοῦνται νά ἀναλάβουν τίς εύθύνες τους. Ἀλλά καί ἄν χρειαστεῖ νά γίνει αὐτό, νά ἔρχονται καί οἱ ἴδιοι μαζί μέ τούς ἐνορῖτες τους ἤ νά ἐνημερώνουν τήν Μητρόπολη γιά τό πρόβλημα πού ἔχει προκύψει καί ὄχι νά κρύβονται πίσω ἀπό τούς ἄλλους.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς νά ἔχουν καλή συνεργασία μέ τά ἐκκλησιαστικά συμβούλια. Νά ἐνθαρρύνουν τά λαϊκά μέλη νά ἐργαστοῦν γιά τήν ἐνορία καί τήν Ἐκκλησία. Τίς γυναῖκες νά στελεχώσουν τά Φιλόπτωχα Ταμεῖα, νά συμπαρασταθοῦν στίς ἐκδηλώσεις τοῦ Ναοῦ καί νά βοηθήσουν στήν καθαριότητα, τήν τάξη καί τήν εὐπρέπεια. Νά ἔχουν καλή συνεργασία μέ τούς Δήμους καί τούς Πολιτιστικούς Συλλόγους, ἀποφεύγοντας τίς ἄνευ λόγου καί αἰτίες διαμάχες. Οἱ ἱερεῖς προάγουν τήν ἑνότητα στήν ἐνορία, δέν διασποῦν τό λαό τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά παραδίδουμε «γῆ καί ὕδωρ» σέ ὅποιες ἀπαιτήσεις. Ἄν ὅμως ἔχουμε γνώση καί ἐπιχειρήματα, τότε μποροῦμε νά πείσουμε γιά τό ὀρθόν. Ὅταν μάλιστα ὁ λαός γνωρίζει ὅτι δέν ἀσχολούμαστε μόνο μέ τά τοῦ οἴκου μας, ἀλλά κάμουμε ὅ,τι μποροῦμε γιά τά προβλήματα τοῦ τόπου μας, ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἀνάπτυξή του, καλύπτουμε κοινωνικές ἀνάγκες, εἴμαστε συμπαραστάτες τοῦ ἀνθρώπινου πόνου καί ὄχι ἐκμεταλλευτές, τότε εὐκολότερα θά ξεφύγουμε ἀπό τίς παγίδες τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ τήν πλεονεξία καί τήν ἀδικία εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας μέ κάθε μέσο.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά ἀγωνίζονται γιά τήν πνευματική καλλιέργεια καί κατήχηση τοῦ ποιμνίου πού ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία τούς ἔχουν ἐμπιστευθεῖ. Ὁ ἱερέας εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ποιμένας καί πατέρας τῆς ἐνορίας του. Αὐτό σημαίνει ὅτι γνωρίζει τά πρόβατά του, γνωρίζει τά παιδιά του. Κατηχεῖ, ἐπισκέπτεται, συμβουλεύει, κηρύττει, συνδέεται μέ τούς ἀνθρώπους, ἐργάζεται ὄχι γιά νά βγάλει χρήματα, ἀλλά γιά νά μορφώσει συνειδήσεις καί νά καλλιεργήσει τόν Λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καί τό μήνυμα τῆς σωτηρίας.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά ὀργανώσουν τή ζωή τῆς Ἐνορίας τους, μέ τέτοιον τρόπο ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά αἰσθάνονται τό ναό σπίτι τους. Νά χαίρονται πού τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία. Νά ζυμώνουν τό πρόσφορο. (Κι ἐδῶ θά πρέπει στό ἐξῆς νά ἀναλάβουμε ὅλοι μας πρωτοβουλία, διότι δέν ἐπιτρέπεται νά μήν ὑπάρχουν πρόσφορα στίς Ἐκκλησίες μας. Μέ τήν βοήθεια καί τῶν μοναστηριῶν μας, τουλάχιστον οἱ πρεσβυτέρες καί μάλιστα οἱ νεώτερες στήν ἡλικία, θά πρέπει νά μάθουν νά ζυμώνουν. Τό ἴδιο καί ὅσες εύσεβεῖς γυναῖκες ὑπάρχουν στίς ἐνορίες καί δέν εἶναι λίγες). Νά στελεχώνουν τό ψαλτήρι, εἴτε μέ τήν δημιουργία χορωδιῶν εἴτε μέ τήν έκμάθηση, ἰδίως ἀπό τούς νεωτέρους, τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς. Νά στέλνουν τά παιδιά τους στά κατηχητικά σχολεῖα. Νά τά ὁδηγοῦν στήν διακονία τῆς Ἐκκλησίας, μέ τό νά βοηθοῦν τόν ἱερέα στή λειτουργία καί στίς ἄλλες ἀκολουθίες. Νά συνεχίζουν «τήν λειτουργία μετά τήν λειτουργία», μέ τό νά αἰσθάνονται τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά ἔχουν ἑνότητα καί ἀγάπη μεταξύ τους. Αὐτό σημαίνει νά διέπει τίς σχέσεις μας ἕνα ἄλλο ἦθος. Καί εἶναι γεγονός ὅτι δέν λείπει ἡ ζήλια καί ὁ φθόνος ἀπό τό ἱερατικόν γένος. Ὅτι εὔκολα ρέπουμε στό πνεῦμα ὄχι τῆς ἀγάπης, ἀλλά τῆς φατρείας καί τῆς παρασυναγωγῆς. Ὅτι κρίνουμε καί ἐπικρίνουμε τίς ἐνέργειες τῶν ἄλλων, ὄχι διότι θέλουμε νά τούς ὠφελήσουμε, ἀλλά γιά νά τύς μειώσουμε. Ὅτι δέν διστάζουμε νά συκοφαντοῦμε ἀδελφούς μας, νά βγάζουμε «ἐν δήμῳ τά ἐν οἴκῳ» καί νά θεωροῦμε ὅτι εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τούς ἄλλους.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά μήν διακατέχονται ἀπό τό πάθος τῆς φιλοχρηματίας οὔτε ἀπό τήν ἀγωνία γιά τήν ἐπαύριο. Τό νά θεωροῦμε πώς ἔχουμε οἰκονομικές ἀνάγκες καί ὅτι δικαιούμαστε χρήματα ἀπό τήν Μητρόπολη καί ἀπό τούς συνανθρώπους μας, μαρτυρεῖ ἀχαριστία ἔναντι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος φροντίζει καί μεριμνᾶ γιά τόν καθέναν μας. Τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων μας μαρτυρεῖ ὅτι ἄν προτεραιότητά μας εἶναι τό νά δίδουμε, τότε ὅταν θά ἔχουμε ἀνάγκη θά μᾶς δώσει ὁ Θεός, χωρίς νά χρειαστεῖ νά καταρρακώνουμε τήν ἀξιοπρέπειά μας, μεμψιμοιρώντας ὅτι στερούμαστε ἤ ὅτι δέν μποροῦμε νά ζήσουμε. Οὐδέν ἀναληθέστερον τούτου, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέ τούς ἑαυτούς μας. Κανείς δεν θά βρεῖ κλειστή τήν πόρτα. Ἂς ἐκτιμήσουμε ὃμως πραγματικά τίς ἀνάγκες μας καί ἄς μήν ἀπαιτοῦμε μέ εὐκολία.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά ἔχουν ἀνοικτό πνεῦμα καί νά μήν εἶναι στενόμυαλοι καί τοπικιστές. Πολλές φορές ὀχυρωνόμαστε πίσω ἀπό τίς παραδόσεις μας καί θεωροῦμε πώς ἡ μόνη ἀποστολή μας εἶναι νά τίς τηρήσουμε, χωρίς νά ἀντιλαμβανόμαστε τό περιεχόμενό τους καί ἄν εἶναι ὅλες σύμφωνες μέ τό ἦθος καί τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ὄχι μόνο αὐτό. Δέν διακατεχόμαστε ἀπό τήν ἀγωνία ὅτι ὁ κόσμος ἀλλάζει καί ὅτι χρειάζεται νά ἐμπνευσθοῦμε, νά ἔχουμε ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα, νά ἐξηγήσουμε, νά βοηθήσουμε τούς πιστούς μας νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό ἀντιλήψεις πού δέν εἶναι ὀρθές, ἀπό προλήψεις καί δεισιδαιμονίες, ἀπό τήν ξενοφοβία, ἀπό τό κλείσιμο στόν ἑαυτό μας.
Ζητοῦμε ἀπό τούς ἱερεῖς μας νά στέκονται ἀρωγοί στίς προσπάθειες τοῦ Ἐπισκόπου καί τῆς Μητροπόλεως. Ὑπάρχει ἕνα ὡραῖο κοσμικό σύνθημα, πού ὑποδηλώνει τήν ἀλληλεγγύη: «ἕνας γιά ὅλους καί ὅλοι γιά ἕναν». Κάθε Ἐπίσκοπος διακατέχεται ἀπό τήν ἀνύστακτη μέριμνα γιά τό ποίμνιό του, ἀλλά καί γιά τούς κατεξοχήν συνεργάτες του πού εἶναι οἱ κληρικοί. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι πατέρας καί βλέπει ὅλους ὡς παιδιά του. Ζητᾶ ὅμως καί τήν ὑπακοή τους, ὅπως τῶν παιδιῶν πρός τόν πατέρα. Ὑπακοή σημαίνει ἐμπιστοσύνη. Σημαίνει ἐπίγνωση ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος κεῖται «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» καί ὅτι ἀγαπᾶ τά παιδιά του. Ἡ ἀγάπη ἒγκειται στήν διακονία, ἀλλά καί στήν παιδαγωγική, τόν ἔλεγχο, τήν νουθεσία. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Ἐκκλησίας νά διακονήσει τόν κλῆρο καί τό λαό τοῦ Θεοῦ, νά τόν ποιμάνει, ἀκόμη καί «ἐν ράβδῳ σιδηρᾶ», ἐφόσον χρειαστεῖ. Ὅπως λοιπόν ὁ Ἐπίσκοπος ἀγωνίζεται γιά τούς ἱερεῖς του, τό αὐτό καί οἱ ἴδιοι, μέ ταπείνωση καί ἀγάπη ἄς ὑπακοῦνε στό λόγο καί τά κελεύσματά του. Γιά νά διδάσκουν ἔτσι καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορεῖ τό Σῶμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας νά πορεύεται ὡς γνησία φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Σήμερα εἴμαστε ὅλοι συγκεντρωμένοι ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, «ἅπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό» (Πράξ. 2,1). Τέτοια παρουσία ἑνότητας καί ἀγάπης νά δείχνουμε καί καθόλη τήν ποιμαντική μας διακονία. Ἀνάλογη νά εἶναι καί ἡ διάθεσή μας κατά τήν νέα ἱεραποστολική χρονιά. Ἡ Ἱερά Μητρόπολις ἤδη ἔχει καταρτίσει προγράμματα, ἀλλά καί ὁ καθένας ἀπό σᾶς καλεῖται καί στήν Ἐνορία του, ἀλλά καί σέ ὅποια ἄλλη διακονία τοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ νά ἑτοιμαστεῖ, ὣστε νά ἀναλωθεῖ ὑπέρ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς Κυρίου. Θά παρακολουθοῦμε μέ πατρικό ἐνδιαφέρον καί ἀγωνία τόν ζῆλο, τήν διάθεση καί τήν πρόοδο ὅλων. Καί παρακαλοῦμε νά ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νά μιμηθοῦμε τήν πρώτη Ἐκκλησία κατά τήν ὁποία «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία» (Πράξ. 4, 32), ἀλλά καί μέ τόν δικό μας κόπο, ἀλλά καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἀναπληρώνει τίς δικές μας ἐλλείψεις, νά γίνεται πράξη γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Κερκύρας αὐτή ἡ ὡραία εἰκόνα πού μᾶς διασώζουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων:
«Ἦσαν δέ πάντες προσκαρτεροῦντες τῆ διδαχῆ τῶν ἀποστόλων καί τῆ κοινωνία καί τῆ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς… αἰνοῦντες τόν Θεόν καί ἔχοντες χάριν πρός ὅλον τόν λαόν. Ὁ δέ Κύριος προσετίθει τούς σωζομένους καθ’ ἡμέραν τῆ ἐκκλησίᾳ» (Πράξ. 2, 42, 47).
Καλή ἱεραποστολική χρονιά! Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μετά πάντων ὑμῶν!
Κέρκυρα, 30 Σεπτεμβρίου 2004