Εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου στήν Νεανική κατασκήνωση τῆς Ἱ. Μητροπόλεως
Ἀγαπητά μου παιδιά,
Ἡ τοπική μας Ἐκκλησία μέ πολλή χαρά σᾶς ὑποδέχεται καί σᾶς καλωσορίζει στίς ἐγκαταστάσεις τῶν κατασκηνώσεών μας, στήν ὄμορφη περιοχή τῆς Κασσιώπης. Σᾶς εὐχαριστοῦμε πατρικά πού ἀνταποκριθήκατε στήν πρόσκλησή μας καί βρίσκεσθε ἐδῶ. Θεωροῦμε τήν ἐπικοινωνία μέ τούς νέους ἀνθρώπους ὡς ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα βήματα τῆς ποιμαντικῆς πορείας τῆς Ἐκκλησίας καί δέν φειδόμεθα οὔτε κόπων οὔτε χρημάτων, προκειμένου νά μπορέσουμε νά σᾶς δώσουμε αὐτό τό μήνυμα.
Οἱ περισσότεροι εἶστε στελέχη τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας. Μάλιστα κάποιοι ἀπό σᾶς διακονήσατε μέ περισσή ἀγάπη στό ἔργο τῶν κατασκηνώσεών μας φέτος καί γι’ αὐτό ἐπιθυμῶ καί πάλι νά σᾶς εὐχαριστήσω. Θέλω νά καλωσορίσω καί ὅσους ἔρχονται γιά πρώτη φορά στόν χῶρο αὐτό, εἴτε εἶναι ἀπό τήν Κέρκυρα εἴτε ἀπό ἀλλοῦ. Ἡ Ἐκκλησία μας δέν ἐξετάζει τόν τόπο καταγωγῆς ἤ ἐργασίας ἤ διαμονῆς τοῦ καθενός, ἀλλά βιώνει τήν ὑπέρβαση τῶν ὅποιων διαφορῶν, καθώς καλεῖ πάντας «εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἐπιλέξαμε στήν φετινή μας κατασκήνωση νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό ζήτημα τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν νεανική καθημερινότητα. Καί τοῦτο διότι προβληματιζόμαστε καί ἐμεῖς, ὅπως θέλουμε νά πιστεύουμε καί ἐσεῖς, γιά τό πῶς μποροῦμε νά ζήσουμε τό ἦθος πού προτείνει ἡ Ἐκκλησία μας μέσα στήν καθημερινή πραγματικότητα. Συχνά ἐσεῖς οἱ χριστιανοί νέοι ἀσφυκτιᾶτε μέσα στό περιβάλλον, στό ὁποῖο ζεῖτε. Τό χριστιανικό μας ἦθος ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τά σύγχρονα πρότυπα ζωῆς. Ἐκ παραλλήλου, σᾶς εἶναι πολύ δύσκολο ἕως ἀκατόρθωτο νά συζητήσετε θέματα πού ἀφοροῦν στήν πνευματική ζωή, μέσα στίς συντροφιές στίς ὁποῖες -εἴτε λόγω τῶν σπουδῶν σας εἴτε λόγω τῆς ἐργασίας σας- κινεῖσθε.
Μία, ἐξάλλου, ἀπό τίς πλέον συνήθεις κατηγορίες εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι προτείνει ἕναν τρόπο ζωῆς ξεπερασμένο γιά τά δεδομένα στῆς σύγχρονης ἐποχῆς ἤ -στήν καλύτερη περίπτωση- δύσκολο ἕως ἀκατόρθωτο. Ἡ κατηγορία αὐτή στρέφεται κυρίως ἐναντίον τῶν Ἐπισκόπων καί τοῦ κλήρου, καθώς ἡ πλειοψηφία τῆς κοινωνίας μας ταυτίζει τήν Ἐκκλησία μέ τόν κλῆρο. Θεωροῦν λοιπόν ἐμᾶς, πού εἴμαστε ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία, ὅτι ζοῦμε σέ ἕναν δικό μας κόσμο καί ἀγνοοῦμε τά δεδομένα τῆς δικῆς σας καθημερινότητας καί πραγματικότητας. Ἄν μάλιστα, κάποιοι ἀπό ἐμᾶς προσπαθήσουμε νά ἔρθουμε κοντά σας, νά παρακολουθήσουμε τά ἐνδιαφέροντά σας, νά κρίνουμε καί νά προτείνουμε καί κάτι διαφορετικό, ἀντιμετωπιζόμαστε ὡς ἐξαιρέσεις.
Στό ἐρώτημα τί χωρίζει τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία ἀπό τήν νεανική καθημερινότητα δέν μποροῦμε νά ἀπαντήσουμε ἄν δέν διακριβώσουμε τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Κατόπιν, πρέπει νά ἐξετάσουμε ποιά εἶναι ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου γενικῶς, καί στή συνέχεια μέ τήν νεανική καθημερινότητα, γιά νά μπορέσουμε νά σχηματίσουμε ἄποψη γιά τό τί εἶναι αὐτό πού τελικά χωρίζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τή ζωή τῶν νέων ἤ τί ἀπομακρύνει τόν καθέναν μας ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἡ πεποίθηση ὅτι Ἐκκλησία εἶναι ὁ κλῆρος ὑποκρύπτει μία ἀντίληψη παντελῶς ξένη στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία. Πρόκειται γιά μία βατικάνεια θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν ἱστορική πορεία τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τήν παρουσία της στή ζωή τοῦ Δυτικοῦ κόσμου. Ἡ πραγματικότητα αὐτή συνίστατο στό ὅτι ὁ Πάπας καί ὁ κλῆρος τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ἐλέγχανε ἠθικά καί κοινωνικά τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀποφάσιζαν γιά τά πάντα καί ρύθμιζαν μέ κανονιστικές διατάξεις κάθε τί τό ὁποῖο εἶχε καί ἔχει σχέση μέ τήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων, μέ ἀπώτερο σκοπό νά προφυλάξει ἡ Ἐκκλησία τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως ἡ ἄρνηση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐνοχή γιά κάθε χαρά πού δέν εἶχε σχέση μέ τήν Ἐκκλησία.
Ὁ Εὐρωπαϊκός Διαφωτισμός- ἀναμφιβόλως μεγάλο ἐπιστημονικό, φιλοσοφικό καί ἰδεολογικό κίνημα-, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε στήν Γαλλική Ἐπανάσταση καί συνέβαλε στήν ἀλλαγή τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τόσο στήν Εὐρώπη ὅσο καί παγκοσμίως, ἀντέδρασε στήν νοοτροπία τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί πέτυχε νά ταυτίσει στήν σκέψη τῶν ἀνθρώπων τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν κλῆρο.
Στήν προσπάθειά του αὐτή βοηθήθηκε καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ κλῆρος τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως στή Γαλλία, ἀνῆκε στήν τάξη τῶν ἀριστοκρατῶν. Ἀπολάμβανε τῶν προνομίων πού ἡ τάξη αὐτή διέθετε καί ἀδιαφοροῦσε γιά τά μεγάλα προβλήματα τοῦ λαοῦ, ἡ πλειοψηφία τοῦ ὁποίου ζοῦσε σέ ἀθλία κατάσταση καί κυριολεκτικῶς πεινοῦσε. Πέραν τούτου, ἡ ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία δέν εἶχε θέσει ὡς προτεραιότητα τῆς θεολογικῆς της σκέψεως τήν πνευματική ζωή, τήν καλλιέργεια δηλαδή τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, ἀλλά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προτεσταντισμοῦ καί τήν ἐπιβολή τῆς κυριαρχίας της στόν κόσμο, σέ συνεργασία μέ τήν τότε διεφθαρμένη πολιτική Ἐξουσία.
Ὅλα αὐτά ὁδήγησαν τούς Διαφωτιστές νά ταυτίσουν τήν Ἐκκλησία μέ τόν κλῆρο καί νά διαχωρίσουν τό λαό ἀπό αὐτήν. Ἔτσι ἡ πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων ἀπέρριψε καί τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία καί τελικά τήν ἴδια τήν πίστη. Ἄμεση συνέπεια ἡ ἀθεία στήν Εὐρώπη, ἀλλά καί ἡ διασπορά τῶν ἰδεῶν αὐτῶν καί στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή.
Μέχρι τότε, γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους, Ἐκκλησία ἦταν ὅλοι οἱ πιστοί μίας κοινότητας. Ἐπικεφαλῆς βεβαίως ἦταν ὁ ἐπίσκοπος ἑνός τόπου καί στή συνέχεια σέ κάθε κοινότητα ὁ ἱερέας, ὅμως ἡ συγκρότηση τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶχε ὡς ἀφετηρία της τήν αὐθεντία τοῦ κλήρου καί τήν περιθωριοποίηση τοῦ λαοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ξεκινοῦσε ἀπό τήν εὐχαριστία, δηλαδή τήν Θεία Λειτουργία, πού ἀποτελοῦσε τό κέντρο τῆς ζωῆς τῆς κάθε κοινότητος, εἴτε τῆς ἐνορίας στήν πόλη εἴτε τοῦ χωριοῦ. Στήν θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, συμμετεῖχαν σχεδόν ὅλοι καί ὅταν αὐτή τελείωνε, λύνονταν οἱ διαφορές τῶν ἀνθρώπων, ἀντιμετωπίζονταν τά προβλήματα τῆς κοινότητας, χαίρονταν οἱ ἄνθρωποι μέ αὐτούς πού χαίρονταν καί λυποῦνταν μέ ὅσους λυποῦνταν. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ 70ός κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι ὅποιος κληρικός ἤ λαϊκός δέν συμμετέχει στήν Θεία Λειτουργία ἐπί τρεῖς συνεχόμενες Κυριακές, ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, οὐσιαστικά ἀφορίζεται, διότι ἀρνεῖται τήν ἑνότητα, τήν κοινωνία, τήν κοινότητα.
Αὐτός ὁ μοναδικός τρόπος ζωῆς ἔδωσε πρόσωπο καί ταυτότητα στό Γένος μας καί κράτησε ἀδούλωτο τό φρόνημά του κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Αὐτός ὁ τρόπος βοήθησε καί ἐμᾶς ἐδῶ στά Ἑπτάνησα, κατά τήν διάρκεια τῆς Βενετοκρατίας, νά διατηρήσουμε τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας. Παρότι ἔχουμε κάποιες διαφορές μέ τόν ὑπόλοιπο ἑλλαδικό χῶρο, μποροῦμε νά διαπιστώσουμε τήν ἀξία τοῦ κοινοτικοῦ πνεύματος στίς λεγόμενες «ἀδελφότητες», οἱ ὁποῖες ἔχτιζαν καί συντηροῦσαν ναούς καί μοναστήρια στά νησιά μας, καί ζοῦσαν κοινή ζωή μέ κέντρο τήν Ἐκκλησία. Ὁ τρόπος αὐτός ὅμως ὑπέστη μεγάλη ἀλλοτρίωση ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Διαφωτισμοῦ.
Ἡ λεγόμενη «προοδευτική» μερίδα τοῦ Νεοελληνικοῦ Διαφωτισμοῦ, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἀδαμάντιο Κοραῆ, δέν μπόρεσε ποτέ νά ξεχωρίσει τίς διαφορές τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου ἀπό τόν ρωμαιοκαθολικό. Δέν θέλουμε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἐμεῖς οἱ κληρικοί εἴμαστε πάντοτε ἀψεγάδιαστοι ὡς πρός τό ἦθος μας, ὡστόσο οἱ Διαφωτιστές, ἐπειδή ἀκριβῶς σπούδασαν στήν Δύση τήν περίοδο τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπηρεάστηκαν ἀπό τήν ταύτιση τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ κλήρου μέ τόν συντηρητισμό, τόν ἀπολυταρχισμό καί τό θεολογικό ἔλειμμα, καί σταδιακά καλλιέργησαν στό λαό μας αὐτήν τήν ἀντίληψη καί γιά τόν ὀρθόδοξο κλῆρο, μέ ἀποτέλεσμα, μέχρι καί σήμερα, οἱ περισσότεροι νά ταυτίζουμε καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τόν κλῆρο.
Ἡ ἱερωσύνη ὅμως δέν εἶναι προνόμιο μόνο τῶν κληρικῶν. Εἶναι δῶρο πού δίδεται στόν καθένα ἄνθρωπο κατά τήν βάπτισή του, καθώς πλέον ἀπό ἐκείνη τή στιγμή μετέχουμε στό τρισσόν ἀξίωμα τοῦ Κυρίου μας: τό βασιλικόν (δηλαδή εἴμαστε κυρίαρχοι στήν δημιουργία καί ἔχουμε τό δικαίωμα τῆς σωτηρίας), τό προφητικόν (δηλαδή ἀναλαμβάνουμε τήν ἀποστολή νά μεταφέρουμε τό μήνυμα τῆς σωτηρίας καί τῆς αἰωνιότητος σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους) καί τό ἱερατικόν (δηλαδή ἀναλαμβάνουμε νά προσφέρουμε τή ζωή μας, ἀλλά καί κάθε τί πού αὐτή περιλαμβάνει, τά ὑλικά ἀγαθά, τόν ἑαυτό μας, τήν σχέση μέ τόν πλησίον στό Θεό, ὡς ἔνδειξη εὐχαριστίας καί δοξολογίας, ἀλλά καί ὡς πρόσκληση πρός Αὐτόν νά ἁγιάσει τά πάντα, κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας).
Ἄρα, ὅλοι μαζί εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία καί δέν πρέπει νά ταυτίζουμε τήν Ἐκκλησία μέ τόν κλῆρο. Ὁ καθένας μας ζεῖ στόν κόσμο αὐτό -Ἐπίσκοπος, ἱερεῖς, λαϊκοί- καί ὀφείλουμε νά ἀγωνιστοῦμε ὁ κόσμος μας νά μεταμορφωθεῖ, νά ἁγιασθεῖ, νά βιώσει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό μήνυμα καί τόν τρόπο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Γιατί ἐδῶ ἔγκειται καί ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα τῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἀνθρώπινη καθημερινότητα. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μόνο κανόνες καί ἠθικοί νόμοι. Ἡ Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει κάθε πτυχή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί τήν ἁγιάζει. Ὑπάρχει ἕνα ὡραῖο λειτουργικό βιβλίο, τό ὁποῖο ὀνομάζεται Εὐχολόγιο ἤ Ἁγιασματάριο, καί τό ὁποῖο περιλαμβάνει ἀκολουθίες καί εἰδικές εὐχές, δηλαδή προσευχές καί δεήσεις πού ἀναπέμπει ἡ Ἐκκλησία πρός τό Θεό γιά κάθε πτυχή τῆς ζωῆς μας.
Ἄν τό ἀνοίξουμε, θά δοῦμε ἀκολουθίες γιά τήν γέννηση τοῦ ἀνθρώπου, τό βάπτισμα, τό γάμο, τήν ἀσθένεια (τό μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου), τόν θάνατο, τήν ἐργασία, τήν μάθηση καί τά γράμματα, τόν ἀνθρώπινο πόνο, τήν καθέλκυση ἑνός πλοίου, τήν κυκλοφορία ἑνός αὐτοκινήτου, τήν θεμελίωση ἑνός σπιτοῦ, τήν εὐλόγηση τῶν καρπῶν τῆς γῆς καί ὅλης τῆς δημιουργίας, ὅπως καί κάθε ἀνθρώπινης δραστηριότητας.
Κάθε πρώτη τοῦ μήνα ἡ Ἐκκλησία μας τελεῖ ἁγιασμό. Στίς μεγάλες ἑορτές τῆς πίστεώς μας βλέπουμε ὅτι ἡ πρακτική τῆς Ἐκκλησίας μας δέν περιορίζεται μόνο στήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλά συνδυάζει τήν πνευματική μέ τήν ὑλική χαρά. Τελοῦνται ἀρτοκλασίες, τά Θεοφάνεια ἁγιάζονται τά ὕδατα, τό Πάσχα εὐλογεῖται τό τυρί, τό αὐγό καί τό κρέας, τήν Μεταμόρφωση τά σταφύλια, τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μᾶς προσφέρονται κλωνάρια βασιλικοῦ, τήν Κυριακή τῶν Βαίων βάγια. Σέ κάθε ἑορτή ἡ Ἐκκλησία ἐπιτρέπει τήν κατάλυση οἴνου, ἐλαίου, ἰχθύος, εἰς πάντα, θέλοντας νά δείξει ὅτι δέν περιορίζει τόν ἁγιασμό τῶν ἀνθρώπων σέ στενά πνευματικά πλαίσια, ἀλλά ἀγκαλιάζει καί τήν ὑπόλοιπη ζωή του, προσφέροντάς του χαρά.
Τά πάντα ὅμως στήν Ἐκκλησία μας ξεκινοῦν ἀπό τήν Θεία Λειτουργία. Στά μοναστήρια, ἀλλά καί σέ πολλές ἐκκλησίες ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἠ κάθε ἡμέρα στήν Ἐκκλησία μας ξεκινᾶ μέ τήν εὐχαριστία πρός τό Θεό γιά κάθε τί πού μᾶς δίδει (τί ἄλλο ἄλλωστε συμβολίζει στή Θεία Λειτουργία ἡ ἀναφορά στό Θεό τῶν τιμίων δώρων, τοῦ ψωμιοῦ καί τοῦ κρασιοῦ, μέ τήν φράση «Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα»;), ἀλλά καί μέ τήν προσευχή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί γι’ αὐτούς πού ζοῦνε ἀλλά καί γιά τούς κεκοιμημένους. Ἡ κάθε ἡμέρα κλείνει μέ τόν Ἑσπερινό, τό προοίμιο τῆς ἑπόμενης, κατά τόν ὁποῖο εὐχαριστοῦμε τό Θεό γιά τήν ἡμέρα πού πέρασε καί τόν παρακαλουμε νά μήν πάψει νά φροντίζει γιά μᾶς οὔτε «τήν παροῦσαν ἑσπέραν καί τήν προσιοῦσα νύκτα» (Εὐχή τῆς Κεφαλοκλισίας).
Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά βλέπει τήν ζωή μέσα ἀπό τό πρῖσμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ (ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία ξεκινᾶ μέ τήν φράση «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), βιώνει αὐτό τό πνεῦμα στήν καθημερινότητά του. Ὅπως στή Λειτουργία εἰρηνεύει («Εἰρήνη πᾶσι»), ἀγαπᾶ («Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν»), πιστεύει («Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν»), χαίρεται τήν ἑνότητα καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος («τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι»), παραδίδει τόν ἑαυτό του, τήν σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο καί ὁλόκληρη τή ζωή του στό Χριστό («ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῶ τῶ Θεῶ παραθώμεθα»), αὐτό τό πνεῦμα μεταφέρει καί στήν καθημερινότητά του.
Ἡ ἐργασία του δέν ἔχει σκοπό τόν αὐτάρκεια καί τόν πλουτισμό, ἀλλά καί τήν προσφορά ἀγάπης πρός τόν μή ἔχοντα, διά τῆς ἐλεημοσύνης καί τῆς φιλανθρωπίας. Στίς σχέσεις του μέ τούς συνανθρώπους του ἐπικρατεῖ τό πνεῦμα τῆς εἰρήνης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς συγγνώμης. Σκοπός του ἡ ἑνότητα μέ τόν ἄλλο καί ὄχι ἡ διάσπαση καί ὁ ἐγωισμός. Στήν δοκιμασία, τόν πόνο καί τήν ἀσθένεια δέν ἀπογοητεύεται, ἀλλά ἐμπιστεύεται τήν ζωή του στό Θεό πού ἀγαπᾶ. Δέν παρασύρεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς πλάνης, τῆς αἱρέσεως καί τῆς προτεραιότητος τῆς ὕλης, ἀλλά θέτει ὡς στόχο του τήν γνήσια κοινωνία μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Καί κάνει τό σταυρό του κάθε φορά πού ξεκινᾶ ἕνα ἔργο, ζητᾶ τόν Ἁγιασμό γιά νά θυμᾶται ὅτι τά πάντα στή ζωή τοῦ πιστοῦ γίνονται ἐπειδή ὁ Θεός τά ἐπιτρέπει καί πρός δόξαν Του.
Θεωρητικῶς ὅλα αὐτά μοιάζουν ἰδανικά. Στήν πράξη ὅμως βλέπουμε ὅτι ἡ καθημερινότητά μας διαπνέεται ἀπό ἕνα τελείως ἀντίθετο πνεῦμα. Οὔτε λειτουργούμαστε, οὔτε ἔχουμε αὐτά τά στοιχεῖα στή ζωή μας. Μήπως λοιπόν ἐδῶ βρισκόμαστε ὡς Ἐκκλησία στόν κόσμο μας καί ἀπέχουμε ἐντελῶς ἀπό τήν καθημερινότητα τῶν ἀνθρώπων; Καί τό ἐρώτημα πού ἐπιτείνει τόν ἔλεγχο καί τήν αὐτοκριτική μας εἶναι ὅτι ἡ αἰτία πού ὁ κόσμος δέν μεταμορφώνεται εἶναι ἐπειδή ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, τόσο οἱ κληρικοί ὅσο καί οἱ λαϊκοί, ἔχουμε αὐτό τό ἔλειμμα θεολογίας στή ζωή μας.
Βεβαίως καί ὀφείλουμε νά παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ ἁμαρτία, δηλαδή ἡ ἀποτυχία μας νά ζήσουμε μέ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά θέσουμε ὡς πρώτη προτεραιότητα τήν σχέση μας μέ τό Θεό, νά ζητήσουμε τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι μία δεδομένη κατάσταση, τόσο στήν «ποιμαίνουσα» Ἐκκλησία, ὃσο καί σέ ὅλους μας. Πόσο μᾶλλον ὅταν αὐτή ἡ ἁμαρτία παρουσιάζεται καί σέ ἠθικό ἐπίπεδο καί καθιστᾶ τήν ζωή μας προκλητικά ἀντίθετη μέ τό παράδειγμα, τήν ἀγαθότητα, τήν καθαρότητα, τήν ἁγιότητα, ὂχι μόνο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τῶν μιμητῶν Του ἐν τῶ κόσμω πού εἶναι οἱ Ἃγιοί μας.
Ὂντας ἁμαρτωλοί, ἐπιτρέπουμε στήν ἁμαρτία νά δηλητηριάζει κάθε στιγμή τήν καθημερινότητά μας καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό λειτουργικό καί εὐχαριστιακό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπεμπολοῦμε καί τήν κοινοτική ζωή, ἀλλά καί νά δίδουμε λαβή νά μᾶς θεωροῦν ὡς κατάλοιπα τοῦ παρελθόντος, καί μάλιστα χωρίς συνέπεια λόγων καί ἔργων.
Ἡ ἐποχή μας, ἐξάλλου, εἶναι τελείως διαφορετική σέ σχέση μέ τίς συνθῆκες στίς ὁποῖες καλοῦνταν παλαιότερα ὁ χριστιανός ἄνθρωπος νά βιώσει τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου καί νά τό παρουσιάσει στούς συνανθρώπους του. Ἰδίως ἐσεῖς οἱ νέοι ἄνθρωποι ζεῖτε πλέον σέ ἕνα περιβάλλον στό ὁποῖο δέν ἔχετε τίς προσλαμβάνουσες παραστάσεις τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Τό ψωμί σήμερα δέν εἶναι ἡ βασική τροφή τοῦ νέου. Τό κρασί ἔχει ὑποκατασταθεῖ ἀπό ἄλλα ποτά. Ἡ λέξη «τάλαντο» δέν λέει τίποτα. Τά «κρίνα τοῦ ἀγροῦ» τά συναντᾶ κανείς μόνο σέ φωτογραφίες ἤ ἄν ζεῖ στό χωριό. Ἡ θάλασσα δέν ἐξασφαλίζει τροφή στόν ἄνθρωπο, ἀλλά μόνο ἀναψυχή.
Ὁ λόγος μας φαντάζει ἀπομακρυσμένος ἀπό τίς ἀνάγκες σας, καθώς σήμερα μαθαίνετε νά λειτουργεῖτε στή ζωή σας μέ εἰκόνες, ἐνῶ ἡ διασκέδαση τοῦ Σαββατόβραδου, τό ἄγχος τῶν μαθημάτων, ἡ ἀνάγκη τῆς ξεκούρασης ἔχουν ὁδηγήσει στήν ἀπομάκρυνσή σας ἀπό τή Θεία Λειτουργία. Ἀλλά καί ὅταν ἔρχεστε, ἐσεῖς καί οἱ συνομήλικοί σας ἐνίοτε ἀπορεῖτε γιά τήν δύσκολη γλώσσα πού χρησιμοποιοῦμε τόσο στή λατρεία ὅσο καί στό κήρυγμα, ἐνῶ δέν εἶναι συχνό τό φαινόμενο οἱ ἱερεῖς νά ἀγωνίζονται ἡ Θεία Λειτουργία νά μήν τελειώνει μέ τό «Δι’ εὐχῶν», ἀλλά νά προσπαθοῦν νά κρατήσουν τήν ἐπικοινωνία μέ τόν λαό καί μετά τό τέλος της..
Σέ κάθε βῆμα μας συναντοῦμε αὐτή τή διάκριση ἀνάμεσα στόν κόσμο καί τήν Ἐκκλησία. Ὁ χριστιανός νέος στήν καλύτερη περίπτωση κάθε Κυριακή θά ἀκούσει γιά λίγη ὥρα τήν μουσική τῆς Ἐκκλησίας καί τίς ὑπόλοιπες ἡμέρες καί ὧρες μία μουσική πού δέν ἔχει καμία σχέση μ’ αὐτήν. Θά πάρει μέρος ἀπρόσωπα καί ἀτομικά σ’ αὐτό πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί κατόπιν, γιά ὅλη τήν ἑβδομάδα θά ἔχει νά παλέψει μέ τήν κοινωνία, τούς συνομηλίκους του, τίς συνήθειες, τήν ἐργασία στήν ὁποία δέν ὑπάρχει σχεδόν ποτέ ἴχνος αὐτῆς τῆς Βασιλείας. Θά ἀκούσει ἕνα μικρό μήνυμα ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί στή συνέχεια θά προσλαμβάνει τά μηνύματα τῆς τηλεοράσεως πού θά τόν καλοῦν σέ ἕναν ἐντελῶς ἀντίθετο τρόπο ζωῆς. Θά ἀγωνίζεται νά ἀγαπᾶ, νά συγχωρεῖ, νά νηστεύει, νά ἐξομολογεῖται, νά κοινωνεῖ, σέ ἕναν κόσμο πού θεοποιεῖ τήν ἡδονή, τήν ἐκδίκηση, τήν ἐλεύθερη ἱκανοποίηση κάθε ἐπιθυμίας, τόν ἐγωισμό, τήν ἐπιστήμη καί τήν πρόοδο.
Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά συστήσει στόν νέο ἄνθρωπο νά ἀρνηθεῖ τήν πραγματικότητά του, οὔτε νά δαιμονοποιήσει τήν πρόοδο, τόν σύγχρονο πολιτισμό, τά τεχνολογικά μέσα, τήν τηλεόραση, τήν μουσική, τήν διασκέδαση. Ὅποιος τό ἐπιχειρεῖ αὐτό, στήν οὐσία ζητᾶ ἀπό τόν νέο .ἄνθρωπο νά ζήσει σέ μιά οὐτοπία καί τόν καθιστᾶ ἀπόκοσμο. Ἡ Ἐκκλησία προτείνει στό νέο ἄνθρωπο νά ἐπιλέξει τόν τρόπο ζωῆς τοῦ Εὐαγγελίου, τό ἦθος καί τίς ἀξίες τῆς χριστιανικῆς πίστεως, νά διακρίνει ἀνάμεσα στήν ἁμαρτία καί τήν ἁγιότητα καί νά θελήσει νά μεταμορφώσει, χάρις στήν ἀγάπη, τήν ἄσκηση καί τόν πνευματικό ἀγῶνα, κάθε στιγμή τῆς ζωῆς του.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς βάση της ἐκεῖνο τό παλαιό κείμενο τῆς πρός Διόγνητον ἐπιστολῆς: «Οἱ χριστιανοί δέν διαφέρουν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε στήν ἐπίγεια πατρίδα, οὔτε στήν ὁμιλία, οὔτε στά ἔθιμα. Γιατί πουθενά δέν κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πόλεις, οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποια διαφορετική γλώσσα.. .ἐνῶ ὅμως ἀκολουθοῦν τά ἐγχώρια ἔθιμα στήν ἐνδυμασία, τή διατροφή καί τίς ἄλλες πλευρές τῆς ζωῆς, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους εἶναι στ’ ἀλήθεια θαυμαστός καί παράδοξος. Καί συγκεκριμένα, κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πατρίδες, ἀλλά ὡς περαστικοί ταξιδιῶτες. Συμμετέχουν σέ ὅλα ὡς πολίτες, καί ὅμως ὑπομένουν τά πάντα ὡς ξένοι. Κάθε ξένη χώρα εἶναι πατρίδα τους καί κάθε πατρίδα τήν θεωροῦν ὡς ξένη χώρα. Γεννοῦν παιδιά, ἀλλά δέν τά πετοῦν (ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες). Παραθέτουν τραπέζι, ἀλλά δέν τό βεβηλώνουν μέ ὄργια. Φέρουν σάρκα, ἀλλά δέν ζοῦνε ζωή σαρκική. Διαμένουν στή γῆ, ἀλλά πολιτεύονται ὡς πολίτες τοῦ οὐρανοῦ. Ὑπακούουν στούς νόμους πού ἔχουν ὁρίσει οἱ ἄνθρωποι, ἡ ζωή τους ὅμως εἶναι τέτοια, ὣστε νά τούς εἶναι περιττοί οἱ νόμοι. Ἀγαποῦν ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί ὅμως ὅλοι τούς καταδιώκουν. Τούς θεωροῦν ὡς ἀνύπαρκτους καί ὅμως τούς καταδικάζουν. Τούς θανατώνουν καί ὅμως αὐτοί ζοῦνε. Εἶναι φτωχοί καί ὅμως κάνουν πλούσιους πολλούς (καί ὑλικά καί πνευματικά). Στεροῦνται τά πάντα καί ὅμως ἔχουν ἐπάρκεια σέ ὅλα. Τούς περιφρονοῦν, καί ὅμως μέσα στίς ἀτιμώσεις τους δοξάζονται. Τούς βλασφημοῦν, καί ὅμως δικαιώνονται. Τούς βρίζουν καί ὅμως αὐτοί τούς ἀπονέμουν τιμή. Ἐνῶ κάνουν τό καλό, τούς τιμωροῦν ὡς κακούς. Τότε ὅμως πού τούς τιμωροῦν χαίρονται, διότι λαμβάνουν ζωή ἀπό τό Θεό… Γιά νά μιλήσουμε ἁπλᾶ, ὅ,τι εἶναι μέσα στό σῶμα ἡ ψυχή, τό ἴδιο εἶναι μέσα στόν κόσμο οἱ χριστιανοί» (Πρός Διόγνητον Ἐπιστολή, ΒΕΠΕΣ ζ’, 253-254)
[«Χριστιανοί γάρ οὔτε γῆ, οὔτε φωνῆ, οὔτε ἔθεσι διακεκριμένοι τῶν λοιπῶν εἰσί ἀνθρώπων. Οὔτε γάρ που πόλεις ἰδίας κατοικοῦσιν, οὔτε διαλέκτῳ τινί παρηλλαγμένοι χρῶνται… ἀκολουθοῦσιν δέ τοῖς ἐγχωρίοις ἔθεσιν ἐν τε ἐσθῆτι καί διαίτῃ καί τῶ λοιπῶ βίῳ, θαυμαστήν καί ὁμολογουμένως παράδοξον ἐνδείκνυνται τήν κατάστασιν τῆς ἑαυτῶν πολιτείας. Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι. Μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται καί πανθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι . πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν καί πᾶσα πατρίς ξένη. Τεκνογονοῦσιν . ἀλλ’ οὐ ρίπτουσι τά γεννώμενα. Τράπεζαν κοινήν παρατίθενται, ἀλλ’ οὐ κοινήν. Ἐν σαρκί τυγχάνουσιν, ἀλλ’ οὐ κατά σάρκα ζῶσιν. Ἐπί γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῶ πολιτεύονται. Πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις καί τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τούς νόμους. Ἀγαπῶσι πάντας καί ὑπό πάντων διώκονται. Ἀγνοοῦνται καί κατακρίνονται . θανατοῦνται καί ζωοποιοῦνται. Πτωχεύουσι καί πλουτίζουσι πολλούς. Πάντων ὑστεροῦνται καί ἐν πᾶσι περισσεύουσιν. Ἀτιμοῦνται καί ἐν ταῖς ἀτιμίαις δοξάζονται . βλασφημοῦνται καί δικαιοῦνται. Λοιδοροῦνται καί τιμῶσιν. Ἀγαθοποιοῦντες, ὡς κακοί κολάζονται . κολαζόμενοι χαίρουσιν ὡς ζωοποιούμενοι … Ἁπλῶς δ’ εἰπεῖν, ὃπερ ἐστί ἐν σώματι ψυχή, τοῦτ’ εἰσιν ἐν κόσμῳ χριστιανοί.]
Στήν καθημερινότητά σας «τά πάντα δοκιμάζετε, τό καλόν κατέχετε, ἀπό παντός εἴδους πονηροῦ ἀπέχεσθε» (Α’Θεσ. , 5, 21) Ἡ Ἐκκλησία παρακολουθεῖ τήν ζωή τοῦ κόσμου καί χρησιμοποιεῖ τά μέσα τοῦ κόσμου γιά νά προβάλει τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν μπορεῖ ὅμως νά ταυτισθεῖ μαζί τους, ἀλλά οὔτε καί ἀπορρίπτει τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. Τό μόνο πού τήν χωρίζει πραγματικά ἀπό τήν καθημερινότητα εἶναι ἠ ἄρνησή της νά δεχθεῖ τήν ἁμαρτία καί τό πονηρό. Ὁ κάθε νέος χρειάζεται νά κατανοήσει ὅτι τό γνήσιο ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μεταμορφώνει καί ἁγιάζει κάθε δραστηριότητά του, ἀρκεῖ νά ζητᾶ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί νά ἀγωνίζεται τόν καλόν ἀγῶνα.
Ἡ Ἐκκλησία συγκαταβαίνει στήν νεανική καθημερινότητα καί ὑπενθυμίζει στόν νέο ὅτι παραμένει νοσοκομεῖο ψυχῶν. Ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἂρτω μόνον ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4, 4). Ὃτι «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6, 23). Ὃτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί» (Α’ Ἰωάν., 4,8) . Ὅτι «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Καί καλεῖ τόν κάθε νέο νά ἐνταχθεῖ στή ζωή της, μέ σεβασμό στήν προσωπικότητά του, μέ συμπάθεια στήν πτώση του, μέ προσευχή στό Θεό γιά νά πετύχει τούς στόχους του. Ὁ κόσμος δέν εἶναι εὔκολο νά γίνει Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία βεβαίως δέν θά γίνει κόσμος, ἀλλά θά ἀγωνίζεται ὁ κόσμος μας νά γευθεῖ τί εἶναι Ἐκκλησία. Στόν κοινό αὐτόν ἀγῶνα σᾶς καλῶ πατρικά νά συναγωνισθοῦμε, συνταυτιζόμενοι ἐν ἀγάπη πολλῆ καί νά παλέψουμε καί στήν προσωπική μας ζωή, ἀλλά καί στήν κοινή μας πορεία νά ζήσουμε πρῶτα ἐμεῖς, ἀλλά καί νά προσφέρουμε αὐτό τό ἦθος. Ὁ Θεός νά σᾶς εὐλογεῖ!
Κασσιώπη, 16 Αὐγούστου 2004