Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου Στό 5ο Γενικό Ἱερατικό Συνέδριο
Ἀγαπητοί μου πατέρες και ἀδελφοί,
«Πάντα εὐσχημόνως καί κατά τάξιν γινέσθω» (Α’ Κορ. 14, 40). Μέ αὐτή τήν προτροπή ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ ὡς ποιμένες τοῦ λαοῦ μας καί ὡς ἱερουργούς τῶν μυστηρίων της νά καλλιεργήσουμε τό λαό μας στήν τάξη καί τήν καλή διακονία τόσο στό χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ὅσο καί στή ζωή μας ἐν γένει. Μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία νά γίνουμε τύποι τοῦ λαοῦ μας, ποιμένες -ἡγέτες οἱ ὁποῖοι θα ἀνοίγουμε συνεχῶς στήν συνείδηση τῶν ἀνθρώπων δρόμους προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ, δρόμους βιώσεως τῆς πίστεως, ὄχι ὡς θεωρητικῆς διδασκαλίας, ἀλλά ὡς ἀφορμῆς κοινωνίας τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ. Γιά νά ἐπιτευχθεῖ τοῦτο, τίποτε δέν πρέπει νά διασαλεύει τήν τάξη καί τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων κατά τήν ὥρα τελέσεως τῶν μυστηρίων. Καί ὄχι μόνον αυτό. Ἡ ὅλη τάξις χρειάζεται νά έμπνέει τούς ἀνθρώπους στήν προοπτική τῆς τηρήσεως μιᾶς Ἱεραρχίας. Στήν προοπτική τοῦ σεβασμοῦ τῶν θεσμῶν. Στήν προοπτική τῆς ἱεροποιήσεως τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς μέσα στήν Ἐκκλησία. Τούτη ἡ προοπτική στήν μεταλλαγμένη ἐποχή μας ἔχει κλονιστεῖ ὅσο τίποτε ἄλλο, ἐντός τοῦ πολιτισμοῦ τῆς καθημερινότητος, ὅπως τόν βιώνουμε κλῆρος καί λαός.
Στόν οὐρανό ὑπάρχει Ἱεραρχία. «Ἐν τῆ οἰκίᾳ τοῦ Πατρός μου πολλαί μοναί εἰσί» (Ἰωάν., 14, 2), μᾶς λέει ὁ Κύριός μας. Στίς τάξεις τῶν Ἀγγέλων ὑπάρχει Ἱεραρχία. Τό ἴδιο καί στίς τάξεις τῶν Ἁγίων. Τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς Ἱεραρχίας εἶναι τό «ἕτερον» καί ἡ «διακονία». Ἕτερον σημαίνει τό διαφορετικό. Οὐδείς εἶναι ἴδιος μέ τόν ἄλλο. Οἱ ὑπάρξεις ἔχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ὑπάρχει ἰσότητα, ὄχι ὅμως ἰσοπέδωση. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐξακτινοῦται πρός ὅλους καί εἶναι τῆς ἰδίας ποιότητος πρός ὅλους. Ὡστόσο, δέν βιοῦται ἀπό ὅλους τό ἴδιο. Ὁ καθένας τήν προσλαμβάνει κατά τό μέτρο τῆς ἐλευθερίας του καί τοῦ ἀγῶνος του. Ὁ Θεός δέν ποιεῖ ἀνώτερες καί κατώτερες ὡς πρός τήν ἀξία ὑπάρξεις, ἀλλά διαφορετικές. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ πανσοφία καί τό μυστήριο τῆς Δημιουργίας Του.
Ταυτοχρόνως, ὑπάρχει καί ἑτερότητα ὡς πρός τήν διακονία τῆς κάθε ὑπάρξεως. Ἡ κάθε ὕπαρξη, ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, ὁ οὐράνιος καί ὁ ἐπίγειος κόσμος, καλεῖται, ἐκτός τοῦ νά βιώσει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κατά το μέτρο τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ ἀγῶνος, νά διακονήσει τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, τό μυστήριο δηλαδή τῆς Θείας Οἰκονομίας. Νά ἐνισχύσει τήν πλησίον της ὕπαρξη, ὥστε νά ἀνθέξει στόν καύσωνα τῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας ἐν ἀγάπῃ καί ὄχι ἐν αὐτοθεώσει, ἀλλά καί νά μεταφέρει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ πρόσληψη τῆς ἀγάπης κατά τό μέτρο ἑνός ἑκάστου, ἡ ἀναφορά μας σ’ Αὐτόν, τουτέστιν ἡ συνεχής ἐπιστροφή στό θεῖο θέλημα, ἡ συνεχής ἐπανένταξη στήν Ἐκκλησία.
Οἱ ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» (Ἑβρ. 1, 14) καί ἡ κατάστασή τους, μετά τήν πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καί τῶν δαιμόνων, εἶναι πλέον ἄτρεπτος. Γι’αὐτό καί ἡ ἱεραρχία τους εἶναι συγκεκριμένη. Ἐκφράζεται διά τῶν ταγμάτων: Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Ἀρχαί, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις, Χερουβείμ, Σεραφείμ. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἐπί γῆς, καί λόγω τῆς τρεπτότητός τους καί λόγω τοῦ ὅτι δέν εἶναι ὅλοι ἐνταγμένοι στήν Ἐκκλησία, χωρίζονται πρωτίστως σέ πιστούς καί μή πιστούς. Οἱ πιστοί βιώνουν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τό χάρισμα καί τήν δωρεά τῆς ἁγιότητος, δηλαδή τήν δωρεά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐάν οἰκειωθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους μέ γνώμονα τήν ἐπιστροφή στό Θεό, τήν διακονία τοῦ πλησίον, τήν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας καί τόν πνευματικό ἀγῶνα, τότε τούς ὁδηγεῖ στήν πνευματική πρόοδο καί καταξίωση στήν Ἐκκλησία, τήν ἐπίγεια καί τήν οὐράνια, ἐάν εἶναι δόκιμη αὐτή ἡ διάκριση.
Γι’ αὐτό και ὁ Κύριος λέει ὅτι «Ἐν τῆ οἰκίᾳ τοῦ Πατρός μου πολλαί μοναί εἰσί». Γι’ αὐτό καί ἡ περίφημη φράση γιά τούς Ἁγίους «ἀστήρ ἀστέρος διαφέρει». Ὄχι γιατί εἶναι αὐτόφωτος ὁ ἀστέρας. Ἀλλά γιατί οἰκειώνεται το φῶς πού δίδει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί τό ἐκπέμπει κατά το μέτρο τῆς ἐλευθερίας, τοῦ χαρίσματος, τοῦ ἀγῶνος. Γι’ αὐτό καί κατά τήν τέλεση τῆς Προσκομιδῆς μνημονεύουμε ξεχωριστά καί κατά τήν τάξη τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τούς Ἀγγέλους, τούς Προφῆτες, τούς Ἁποστόλους, τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τούς Μάρτυρες, τούς Ὁσίους, τούς Ἀναργύρους, τούς Θεοπάτορες. Ὄχι γιατί κάποιος εἶναι ἀνώτερος ἤ κάποιος κατώτερος. Ἀλλά γιατί ὑπάρχει ἡ Ἱεραρχία τῆς ἑτερότητος καί τῆς διακονίας, ἡ ὁποία καταξιώνει τούς κοπιάσαντας στήν Ἱστορία καί τούς ἀναδεικνύει ἐσχατολογικά ὡς παραδείγματα καί πρότυπα γιά τόν δικό μας ἀγῶνα.
Στήν ἐπί γῆς Ἐκκλησία ἡ Ἱεραρχία φανεροῦται στήν διάκριση κλήρου καί λαοῦ. Ἡ ἱερωσύνη εἶναι βαπτισματική δωρεά καί δίδεται σέ ὅλους τούς πιστούς κατά τό μέτρο τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου. Ὅμως σέ ἐμᾶς, τούς λειτουργούς τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου, δίδεται παρά τοῦ Θεοῦ ἡ χαρισματική ἱερωσύνη. Μᾶς δίδεται ὡς δῶρο ἑτερότητος καί διακονίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι καθιστάμεθα ξεχωριστοί ἀπό τόν λαό ὄχι γιά νά τόν καταδυναστεύουμε, ἀλλά γιά νά τόν διακονοῦμε. Νά μεταφέρουμε, κατά μίμησιν τῶν Ἀγγέλων και τῶν Προφητῶν, διά τῆς διακονίας τοῦ Λόγου τό μήνυμα τοῦ εὐαγγελισμοῦ καί τῆς σωτηρίας καί πῶς αὐτό ἐπιτυγχάνεται στή ζωή τοῦ κόσμου, καί, κατά μίμησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἱησοῦ Χριστοῦ, διά τῆς διακονίας τῆς Ἀναφορᾶς στό ἱερό θυσιαστήριο, τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, τήν ἀφθαρτοποίηση, τήν ἀθανασία, τήν αἰώνια ζωή.
Ὑπάρχει λοιπόν Ἱεραρχία καί μέσα στήν Ἐκκλησία, στήν καθημερινότητά μας. Ὄχι ὅμως Ἱεραρχία ἐξουσίας, Ἰεραρχία ἀνωτερότητος καί κατωτερότητος, ἀλλά Ἱεραρχία διακονίας, ἀγάπης, προσφορᾶς. Ἱεραρχία ἑτερότητος. Καί τούτη πηγάζει ἀπό τόν βαθμό τῆς οἰκειώσεως τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Πηγάζει ἀπό τήν πνευματική μας πρόοδο. Ἡ θεολογία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως μᾶς ὁμιλεῖ γιά τούς τρεῖς βαθμούς τῆς χαρισματικῆς ἱερωσύνης ὡς ἀντίστοιχες βαθμίδες στήν πορεία τῆς ἁγιότητος. Ὁ διάκονος εὑρίσκεται στό στάδιο τῆς καθάρσεως. Ὁ πρεσβύτερος στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ ἐπίσκοπος στό στάδιο τῆς Θεωρίας, τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. Βεβαίως, οὐδείς ἐξ ἡμῶν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι κατέχει ἀπό μόνος του κάτι ἀπό αὐτά. Οὐδείς ἐξ ἡμῶν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἔχει ἐπιτύχει τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς του ἀπό τά πάθη. Οὐδείς ἐξ ἡμῶν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἔχει φωτισθεῖ. Ὅτι ἔχει θεωθεῖ. Ἡ Ἑκκλησία ὅμως, δείχνει τόν τύπο, τόν τόπο καί τόν τρόπο.
Γιατί ἡ διάκριση τῶν βαθμῶν τῆς χαρισματικῆς ἱερωσύνης καί ἡ Ἱεραρχία στήν Ἐκκλησία αὐτό δηλώνουν. Ὅτι καλούμαστε νά ἀνέλθουμε πνευματικά. Νά οἰκειωθοῦμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νά βιώσουμε τήν ἁγιότητα. Καί νά ὁδηγήσουμε τόν λαό, τόν ὁποῖο ἡ Θεία Χάρις, «ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα», μᾶς ἐνεπιστεύθη. Στόν καθένα κατά το μέτρο τῆς δωρεᾶς, τοῦ χαρίσματος, τῆς ἀσκήσεως καί τοῦ ἀγῶνος του. Γι’ αὐτό καί ὁ κάθε βαθμός ἔχει τά χαρακτηριστικά του, ἰδίως κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας. Κοινά κάποια ἄμφια καί, ταυτοχρόνως, ἕτερα. Κοινός ὁ τρόπος τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί ἕτερος σέ κάποια σημεῖα του. Ἀλλιῶς εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία ἱερουργοῦντος Ἀρχιερέως κι ἀλλιῶς ἱερουργοῦντος ἱερέως. Ὁ Χριστός ὅμως εἶναι «ὁ αὐτός». Καί το ράσο τό ὁποῖο φοροῦμε καί φέρουμε τό ἴδιο γιά ὅλους. Γιά νά μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι δέν κληθήκαμε στήν χαρισματική ἱερωσύνη γιά νά ἐξουσιάζουμε, ἀλλά γιά νά διακονοῦμε, νά θυσιαζόμαστε καί νά βιώνουμε τό κατά Θεόν πένθος «ὑπέρ τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων».
Στήν μεταλλαγμένη ἐποχή μας ἡ ἔννοια τῆς Ἱεραρχίας ἔχει ταυτισθεῖ μέ τήν ἔννοια τῆς αὐθεντίας. Λειτουργεῖ ἀναλογικά μέ τό παπικό πρωτεῖο, τό ὁποῖο ἀπό πρωτεῖο τιμῆς στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, μετετράπη σέ πρωτεῖο ἐξουσίας, ὁδηγώντας στό σχίσμα καί τήν ρήξη. Γι’αὐτό καί ἡ ἐποχή μας, ἔχοντας ἀπορρίψει κάθε ἔννοια αὐθεντίας, διότι τήν ταυτίζει μέ τήν ἐξουσία, τήν ἀνωτερότητα και, κατ’ ἐπέκτασιν τήν κατωτερότητα, ἀπορρίπτει καί τήν ἔννοια τῆς Ἱεραρχίας. Γι’αὐτό καί ἰσοπεδώνει τήν ἔννοια τοῦ σεβασμοῦ. Γι’αὐτό καί ἀπορρίτπει τύπους καί παραδόσεις. Γι’ αὐτό καί θεωρεῖ ὅτι ὅλοι εἴμαστε τό ἴδιο.
Αὐτό ἔχει συνδυασθεῖ μέ τήν ἀπο-ϊεροποίηση τῶν πάντων. Στήν προκειμένη περίπτωση ὁ ἱερέας δέν εἶναι ὁ λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, ἀλλά ὁ θρησκευτικός λειτουργός. Γιά τούς πολλούς εἶναι ὁ κατ’ ἐπάγγελμα ἐκμεταλλευτής τῆς θρησκείας, τόν ὁποῖο πληρώνει τό κράτος γιά νά διασώζει κάποιες παραδόσεις καί νά ἐξυπηρετεῖ τά θρησκευτικά καθήκοντα καί τίς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ. Καί τοῦτο διότι ἀκόμη ὑφίστανται τέτοιες ἀνάγκες, λόγῳ τῆς ὀπισθοδρόμησης, κατά μερικούς, τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως, τόσο στήν θεωρία ὅσο καί στήν πράξη εἶναι περιττές, γιά πολλούς, ὁρισμένες κινήσεις, οἱ ὁποῖες ἐδήλωναν κάποτε τήν ἱερότητα. Τό φίλημα τοῦ χεριοῦ τοῦ ἱερέα θεωρεῖται σήμερα πράξη καί κίνηση χωρίς νόημα καί γι’ αὐτό περιφρονητέα. Τό νά παραχωρήσει κανείς τή θέση του καί τήν σειρά του στόν ἱερέα στό λεωφορεῖο, στό κατάστημα, στήν ἔκδοση εἰσιτηρίων, σέ καθημερινές κινήσεις, θεωρεῖται οὔτε λίγο οὔτε πολύ ὀπισθοδρόμηση.
Ἔχουμε μάθει βεβαίως νά ζοῦμε μέ αὐτή τή νοοτροπία τῶν ἀνθρώπων. Μᾶς χαιρετοῦν πλέον διά χειραψίας καί ὄχι διά χειροφιλήματος, ἐνῶ οἱ νεώτεροι συνήθως μᾶς καθυβρίζουν ἤ μᾶς εἰρωνεύονται. Εἶναι ἕνας μικρός σταυρός, γιά τόν ὁποῖο δέν εἴμαστε ἄμοιροι εὐθυνῶν, διότι πολλοί ἐξ ἡμῶν ἔχουμε μετατρέψει τήν ἱερωσύνη σέ ἐπάγγελμα καί ὁ λαός ἀκολουθεῖ.
Οὐδείς ἐξ ἡμῶν ἒλαβε τήν χαρισματική ἱερωσύνη γιά νά τοῦ φιλοῦν τό χέρι ἤ νά γίνεται ὑποκείμενο σεβασμοῦ. Τό ἀντίθετο ἀποτελεῖ κατάπτωση καί ἀντικείμενο ψυχολογικῆς ἐρεύνης. Ὡστόσο, δέν μπορεῖ παρά νά σημειώσει κανείς μέ θλίψη τό γεγονός τῆς ἀπο-ιεροποιήσεως καί τῆς καταλύσεως τῆς Ἱεραρχίας, τό ὁποῖο ἔχει ἐπεκταθεῖ καί σέ ὅλους τούς θεσμούς. Οἱ περισσότεροι, καί τοῦτο εἶναι δεῖγμα τοῦ λαϊκισμοῦ καί τῆς ἰσοπεδώσεως τῆς ἐποχῆς μας, μιλοῦν μέ ἀπρέπεια καί αὐθάδεια στούς ὑπουργούς καί τούς βουλευτές, στούς ἐκπαιδευτικούς, στούς ἀστυνομικούς, ἀκόμη καί στούς δικαστικούς, ὡσάν νά μήν ὑπάρχει ἱεράρχηση καί σεβασμός. Αὐτή ἡ συμπεριφορά, ἡ ὁποία ἀποτυπώνεται κατά τίς συζητήσεις στήν τηλεόραση, φαίνεται μέ τήν χρήση τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ, μέ τήν ὕψωση τοῦ τόνου τῆς φωνῆς, μέ τήν ἀγένεια καί τό θράσος στό λόγο, διδάσκεται στά παιδιά μας. Τούς καρπούς τούς βιώνουμε ὅλοι.
Ἡ κατάσταση αὐτή δυστυχῶς ἔχει εἰσχωρήσει καί στήν δική μας ἱερατική διακονία καί καθημερινότητα. Τό βλέπουμε αὐτό στήν ἀδιαφορία καί τήν ἄγνοιά μας γιά τήν τήρηση τοῦ τυπικοῦ κατά τήν τέλεση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν καί τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Θεωροῦμε δικαίωμά μας νά πράττουμε ὅπως πράττουμε καί νά μήν τηροῦμε τά ὅσα ἡ παράδοση καί ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας μας ὁρίζουν, διότι ἔτσι μᾶς μάθανε ἤ ἔτσι κρίνουμε ἐμεῖς. Καί κοντά σέ μᾶς καί ὅσοι διακονοῦν στήν Ἐκκλησία. Οἱ ἱεροψάλτες καί οἱ χορωδοί. Οἱ ἐπίτροποί μας. Ἔχουμε λησμονήσει κάποια κύρια σημεῖα τοῦ τυπικοῦ, ἰδίως ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος ἔρχεται νά λειτουργήσει ἤ νά χοροστατήσει σέ κάποια ἀκολουθία. Ταυτοχρόνως, ἐπικρατεῖ σύγχυση στήν δική μας ἱερατική διακονία, μέ ἀποτέλεσμα νά μήν τηροῦμε τήν τάξη καί τήν εὐπρέπεια κατά τήν τέλεση τῶν μυστηρίων, ἰδίως τοῦ Γάμου καί τῆς Βαπτίσεως, ἀλλά καί τῆς νεκρωσίμου ἀκολουθίας. Ὁ λαός μετά κάνει ὅ,τι θέλει, διασύρει τήν ἔννοια τοῦ μυστηρίου, μετατρέποντας τήν Ἐκκλησία σέ χῶρο θεάματος, ἀκροάματος, συζητήσεως καί ὄχι προσευχῆς καί συμμετοχῆς.
Ὁ σεβασμός καί ἡ τήρηση τοῦ τυπικοῦ δέν ἔχει νά κάνει μέ τόν Ἐπίσκοπο ὡς μεμονωμένο πρόσωπο. Ἀνάγκη σεβασμοῦ δέν ἔχει ὁ προεστώς ἐπειδή τήν ἐπιζητεῖ ὁ ἴδιος γιά τόν ἑαυτό του. Ἀνάγκη σεβασμοῦ ἔχουμε «οἱ ἐστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν» (Ψαλμ. 134), διότι ἔτσι δηλώνουμε τήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή μας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στήν παράδοση τῆς Ἑκκλησίας μας, δηλώνουμε τήν ἀποδοχή τῆς νομῆς τῶν χαρισμάτων. «Μή πάντες Ἀπόστολοι; Μή πάντες προφῆται; Μή πάντες διδάσκαλοι; Μή πάντες δυνάμεις; Μή πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μή πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μή πάντες διερμηνεύουσι;» (Α’ Κορ. 12, 29-30) Τά ἐρωτήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι ξεκάθαρα.
Στήν Ἐκκλησία τιμοῦμε τούς προεστῶτες, «πειθόμεθα τοῖς ἡγουμένοις ἡμῶν» (Ἑβρ. 13, 17), ὄχι γιατί αὐτοί ἔχουν ἀνάγκη τῆς ὑπακοῆς μας, ἀλλά γιατί ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη τῆς ταπεινώσεως. Γι’αὐτό καί τηροῦμε τήν τάξη στίς ἱερές ἀκολουθίες καί τά μυστήρια, γιά νά ἐπιδείξουμε τόν σεβασμό στήν Ἱεραρχία, νά μεταφέρουμε τό ἦθος αὐτό στή ζωή τοῦ λαοῦ μας καί νά ἀποτελέσουμε ἔτσι πηγή καί τρόπο ἀντιστάσεως στήν ἰσοπέδωση τῶν πάντων στήν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ μεταλλαγμένη ἐποχή μας.
Ὁ Ἐπίσκοπος, ἄλλωστε, εἶναι ὁ προεστώς τῆς εὐχαριστίας. Ὁ Προεστώς τῆς Ἀγάπης. Προΐσταται «εἰς παροξυσμόν καλῶν ἔργων» (Ἑβρ. 10, 24). Διακονεῖ. Προσφέρει καί προσφέρεται. Πρωτίστως στήν Εὐχαριστία. Πρωτίστως στήν μυστηριακή ζωή. Πρωτίστως στήν προσευχή. Καί ὁ κλῆρος, οἱ πρεσβύτεροι, οἱ διάκονοι, οἱ μοναχοί, ὑπακοῦνε στόν ἀγαπῶντα Ἐπίσκοπο καί Πατέρα τους. Τοῦ ἀναγνωρίζουν καί τοῦ προσφέρουν τόν νενομισμένο κατά τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας σεβασμό. Δίδουν στόν ἑαυτό τους ἔτσι ταπείνωση καί λαμβάνουν χάρη παρά Θεοῦ καί ἀγάπη παρά τοῦ Ἐπισκόπου.
Τελικά, ἡ τάξη κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἀκολουθίες δίδει τήν εἰκόνα καί τόν τύπο τοῦ οὐρανοῦ. Ὀμορφαίνει τήν διακονία μας. Διδάσκει ὅτι στήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει ἰσοπέδωση. Ὑπάρχει ὁ Ἐπίσκοπος ὡς πρῶτος μεταξύ ἴσων ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων καί εἶναι αὐτός πού ὁδηγεῖ τόν λαό εἰς νομάς σωτηρίους. Αὐτός πού ἴσταται «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» (Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος) κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καί οἱ πρεσβύτεροι τόν περικυκλώνουν εἰς τύπον τῶν Ἁποστόλων. Οἱ διάκονοι εἰς τύπον τῶν Ἀγγέλων κυκλόθεν τοῦ θυσιαστηρίου. Καί τοῦτο μεταφέρεται στή ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Γίνεται πολύς διάλογος τά τελευταῖα χρόνια περί τῆς ἀναγκαιότητος ἁπλοποιήσεως τῆς ἐνδυμασίας τῶν κληρικῶν καί ἰδίως τῶν Ἐπισκόπων κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Περί τῆς καταργήσεως τῆς μίτρας καί τοῦ σάκκου, περί τῆς λιτότητος στήν ἐμφάνιση, ἀκόμη καί ἀλλαγή στά ράσα τά ὁποῖα φοροῦμε ζητοῦν ὁρισμένοι, προοδευτικά σκεπτόμενοι καί ἐπιδιώκοντες, κατά τήν γνώμη τους, τήν ἀνανέωση τοῦ κλήρου. Κάτι τέτοιο ὅμως ἔρχεται σέ εὐθεία ἀντίθεση μέ τήν παράδοσή μας, ἡ ὁποία ἀποτυπώνει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ἑτέρου καί τῆς διακονίας τῆς χαρισματικῆς ἱερωσύνης. Ἀλλοῦ εἶναι τά πραγματικά προβλήματα τοῦ κόσμου. Καί ἄλλη ὀφείλει νά εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐσωτερική. Καρδιακή. Μαρτυρία φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης. Ὄχι συγκατανεύσεως στήν ἰσοπέδωση καί τήν ἀλλοτρίωση, χάριν τῆς ἐκκοσμικεύσεως.
Κατά τήν τελευταία ἱερατική μας σύναξη πρό τοῦ θέρους εἴχαμε συζητήσει ὁρισμένα σημεῖα τῆς τάξεως καί τοῦ τυπικοῦ, στά ὁποῖα ἔχουμε διαπιστώσει ἀδυναμίες. Κατόπιν πολλῆς σκέψεως, ἀποφασίσαμε εἰς τό ἐξῆς στην Μητρόπολή μας νά ἐφαρμόσουμε τά μέτρα τά ὁποῖα θά σᾶς ἀναπτύξουμε στή συνέχεια καί νά ζητήσουμε ἀπό τόν καθένα σας καί ἀπό τούς συνεργάτες σας, δηλαδή τούς ἱεροψἀλτες τούς χοράρχες καί τούς Ἐπιτρόπους σας, να τά ἐφαρμόσετε τόσο κατά την παρουσία μας στούς Ἱερούς Ναούς, ὅσο καί σέ κάθε πανήγυρη καί σέ κάθε ἱερή ἀκολουθία, γιά νά δηλώσουμε ὅλοι μαζί, «ἐν ἑνί στόματι και μιᾷ καρδίᾳ» τήν ἑνότητα καί τήν ἐπιθυμία μας νά ἔχουμε κοινή γραμμή. Κατά τόν χωρισμό στίς ὁμάδες συζητήσεως κατά ἀρχιερατικές περιφέρειες μπορεῖτε νά καταθέσετε τυχόν προβληματισμούς καί συμπληρωματικές προτάσεις σας.
Α . Γενικές ὁδηγίες
1. Ὀφείλουμε νά εἴμαστε παρόντες στό ναό πρό τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἀρχιερέως γιά νά λάβουμε «καιρό» ἀπό αὐτόν. Κατά τήν ὑποδοχή φέρουμε ἀπαραιτήτως καλυμαύχιο καί ἐξώρασο καί ὅσοι εἶναι σταυροφόροι, τό σταυρό τους. Ἡ ὑποδοχή γίνεται στήν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ. Ὁ ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ φέρει ἐπιτραχήλιο καί φελώνιο καί ὄχι ἅπασα τήν στολή (ἀκόμη καί ἄν ἐπίκειται Θεία Λειτουργία) καί κρατᾶ τό Εὐαγγέλιο.
2. Σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία κάποιοι καθυστερήσουν γιά λόγους ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς τους καί ὄχι ἐσκεμμένα, θά ἔρθουν νά πάρουν καιρό ὁπωσδήποτε καί δέν θά παρουσιάζεται τό φαινόμενο τῆς ἀταξίας νά εισοδεύουν στόν Ἑσπερινό ἄνευ εὐλογίας τοῦ Ἀρχιερέως. Ἄς περιμένουν καί ἄν τυχόν ἔρθουν καί κάποιοι ἄλλοι στό «Αἰνεῖτε τόν Κύριον πάντα τά ἔθνη» νά βγοῦνε ὅλοι μαζί καί νά λάβουν καιρό ἀπό τόν Ἀρχιερέα.
3. Καιρό λαμβάνουμε ἀπό τόν Ἀρχιερέα πού ἵσταται στόν θρόνο ἀνά δύο καί κατά τά πρεσβεῖα καί ὄχι ἕνας-ἕνας. Δεξιά, ὅπως βλέπουμε ἐμεῖς τόν Ἀρχιερέα, καί ἀριστερά ὅπως μᾶς βλέπει ὁ Ἀρχιερέας, ἵσταται ὁ ἔχων πρεσβεῖα ἀπό τόν ἄλλο. Ὅταν ὑπάρχουν διάκονοι, πηγαίνουν ἀνά ἕνας μαζί μέ τόν ἔχοντα τά πρεσβεῖα ἱερέα στήν ἀρχή τῆς σειρᾶς. Κατόπιν, οἱ πρεσβύτεροι ἀνά δύο, κατά τά πρεσβεῖα τους. Καιρό λαμβάνουμε κάνοντας μετάνοια ἔμπροσθεν τοῦ Ἀρχιερέως ταυτοχρόνως καί οἱ δύο, ἀσπαζόμενοι τήν δεξιά του, πρῶτα ὁ ἔχων τά πρεσβεῖα στήν δυάδα καί μετά ὁ δεύτερος, κάνουμε καί πάλι μετάνοια ταυτοχρόνως, καί εἰσερχόμεθα στό Ἅγιο Βῆμα ἀπό τήν Ὡραία Πύλη. Αὐτό γίνεται μόνο στόν καιρό ὅταν χοροστατεῖ Ἀρχιερεύς.
4. Στό Ἅγιο Βῆμα ὀφείλουμε νά εἴμαστε προσευχόμενοι καί σιωπῶντες. Μᾶς θλίβει τό γεγονός νά ἀκοῦμε θόρυβο καί συζητήσεις στό ἱερό, κάτι τό ὁποῖο προκαλεῖ ἀκαταστασία καί σύγχυση στό λαό μας.
5. Κατά τήν Εἴσοδο, βγαίνουμε ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο κατά τά πρεσβεῖα, ποιοῦμε σχῆμα στόν ἱστάμενο στό Θρόνο ἤ στόν εὑρισκόμενο ἐν μέσῳ τοῦ ναοῦ γιά νά εἰσοδεύσει κατά την Θεία Λειτουργία Ἀρχιερέα (σχῆμα σημαίνει τό χέρι στό στῆθος καί ἐλαφρά ὑπόκλιση τῆς κεφαλῆς) καί κατόπιν πηγαίνουμε ἑκατέρωθεν τοῦ θρόνου, κατά τά πρεσβεῖα. Πρῶτα οἱ διάκονοι καί ἐκ δεξιῶν τοῦ Ἀρχιερέως ὁ πρῶτος τῇ τάξει, ἀριστερά ὁ δεύτερος, δεξιά μετά ὁ τρίτος κ.ο.κ. Σχῆμα ποιοῦμε καί ὅταν ὁ Ἀρχιερεύς εὐλογεῖ εἴτε διά τῆς χειρός κατά τήν εἴσοδό του στό ναό εἴτε διά Σταυροῦ εἴτε διά τῶν δικηροτρικέρων.
6. Σχῆμα στόν Ἀρχιερέα ποιοῦμε ὅταν ἔρθει ἡ σειρά μας γιά ἐκφώνηση καί πρό αὐτῆς καί μετά.
7. Οἱ ἱεροψάλτες λαμβάνουν καιρό ἀμέσως μετά τούς ἱερεῖς, βάζοντας μετάνοια, ἀσπαζόμενοι τό χέρι τοῦ Ἀρχιερέως καί ξαναβάζοντας μετάνοια. Καλό εἶναι μάλιστα, τόσο οἱ ἱεροψάλτες, ὅσο καί οἱ χοράρχες τῶν χορωδιῶν νά φέρουν ράσο. Νά τούς συνηθίσετε νά παίρνουν εὐλογία ἀπό ἐσᾶς, πρίν τό φορέσουν στίς ἱερές ἀκολουθίες. Νά παίρνουν δηλαδή καιρό ἀπό τόν ἱερέα. Ἡ ψαλτική εἶναι διακονία στήν Ἑκκλησία καί ὄχι τραγούδι ἤ ἐπίδειξη.
8. Ὅταν ἀκοῦνε νά μνημονεύεται τό ὄνομα τοῦ Ἀρχιερέως κατά τίς ἀκολουθίες οί ἱεροψάλτες ὀφείλουν νά ψάλουν τό «Εἰς πολλά ἔτη Δέσποτα» καί νά ποιοῦν σχῆμα στόν εὐλογοῦντα Ἀρχιερέα ἀπό τή θέση τους. Τό αὐτό καί κατά τήν Εἴσοδο τοῦ Ἀρχιερέως στό ναό, τόσο στόν Ἑσπερινό ὅσο καί στόν Ὄρθρο, στό «Φῶς ἱλαρόν» (ὅταν ὁ Ἀρχιερεύς εὐλογεῖ τόν λαό), στό Εἰσοδικό («Δεῦτε προσκυνήσωμεν» ἤ τῆς τυχούσης ἑορτῆς) καί κατά τήν Ἀπόλυση. «Εἰς πολλά ἔτη Δέσποτα» λέει καί ὁ Ἀναγνώστης μετά τό «Νῦν ἀπολύεις» καί πρίν ξεκινήσει τό «Ἅγιος ὁ Θεός». Σχῆμα ποιοῦμε στόν Ἀρχιερέα εἰς ἀνταπόδοση τῆς εὐλογίας τήν ὁποία ὁ Ἐπίσκοπος προσφέρει στόν κλῆρο καί τόν λαό.
9. Πρίν τό «Κύριε ἐκέκραξα» καί πρίν τό «Πᾶσα Πνοή» ἡ τάξη εἶναι ὁ λαμπαδάριος (ὁ ἀριστερός ἱεροψάλτης) ἤ κάποιος βοηθός ἱεροψάλτης νά ἵσταται ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Ἀρχιερέως καί νά λέει μελωδικῶς «Κέλευσον, Δέσποτα Ἅγιε. Ἦχος δεῖνα», κατά τόν ἦχο πού θά ψαλοῦν τά Κεκραγάρια ἤ τά Πασαπνοάρια. Ὁ Ἀρχιερεύς τότε εὐλογεῖ τον πρωτοψάλτη, ὁ ὁποῖος θα ποιήσει σχῆμα ἀπό τη θέση του καί θά ξεκινήσει νά ψάλει τό «Κύριε ἐκέκραξα» ἤ τό «Πᾶσα πνοή». Ὁ λαμπαδάριος τότε, ἤ ὁ βοηθός, κάνει μετάνοια, ἀσπάζεται τό χέρι τοῦ Ἀρχιερέως καί ἐπανέρχεται στό ψαλτήρι.
10. Οἱ ἱερεῖς δέν καλύπτουν μέ τίς φωνές τους τόν Ἀρχιερέα ἤ τόν προεστῶτα κατά τό «Φῶς ἱλαρόν», κατά τό «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν», κατά τήν ψαλμωδία τοῦ Εἰσοδικοῦ καί τοῦ Ἀπολυτικίου, στό «Ἅγιος ὁ Θεός» καί στό «Κύριε σῶσον τούς εὐσεβεῖς», ἀλλά ὑποψάλλουν συνοδεύοντάς τον.
Β. Στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ
11. Οἱ εὐχές τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὅπως καί τοῦ Ὄρθρου, καλό εἶναι νά ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον ὅλων τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ἀντί νά εἶναι διεσπαρμένοι στό Ἅγιο Βῆμα, ἄς περιτριγυρίζουν τήν Ἁγία Τράπεζα καί ἄς λένε ο καθένας μέ τή σειρά του, τῇ κελεύσει τοῦ προεστῶτος, ἀπό μία ἐκφώνηση στό τέλος κάθε εὐχῆς, κατά τά πρεσβεῖα τους. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ ἀνάγνωση δέν μπορεῖ νά γίνεται μέ τά μικρόφωνα τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἀνοιχτά, ὥστε νά ὑπερβαίνει ἡ φωνή τοῦ ἀναγινώσκοντος τήν φωνή τοῦ ἀπαγγέλοντος τόν Προοιμιακό Ψαλμό.
12. Ὀφείλουμε νά συμμετέχουμε σέ ὅλη τήν ἀκολουθία, ἰδίως τοῦ Ἑσπερινοῦ τῶν πανηγύρεων καί νά μήν ἀποχωροῦμε πρό τοῦ τέλους, χωρίς νά λάβουμε εὐχή ἀπό τόν Ἀρχιερέα ἤ κατά τήν διάρκεια τοῦ κηρύγματος. Τό κήρυγμα εἶναι καί γιά τόν κλῆρο. Δέν εἶναι μόνο γιά τόν λαό. Ὀφείλουμε νά τό ἀκροώμαστε μετά προσοχῆς, γιά νά ὠφελούμαστε πνευματικά καί ὄχι νά μοιράζουμε ἄρτους κατ’ ἐκείνη την ὥρα ἤ νά ἀποχωροῦμε γιατί ἔχουμε ἄλλες ἐργασίες. Ἄλλωστε, τό ὀρθόν εἶναι νά ἐρχόμεθα καί νά συμμετέχουμε στήν Πανήγυρη τοῦ Ναοῦ, ἀφήνοντας κατά μέρος ὅποιες ἄλλες ἐργασίες.
13. Ὁ ἱερέας πού θά λειτουργήσει τήν Κυριακή ὀφείλει νά τελεῖ Ἑσπερινό τό Σάββατο. Τό ἴδιο καί κάθε φορά πού πρόκειται νά λειτουργήσει, τήν παραμονή ὀφείλει νά τελεῖ ἤ νά συμμετέχει σέ Ἑσπερινό.
Γ. Στήν ἀκολουθία τῆς Λιτῆς καί τῆς Ἀρτοκλασίας
14. Νά κατηχήσουμε τό λαό μας γιά νά συμμετέχει στόν Ἑσπερινό τῆς πανηγύρεως, ὅπου τελεῖται κυρίως ἡ ἀκολουθία τῆς Λιτῆς καί ἡ Ἀρτοκλασία.
15. Μετά τά πληρωτικά τοῦ Ἑσπερινοῦ νά λιτανεύουμε ἐντός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τήν εἰκόνα ἤ τό λείψανο τοῦ ἑορτάζοντος Ἁγίου, κατά τήν νενομισμένη τάξη. Νά τελοῦμε τήν ἀκολουθία τῆς Λιτῆς καί τήν Ἀρτοκλασία στόν Ἑσπερινό, διανέμοντας καί ἄρτο στούς πιστούς μέ τό πέρας τῆς ἀκολουθίας. Ἐπειδή ὁ κόσμος ἔχει συνηθίσει καί τήν Ἀρτοκλασία τήν ἡμέρα τῆς πανηγύρεως, στό πέρας τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου μποροῦμε να τελοῦμε τήν συντομευμένη Λιτή καί τήν Ἀρτοκλασία καί νά διαβάζουμε τά «Σπερνά», ὅπως τό ἔθιμο τοῦ τόπου μᾶς ἐπιτάσσει.
16. Οἱ ἄρτοι πρέπει πάντοτε νά συνοδεύονται ἀπό ἕνα μπουκάλι κρασί καί ἕνα μπουκάλι λάδι. Μάλιστα, καλό θα ἦταν, ἐπειδή κάνουμε συχνά ἀρτοκλασίες, νά προμηθευθοῦμε εἰδικά γυάλινα φιαλίδια. Ἑκτός ἀπό τόν ἄρτο, λοιπόν, εἰς τό ἐξῆς θέλουμε δύο ἱερεῖς νά φέρουν καί τόν οἶνον καί τό ἔλαιον γιά εὐλογία στήν Ἀρτοκλασία.
Δ. Στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου
17. Ἡ Θεία Λειτουργία στήν παράδοσή μας εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί παρακαλοῦμε νά μήν καταλιμπάνετε αὐτή τήν ἀκολουθία.
18. Ὅταν ἔρχεται ὁ Ἀρχιερεύς στό ναό, θά γίνεται ἡ τεταγμένη ὑποδοχή μέ τό Εὐαγγέλιο καί, κατόπιν, καθώς ὁ Ἀρχιερεύς θά εἰσέρχεται στό ναό γιά νά μεταβεῖ στήν μέση τοῦ σολέα, ὁ ἱεροψάλτης θά διαβάζει τό μηνολόγιο τῆς ἡμέρας, δηλαδή τό συναξάρι ἐκ τοῦ Μηναίου. Θά ἔχει διαβασθεῖ πρίν τήν ὑποδοχή τό κοντάκιο καί ὁ οἶκος, καί ὅταν ὁ Ἀρχιερεύς φθάσει στό σολέα, θά ὁλοκληρώνεται ἡ ἀνάγνωση τοῦ Μηνολογίου γιά νά εὐλογήσει.
19. Ὅταν ἔρχεται ὁ Ἁρχιερεύς στό ναό γιά νά ἱερουργήσει, δέν θα τελεῖτε τήν προσκομιδή πρό τοῦ ἐρχομοῦ του. Θά λαμβάνετε καιρό ἀπό τόν Ἐπίσκοπο καί, κατόπιν θά ἑτοιμάζετε τήν προσκομιδή, μέχρι καί τήν μερίδα τοῦ Ἀρχιερέως, χωρίς νά εὐλογεῖτε τήν Ἁγία Ἕνωση. Κατά τήν διάρκεια πού ὁ Ἐπίσκοπος προσκομίζει, θά εἶστε πέριξ του καί θά μνημονεύετε κι ἐσεῖς ζῶντες καί κεκοιμημένους. Ἐπίσης, ὅταν ὁ Ἐπίσκοπος μνημονεύει τά ὀνόματα τῶν συλλειτουργῶν ἱερέων καί διακόνων, ἐκείνη τήν στιγμή πρέπει νά λέτε «Τῆς Ἀρχιερωσύνης σου». Φροντίστε νά ἔχετε ζυμωτό πρόσφορο, μέ εὐπρεποῦς μεγέθους ἁμνό, τόν ὁποῖο νά βγάζετε σέ τετράγωνο σχῆμα, ὥστε νά εἶναι ἴσιος στό Ἅγιο δισκάριο καί ὄχι ἀκανόνιστος. Τά τάγματα νά τά βγάζετε ἕνα πρός ἕνα καί ὄχι ὅλα μαζί. Εἶναι αὐτονόητο καί χρέος ὅλων νά ὑπάρχει καθαριότητα, τάξη καί εύπρέπεια στο Ἅγιο Βῆμα, τήν προσκομιδή καί τά ἅγια σκεύη.
Δ. Στήν Θεία Λειτουργία
20. Στό συλλείτουργο τόσο οἱ ἱεροψάλτες ὅσο καί ἡ χορωδία ὀφείλουν νά γνωρίζουν ὅτι μετά τά δύο πρῶτα «Ἅγιος ὁ Θεός» ψάλλεται ἐκ τοῦ βήματος τό «Ἅγιος ὁ Θεός», τό τέταρτο τό λέει ἡ χορωδία ἤ ὁ ἱεροψάλτης, ψάλλεται καί πάλι ἐκ τοῦ βήματος τό πέμπτο, καί μετά «Δόξα. Καί νῦν. Ἅγιος Ἀθάνατος» ἀπό τήν χορωδία ἤ τόν ἱεροψάλτη.
21. Κατά τό συλλείτουργο καλό εἶναι νά ψάλλεται τό «Ἀγαπήσω σε, Κύριε, ἡ ἰσχύς μου, Κύριος στερέωμά μου καί καταφυγή μου καί ρύστις μου», διότι δέν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος γιά τόν ἀσπασμό ὅταν ψάλλεται τό σύνηθες «Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα».
22. Να ἐνθαρρύνετε τόν λαό νά συναπαγγέλει τό «Πιστεύω» καί τό «Πάτερ ἡμῶν».
23. Λόγω τῶν χορωδιῶν, ἰδίως κατά την Θεία Λειτουργία ἱερουργοῦντος Ἀρχιερέως, ὑπάρχει πρόβλημα χρόνου. Γι’αὐτό καί τά κατηχούμενα τά ἀφήνουμε στή διακριτική σας εὐχέρεια. Μπορεῖτε νά τά διαβάζετε μυστικῶς κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἀποστόλου ἤ καί ἐκφώνως στή θέση τους, ἐάν κρίνετε ὅτι ὁ χρόνος ἐπαρκεῖ. Οὐδόλως ὅμως θά τά καταλιμπάνετε.
24. Ἡ μνημόνευση στά Ἅγια εἶναι προνόμιο τοῦ Ἀρχιερέως. Εἴθισται ὅμως νά μνημονεύει καί ὁ λειτουργῶν ἱερέας. Ἡ μνημόνευση ὀφείλει νά εἶναι σύντομος, ὅπως περιλαμβάνεται στήν τελευταία ἔκδοση τοῦ Ἱερατικοῦ. Αὐθαίρετες προσθέσεις «ὑπέρ ὑγείας» ἤ «ὑπέρ ἀναπαύσεως» εἰδικῶν κατηγοριῶν ἀνθρώπων ἤ συγκεκριμένων προσώπων, πλήν τῶν προσφερόντων τά δῶρα, δημιουργοῦν ἀταξία καί ἐπιμηκύνουν χωρίς λόγο τόν χρόνο τῆς μνημονεύσεως καί ζητοῦμε νά ἀποφεύγονται. Ὅταν μνημονεύουμε, οὐδόλως λέμε «ὑπέρ τῶν παρακολουθούντων τήν ἀναίμακτον μυσταγωγίαν ταύτην» ἀλλά «ὑπέρ τῶν ἐπιτελούντων» ἤ «ὑπέρ τῶν συμμετεχόντων». Ἡ Θεία Λειτουργία δέν εἶναι θέαμα καί ἀκρόαμα ἀλλά μετοχή στό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, συν-ιερουργία κλήρου καί λαοῦ.
25. Τό Μεγαλυνάριο ἔχει ἐπικρατήσει, καίτοι κακῶς, νά ψάλλεται στόν τόπο μας. Οἱ ἱεροψάλτες σας θά ψάλλουν, ὅμως, μόνο ἕνα ἤ τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ ἤ τῆς ἑορτῆς τῆς ἡμέρας καί ὄχι ὅσα ἡ προσωπική εὐσέβεια τοῦ καθενός ὑποδεικνύει.
26. Θεωροῦμε ὡραῖο νά ἀναγινώσκονται εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ οἱ εὐχές «Σοί παρακατατιθέμεθα» (πρό τῆς Κυριακῆς προσευχῆς), ἡ ὁποία εἶναι προπαρασκευαστική τῆς Θείας Κοινωνίας τόσο γιά τόν κλῆρο ὅσο καί γιά τόν λαό, ὅπως ἐπίσης καί ἡ εὐχαριστήριος εὐχή «Εὐχαριστοῦμεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (πρό τοῦ «Ὅτι σύ εἶ ὁ ἁγιασμός ἡμῶν»), γιατί κλῆρος καί λαός συμμετέχουμε στήν Θεία Κοινωνία καί εὐχαριστοῦμε τόν Τριαδικό Θεό γιά τήν δωρεά Του.
27. Ὅσον ἀφορᾶ στό κήρυγμα, ἡ τάξις του εἶναι μετά τό Εὐαγγέλιο. Στίς πανηγύρεις, ὅπου τελοῦνται συλλείτουργα, μπορεῖτε νά το ἐκφωνεῖτε κατά τό Κοινωνικό. Μπορεῖτε ὅμως νά συνηθίσετε τό ποίμνιό σας νά ἀκροᾶται τοῦ Θείου Λόγου στό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας, μετά τό «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου». Ἕτσι, καί περισσότεροι ἄνθρωποι ἀκοῦνε και ἡ προετοιμασία γιά τήν Θεία Κοινωνία δέν διασπᾶται.
Ε. Στην ἀκολουθία τοῦ μνημοσύνου
28. Νά ἐκφωνοῦμε ὀρθῶς τό «Ὅτι σύ εἶ ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή καί ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου τάδε, Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν, καί σοί τήν δόξαν ἀναπέμπωμεν σύν τῶ ἀνάρχῳ σου Πατρί καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ σου Πνεύματι».
29. Νά ἐνθαρρύνετε τόν λαό κατά τά μνημόσυνα νά φέρνει κόλυβα. Εἶναι ἀποκρουστικό τό θέαμα τοῦ κενοταφίου στή μέση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ἐνῶ ἀντίκειται στήν θεολογία μας, καθότι δηλώνει τήν θλίψη καί τόν θάνατο. Τό κόλυβο δηλώνει τήν Ἀνάσταση καί αὐτή εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄς τήν ἐπαναφέρουμε στή ζωή τῶν πιστῶν μας.
ΣΤ. Στήν ἀκολουθία τοῦ Γάμου
30. Νά ἐπανέλθουν τό κήρυγμα καί ἡ κατήχηση κατά τόν Γάμο. Νά ἐξηγοῦμε στούς μελλονύμφους, ὅταν μᾶς ἐπισκέπτονται γιά τήν ἔκδοση ἀδείας, τί πρόκειται νά γίνει κατά τήν ἀκολουθία καί πάντοτε νά ἐπισφαγίζουμε τό μυστήριο στό τέλος μέ λίγα λόγια, τά ὁποῖα νά ἐξηγοῦν καί στούς προσκεκλημένους ὅτι ἡ ἀκολουθία εἶναι μυστήριο καί ὄχι κοινωνική τελετή. Σημαντικό ρόλο παίζει καί ἡ εὐκρινής ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν κατά τήν διάρκεια τοῦ μυστηρίου.
31. Παρατηρεῖται ἔλλειψη σεβασμοῦ στήν ἱερότητα τόσο τοῦ μυστηρίου ὅσο καί τοῦ ναοῦ. Γι’αὐτό εἰς τό ἐξῆς θά στείλουμε ἔγγραφο πρός τούς φωτογράφους καί τούς εἰκονολῆπτες τοῦ νομοῦ, μέ τό ὁποῖο θά τούς ἐπισημαίνουμε ὅτι θά ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στό ναό ἐφόσον εἶναι ἀπρεπῶς ἐνδεδυμένοι. Ἐπίσης, ἡ φωτογράφηση καί ἡ βιντεοσκόπηση θά πρέπει νά γίνονται χωρίς συνομιλίες μέ τό ζευγάρι ἤ τούς καλεσμένους καί μέ σεβασμό στό χῶρο.
32. Ἐπίσης, κατά τήν ἔκδοση τῆς ἀδείας, θά κάνετε συστάσεις στίς νύφες νά μήν καθυστεροῦν, ὡς δῆθεν ἡ παράδοση ἐπιβάλλει. Τό αὐτό καί τό ἀνόητο ἔθιμο νά πατοῦν τό πόδι τοῦ γαμβροῦ κατά τό «Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα» εἰς τόο ἐξῆς δέν θά ἐπιτρέπεται στούς ναούς καί αὐτό θά τό ἀνακοινώσουμε δημοσίως.
33. Εἰς τό ἐξῆς, ἀπαγορεύεται ἡ ρίψη κουφέτων ἤ καρυδιῶν ἤ ἄλλων καρπῶν κατά τήν διάρκεια τοῦ μυστηρίου ἐντός τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Μόνο ρύζι καί ροδοπέταλα, καί αὐτά μέ μέτρο. Θά ἔχετε πλήρη κάλυψη ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη σέ περίπτωση πού διακόψετε γάμο γιά τέτοιες ἀταξίες. Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι θά τό ἔχετε ἐξηγήσει στούς μελλονύμφους κατά τήν ἔκδοση τῆς ἀδείας, ἐνῶ καί ἡ Ἱερά Μητρόπολις θά ἐκδώσει σχετική ἀνακοίνωση.
34. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι δέν θά ἀνεχθοῦμε καμία παραβίαση αὐτῶν τῶν ὁδηγιῶν καί εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δέν θά βρεθοῦν κάποιοι ἐξ ὑμῶν οἱ ὁποῖοι νά κάμουν τούς δῆθεν ἐλαστικούς καί φιλελεύθερους.
Ζ. Στήν ἀκολουθία τῆς Βαπτίσεως
35. Κι ἐδῶ χρειάζεται νά διαφυλαχθεῖ ἡ ἱερότητα τοῦ μυστηρίου. Γι’αὐτό δέν θά ἐπιτρέπεται νά στολίζεται μέ μπαλόνια ἡ κολυμβήθρα ἤ μέ ὑπερβολικό ἀριθμό λουλουδιῶν ἤ ἄλλες συνήθειες ἐπίδειξης (ὅπως ἡ εἴσοδος κλόουν ἐντός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ), χάριν τοῦ θεάματος καί τῆς ὅποιας χαρᾶς τῶν γονέων. Τά μπαλόνια ἀπαγορεύονται αὐστηρῶς ἐντός τοῦ ναοῦ.
35. Κι ἐδῶ καλό εἶναι νά γίνεται προετοιμασία τῶν γονέων καί τοῦ ἀναδόχου πρό τῆς βαπτίσεως, ὅπως ἐπίσης καί νά ἐπανέλθει τό κήρυγμα κατά τήν διάρκεια τοῦ μυστηρίου, ὥστε νά μποροῦν οἱ προσκεκλημένοι νά κατανοοῦν τί τελεῖται. Ἀπαραίτητη εἶναι καί πάλι ἡ εὐκρινής ἀνάγνωση τῶν εὐχῶν.
36. Γιά τούς φωτογράφους καί τούς εἰκονολῆπτες ἰσχύει ὅ,τι καί γιά τόν γάμο.
Θέλουμε νά πιστεύουμε ὅτι μέ τήν τήρηση αὐτῶν τῶν σημείων θά μπορέσουμε νά δώσουμε στό λαό μας τήν εἰκόνα τῆς τάξεως καί τῆς εὐπρεπείας κατά τήν τέλεση τῶν μυστηρίων, ὅπως ἐπίσης καί νά κατανοήσουμε τί σημαίνει Ἱεραρχία, ἱερότητα καί πνευματική ἄνοδος στήν ἐκκλησιαστική ζωή. Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν παρουσία σας ἐδῶ σήμερα, ὅπως ἐπίσης καί τούς ἐκλεκτούς εἰσηγητές μας, οἱ ὁποῖοι θά μᾶς δώσουν περαιτέρω στοιχεῖα γιά τήν μυστηριακή ζωή. Καλήν ἱεραποστολική χρονιά!
Κέρκυρα, 4 Σεπτεμβρίου 2007