Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου σέ ἐκδήλωση πρός τιμήν τῶν φοιτητῶν τῆς Κέρκυρας
Ἀγαπητοί μου φοιτητές καί φοιτήτριες,
Γιά μία ἀκόμη χρονιά ἡ τοπική μας Ἐκκλησία σᾶς ὑποδέχεται μέ πολλή ἀγάπη στόν φιλόξενο χῶρο τοῦ Ἀμφιθεάτρου τοῦ Ἱδρύματος Χρονίως Πασχόντων «Ἡ Πλατυτέρα», προκειμένου νά ἐπικοινωνήσει μαζί σας, νά ἀκούσει τίς σκέψεις καί τούς προβληματισμούς σας, ἀλλά καί νά σᾶς δώσει τά δικά της μηνύματα γιά τόν κόσμο, τήν ἐποχή καί τή ζωή μας, ὥστε μέσα ἀπό αὐτόν τόν γόνιμο καί δημιουργικό διάλογο νά μπορέσουμε νά χαροῦμε ἀληθινά. Καί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ χαρά ἀποτελεῖ ζητούμενο στήν ἐποχή καί τή ζωή μας, ὄχι βεβαίως, διότι δέν ἔχουμε εὐκαιρίες μέσα ἀπό τήν πρόοδο καί τόν πολιτισμό νά εἴμαστε χαρούμενοι. Ἡ χαρά ὅμως ἔχει μία βαθύτερη διάσταση, ἐσωτερική, πνευματική. Ἐμεῖς συνήθως μένουμε στήν ἐπιφάνεια, κι αὐτό μᾶς κάνει νά μήν μποροῦμε νά τήν γευθοῦμε ὡς μόνιμη κατάσταση στή ζωή μας. Ἡ παρουσία σας, λοιπόν, ἀπόψε, μᾶς δίδει χαρά, διότι ἀποτελεῖ παρουσία νέων ἀνθρώπων καί, πρωτίστως, εἰκόνων Θεοῦ, πού μέ ὄρεξη, προβληματισμό, δυναμισμό ἀγωνίζονται νά πετύχουν στή ζωή τους, ὅπως θἐλει ὁ Θεός, ἀλλά καί κατά τήν δική σας διάθεση.
Ἐπιλέξαμε φέτος νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν μεταλλαγμένη ἐποχή μας. Γνωρίζετε πολύ καλά γιά τήν ἔννοια τῆς μεταλλάξεως, τῆς προσαρμογῆς δηλαδή ἑνός ὀργανισμοῦ στό περιβάλλον του μέ βάση κάποιες ἀλλαγές, οἱ ὁποῖες ἐπιτελοῦνται σταδιακά στό γενετικό του ὑλικό, εἴτε ἀπό τήν ἴδια τήν φύση εἴτε κατόπιν παρεμβάσεως τοῦ ἀνθρώπου, μέσω τῆς ἐπιστήμης τῆς Γενετικῆς, τῆς Τεχνολογίας, τῆς ἐκπομπῆς ραδιενέργειας, τῆς χρήσεως ὅπλων, τῆς μολύνσεως τοῦ περιβάλλοντος. Ἤδη γίνεται λόγος γιά τά μεταλλαγμένα προϊόντα. Οἱ ἐπιστήμονες παρεμβαίνουν στό γενετικό ὑλικό διαφόρων εἰδῶν τῆς χλωρίδος καί τῆς πανίδος, δημιουργώντας στήν οὐσία νέα εἴδη, πιό ἀνθεκτικά στίς σύγχρονες συνθῆκες ζωῆς, γιά νά χρησιμοποιηθοῦν ἀπό ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους.
Ἀπώτερος σκοπός τῶν μεταλλάξεων εἶναι νά ἔχουμε στήν διάθεσή μας μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων, τά ὁποῖα θά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά καταναλώνουμε ἀνά πᾶσα στιγμή. Τά προϊόντα αὐτά θά ἔχουν θεωρητικῶς περισσότερες θρεπτικές ἰδιότητες, θά προκαλοῦν μεγαλύτερη ἀπόλαυση στίς αἰσθήσεις μας καθώς θά μᾶς θυμίζουν διάφορα εἴδη καί ὄχι ἕνα συγκεκριμένο, ὅπως μέχρι σήμερα ἡ φύση μᾶς δίδει, ἐνῶ θά ἔχουμε τήν δυνατότητα παραγωγῆς τους μέ μεγαλύτερη ἀνεξαρτησία ἀπό τίς καιρικές συνθῆκες, τό χρόνο καί τίς ἐποχές. Τό πείραμα μοιάζει ἰδιαίτερα φιλόδοξο, καθώς ἐπικαλύπτεται ἀπό τό ἰδιαίτερα εὐαίσθητο ζήτημα τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἐπιστημόνων γιά τήν σωματική μας ὑγεία.
Καί δέν σταματοῦμε ἐδῶ. Τά γενετικῶς τροποποιημένα προϊόντα εἶναι ἡ ἀρχή. Πιθανῶς νά προχωρήσουμε καί σέ γενετικῶς τροποποιημένους ἀνθρώπους, ἀναλόγως τῶν ἐπιθυμιῶν μας, τῆς πιθανότητος βελτιώσεως τῆς ὑγείας, τῆς παρατάσεως τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας, πού ὁ κόσμος μας ἐπιδιώκει. Μέ παρεμβάσεις στό γενετικό ὑλικό τῶν ἀναπαραγωγικῶν κυττάρων πιθανόν νά ἔχουμε συνδυασμό ἰδιοτήτων «σέ παιδιά τῶν ἐργαστηρίων». Θά ἔχουμε κατά παραγγελίαν ἀνθρώπους μέ χαρακτηριστικά πού ἐπιθυμοῦμε ὡς πρός τό ὕψος, τό χρῶμα τῶν ματιῶν, τῶν μαλλιῶν, τό σχῆμα τοῦ προσώπου ἤ τοῦ σώματος, ἀκόμη καί τό φῦλο. Ζητούμενο ἡ ποικιλία καί ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν μας.
Αὐτά ὅλα μπορεῖ νά φαντάζουν γοητευτικά γιά τούς ἐπιστήμονες καί γιά ὅσους χρηματοδοτοῦν τέτοιες ἔρευνες, ὅπως ἐπίσης καί γι’ αὐτούς πού στόν βωμό τῆς προόδου καί τῆς ἐλευθερίας τῆς γνώσεως «παίζουν ἐν οὐ παικτοῖς», παραθεωρώντας τόν κανόνα τῆς Ἱστορίας ὅτι ἡ φύση ἐκδικεῖται τούς βιαστές της. Ἄς μήν λησμονοῦμε ὅτι ἤδη τά μεταλλαγμένα προϊόντα ἔχουν ἀρχίσει νά διατίθενται ἄμεσα στήν Ἀμερική, ἀλλά καί πιθανῶς σέ χῶρες τοῦ λεγόμενου τρίτου κόσμου, οἱ ὁποῖες πάντοτε ἀποτελοῦν τούς τόπους πειραματισμοῦ τῶν Ἱσχυρῶν, ἀλλά καί ἔμμεσα, δηλαδή μέσα ἀπό προϊόντα μαζικῆς καταναλώσεως, σέ ὅλο τόν κόσμο. Τελικός σκοπός ὅλων ὅσων ἐπιδίδονται στό ἐμπόριο τῶν προϊόντων αὐτῶν εἶναι τό κέρδος, κάτι πού δέν μποροῦμε κατ’ ἀρχήν νά ἀπορρίψουμε, ἀλλά πού δέν μποροῦμε νά συμφωνήσουμε ὅταν γίνεται αὐτοσκοπός τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί τοῦ πολιτισμοῦ καί μάλιστα, ὅταν «ἁγιάζονται τά μέσα», προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ.
Γιά τά μεταλλαγμένα προϊόντα, ὅπως καί γιά τούς μεταλλαγμένους ἀνθρώπους, ὑπάρχουν βεβαίως καί ἀντιδράσεις. Τόσο οἱ οἰκολογικές ὀργανώσεις, ὅσο καί ἄλλοι φορεῖς διατυπώνουν τούς προβληματισμούς, τίς ἐνστάσεις τους καί ἀγωνίζονται μέ κάθε τρόπο ὥστε νά διασφαλισθεῖ ἡ ὑγεία μας, ἀλλά καί νά κατανοήσουμε ὅτι στόν βωμό τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἐπιθυμιῶν μας, τῆς ποικιλίας πού γεννᾶ κέρδος καί στόν μεγάλο πειρασμό νά παρεμβαίνουμε κατά τό δοκοῦν στήν φύση, καταδυναστεύοντάς την καί βιάζοντάς την, τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι μᾶλλον καταστρεπτικό. Καί εἶναι γεγονός ὅτι στήν Εὐρώπη τουλάχιστον ἔχει δημιουργηθεῖ ἕνα ἰσχυρό ρεῦμα ἀντιστάσεως στήν χρήση μεταλλαγμένων προϊόντων, ἐνῶ ὁ βιοηθικός προβληματισμός γιά τούς μεταλλαγμένους ἀνθρώπους ἔχει βρεῖ ἰδιαίτερη ἀπήχηση.
Κατανοοῦμε, λοιπόν, τά προβλήματα πού προκαλοῦν τά μεταλλαγμένα προϊόντα. Θά ἄξιζε ὅμως νά προβληματισθοῦμε πάνω στήν ἴδια τήν ἐποχή μας, τήν ὁποία θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε γενικότερα ὡς «μεταλλαγμένη». Διότι ἡ μετάλλαξη δέν ἔχει νά κάνει μόνο μέ τό γενετικό ὑλικό τῶν φυσικῶν εἰδῶν καί ὀργανισμῶν. Ἔχει νά κάνει καί μέ τήν οὐσία τῆς ἴδιας μας τῆς ζωῆς, τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς καθημερινότητος, τοῦ χαρακτήρα μας. Ἔχει νά κάνει μέ τόν τρόπο πού βλέπουμε τόν σκοπό τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλά καί τά μέσα πού χρησιμοποιοῦμε γιά νά προοδεύσουμε. Ἔχει νά κάνει μέ τό ἦθος καί τίς ἀξίες μας. Τίς ἐλπίδες καί τά δεδομένα μέ βάση τά ὁποῖα ἀγωνιζόμαστε γιά τό μέλλον μας. Καί, τελικῶς, μέ τό πῶς ἀντιλαμβανόμαστε τήν εὐτυχία στή ζωή μας, ὄχι μόνο σέ σχέση μέ τόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί σέ σχέση μέ τόν κόσμο καί τήν ἐποχή στήν ὁποία ζοῦμε.
Ἡ ἐποχή μας εἶναι μεταλλαγμένη. Ὁ χαρακτηρισμός αὐτός δέν προέρχεται ἀπό συντηρητισμό καί διάθεση παραμονῆς στό παρελθόν. Ἡ Ἐκκλησία, ἄλλωστε, στήν θεολογία της δέν λειτουργεῖ στατικά, ἀλλά δυναμικά. Δέν ἀναφέρεται μέ νοσταλγία στό παρελθόν, γιά νά κατακρίνει τό παρόν. Γιά τήν Ἐκκλησία ἰσχύει ἀπολύτως ὁ λόγος τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας πού περιγράφει τήν ἀποστολή Του ὡς Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα Του καί Πατέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων: «οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἲωάν. 3, 17, «γιατί ὁ Θεός δέν ἔστειλε τόν Υἱό Του στόν κόσμο γιά νά καταδικάσει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ»). Ἑπομένως, ἡ ὅποια θέαση τῆς ἐποχῆς μας ἀπό τήν πλευρά τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀποσκοπεῖ στήν ἀπόρριψή της, ἀλλά στήν ἐπισήμανση γιά τό ποῦ αὐτή πορεύεται καί ποῦ ἀποκλίνει ἀναφορικά μέ τό ἦθος καί τήν προοπτική, τήν ὁποία ἡ πίστη στόν Χριστό δίδει. Ὁ ἴδιος λόγος, ἄλλωστε, τοῦ Κυρίου ἀναφέρει: «Ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν οὐ κρίνεται, ὁ δέ μή πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μή πεπίστευκεν εἰς τό ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἲωάν. 3, 18, «Ὅποιος πιστεύει σ’ αυτόν δέν ἔχει νά φοβηθεῖ τή θεϊκή κρίση . αὐτός ὅμως πού δέν πιστεύει ἔχει κιόλας καταδικαστεῖ, γιατί δέν πίστεψε στόν μονογενῆ Υἱό τοῦ Θεοῦ»).
Ἡ Ἐκκλησία δέν μιλᾶ γιά ἀλήθειες στήν θεολογία της, ἀλλά γιά τήν μία καί μοναδική Ἀλήθεια πού εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ λόγος Του καί πάλι ὁριοθετεῖ τήν πίστη μας: «Ἑγώ εἰμί ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰωάν. 14, 6). Ἡ ἐπιστήμη ἀνακαλύπτει ἀλήθειες, προτάσεις, νόμους, ἀξιώματα, θεωρίες πού δίδουν μία μερική εἰκόνα γιά τό τί ἰσχύει στόν κόσμο. Οἱ ἀλήθειες αὐτές ὑφίστανται συνεχῶς τροποποιήσεις, συμπληρώσεις, προσθῆκες ἤ καί ἀναιροῦνται, ἀναλόγως πρός τίς ἀνακαλύψεις τῆς γνώσεως. Ἡ ἀνθρώπινη γνώση δέν θά πάψει νά εἶναι μερική, ἀποσπασματική, πεπερασμένη. Ἡ Ἐκκλησία, ζώντας τήν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἱησοῦ Χριστοῦ, γεύεται τήν πληρότητα τῆς γνώσεως καί τῆς ἀλήθειας, πού δέν ἔχει νά κάνει μέ ἀνακαλύψεις, ἰδέες, πειράματα, ἀλλά μέ τό Θεανθρώπινο Πρόσωπο καί τήν σχέση μαζί Του. Κι αὐτή ἡ θεολογική θέση, ἡ ὁποία βιώνεται στήν Ἱστορία ἀπό τούς Ἁγίους μας, ὄχι μόνο τοῦ παρελθόντος, ἀλλά καί τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος, ἀποτελεῖ τήν βάση γιά νά δώσει ἡ Ἐκκλησία τήν ἐμπειρία τῆς μαρτυρίας της στήν ἐποχή μας καί γιά τήν ἐποχή μας.
Ἡ ἐποχή μας εἶναι μεταλλαγμένη. Δίδει προτεραιότητα στίς ἐπιθυμίες καί τό θέλημά μας. Ἔχει μετατρέψει τόν ἄνθρωπο ἀπό ὄν πού σκέπτεται, ἀγαπᾶ, κοινωνεῖ, σχετίζεται, σέ ὄν πού καταναλώνει. Ὁ καταναλωτής ἄνθρωπος ἐξετάζει πρωτίστως σέ κάθε τι πού συναντᾶ τήν χρησιμότητά του γιά τόν ἴδιο. Ὁ συνάνθρωπος, ἡ ἰδέα, τό προϊόν, τό περιβάλλον, τό ἀγαθό, ἡ ἐπιστήμη, ἡ ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, ἀκόμη καί ἡ διάθεση τοῦ ὅποιου ἐλεύθερου χρόνου κρίνονται μέ βάση τήν προσωπική ὠφέλεια καί τήν συμβολή τους στήν ἀτομική εὐτυχία. Καί εὐτυχής εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού μπορεῖ νά ἱκανοποιεῖ τίς ἀνάγκες του, πραγματικές καί τεχνητές. Καί ὄχι ἁπλῶς νά τίς ἱκανοποιεῖ, ἀλλά νά ἀπολαμβάνει αὐτή τήν ἱκανοποίηση. Γι’ αὐτό ὁ καταναλωτής ἄνθρωπος ἔχει ὡς κέντρο τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς τόν ἑαυτό του καί χρησιμοποιεῖ τά πάντα γιά νά ἀπολαύσει.
Ὅ,τι δέν προκαλεῖ ἀπόλαυση, ἀπορρίπτεται, διότι εἶναι ἄχρηστο. Αὐτό τό βλέπουμε στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ ἐποχή μας ἀντιμετωπίζει ἀξίες καί θεσμούς. Ἡ πιστότητα στήν οἰκογένεια, γιά παράδειγμα, ἀποτελοῦσε κυρίαρχη ἀξία γιά τόν κόσμο μας. Κανείς δέν καταδικάζει τήν ἀπόλαυση, τήν ἡδονή, τήν ὁποία βιώνουν οἱ ἄνθρωποι ὡς σύζυγοι στά πλαίσια τοῦ γάμου. Ἡ Ἑκκλησία, μάλιστα, ὑπενθυμίζει τήν ὥρα τοῦ μυστηρίου τόν βιβλικό λόγο «καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα, καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναίκα αὐτοῦ καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν καί οὕς ὁ Θεός συνέζευξε, ἄνθρωπος μή χωριζέτω» (Γεν. 2, 24, Εὐχή στήν Ἀκολουθία τοῦ Γάμου). Ἔρχεται ἡ ἐποχή μας σήμερα καί προβάλλει ὡς ἰδανικό τήν ἀπόλαυση, αὐτονομημένη ὅμως ἀπό τήν οἰκογένεια, δηλαδή τήν ἀγάπη, τήν δημιουργία, τήν εὐθύνη, τήν χαρά, τήν κοινή πορεία, τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καθιστώντας την τελικά αὐτοσκοπό τοῦ ἀνθρώπου.
Καί ὄχι μόνο αὐτό. Ἡ ἡδονή ἀντιμετωπίζεται ὡς δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ ἀπό συμβατικότητες. Γι’αὐτό καί οἱ ἐξωσυζυγικές σχέσεις, ἡ μοιχεία, ἡ πορνεία, ἡ ἀσωτία, θεωροῦνται ἐπιτρεπτά. Ἡ ἀπιστία ἐντάσσεται στήν φιλοσοφία τῆς καταναλώσεως. Ἔχω δικαίωμα νά καταναλώνω τόν ὅποιον ἄλλο δέχεται νά ἀπολαύσει μαζί μου, χωρίς νά μέ ἐνδιαφέρει ἡ ὅποια ἠθική δέσμευση. Παλαιότερα ὑπῆρχε τό αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς σέ ὅποιον παραβίαζε τήν συζυγική πίστη. Σήμερα ἡ ἐποχή μας ἔχει ἀπο-ενοχοποιήσει τέτοιες συμπεριφορές καί μέσα ἀπό τήν τηλεόραση, τίς νομιμοποιεῖ, κάνοντάς μας νά διασκεδάζουμε καί νά γελοῦμε μ’ αὐτές.
Γι’ αὐτό καί μᾶς ἀρέσουν ἡ ποικιλία καί ἡ πολυφωνία. Διαμορφώνουμε τήν καθημερινότητά μας μέ βάση τό τί ἡ ἑποχή μας παρουσιάζει καί κινούμαστε μέσα στήν ρευστότητα τῶν συναισθημάτων, τῶν προτύπων, τῶν ἀντιλήψεων, τῶν ἰδεῶν. Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει νά διαμορφώσουμε ταυτότητα προσωπική, νά ἔχουμε ὁλοκληρωμένη ἀντίληψη γιά τή ζωή καί νά πορευόμαστε μέ βάση τόν δικό μας κώδικα ἀξιῶν, ἀλλά εἴμαστε πρόθυμοι νά ἀκολουθήσουμε κάθε τι τό ὁποῖο προβάλλεται ὡς νέο, ἀκόμη καί ἄν ἀποτελεῖ ριζική μετάλλαξη αὐτοῦ πού ἤδη ἀκολουθοῦμε.
Εἴμαστε ἀναποφάσιστοι στό νά ἀναλάβουμε εὐθύνες γιά τή ζωή μας. Προτιμοῦμε νά τίς μεταθέτουμε χρονικά. Ἔχουμε τήν διάθεση νά ἀσκοῦμε κριτική γιά τά πάντα, χωρίς ὅμως νά διατυπώνουμε συγκεκριμένη πρόταση, τήν ὁποία ἐμεῖς νά μποροῦμε νά τήν ἐφαρμόσουμε στή ζωή μας. Αὐτό τό βλέπουμε καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν πολιτική, ἀλλά καί στήν Ἐκκλησία. Ἀπορρίπτουμε τούς πολιτικούς καί τήν πολιτική γιά συγκεκριμένες συμπεριφορές, ἀλλά ζητοῦμε κιόλας ἀπό αὐτούς νά μᾶς ἐξυπηρετήσουν ὥστε νά βροῦμε ἐργασία ἤ νά ἐξασφαλίσουμε τό μέλλον μας. Κρίνουμε τούς ἐκκλησιαστικούς ἡγέτες γιά τήν συμπεριφορά τους, ἀπορρίπτουμε κάποιες ἀπό τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀναχρονιστικές, δέν ἔχουμε ὅμως νά ἀντιτάξουμε συγκεκριμένες καί ἐφαρμόσιμες προτάσεις, ἐνῶ ἡ ὅποια κριτική μας εἶναι ἀποσπασματική καί συνήθως ἀγνοεῖ τήν διδασκαλία τῆς πίστεως καί τά δεδομένα στήν ἐφαρμογή της.
Σύνθημά μας στήν οὐσία εἶναι ὅτι γιά ὅλα ὅσα δέν πᾶνε καλά, τήν εὐθύνη ἔχουν οἱ ἄλλοι. Παραμένουμε, τίς περισσότερες φορές, παθητικοί δέκτες τῶν μηνυμάτων καί τῶν πληροφοριῶν τῆς ἐποχῆς μας καί δέν εἴμαστε πρόθυμοι νά ἀντισταθοῦμε ἤ νά διαμορφώσουμε ἕνα ἄλλο ἦθος. Αὐτό τό διαπιστώνουμε κυρίως στήν στάση μας ἔναντι τῆς τηλεοράσεως, τήν ὁποία ἐπικρίνουμε γιά τήν ποιότητα τῶν ἐκπομπῶν καί τῶν εἰδήσεων πού παρουσιάζει, ἀλλά δέν εἴμαστε ἕτοιμοι νά τήν κλείσουμε, ἀντιστεκόμενοι καί ζητώντας ἀλλαγές.
Ἡ μετάλλαξη τῆς ἐποχῆς μας ἔχει καί ἄλλες πλευρές. Θά σταθοῦμε στήν περιφρόνηση τοῦ πνεύματος καί στήν ὑλιστική ἀντίληψη περί τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεώς μας. Χαρακτηριστική ἔκφραση εἶναι ἡ στάση ἔναντι τοῦ θανάτου. Μέχρι σήμερα ὁ κόσμος μας, ἐμφορούμενος ἀπό τήν χριστιανική ἀντίληψη ὅτι ὁ βιολογικός θάνατος δέν ἀποτελεῖ τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἀλλά τό πέρασμα στήν αἰωνιότητα καί στό Θεό, δηλαδή ἕνα Πάσχα, σεβόταν τό νεκρό ἀνθρώπινο σῶμα καί τό ἔθαβε. Ἡ ταφή εἶναι κίνηση πού δηλώνει τήν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως. Γι’ αύτό καί τά ἀνθρώπινα ὀστά φυλάσσονται, γιά νά ἔχουμε πάντοτε κατά νοῦν ὅτι θά ἔρθει ἐκείνη ἡ ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά ἀνακαινίσει τόν κόσμο καί θά ἀναστήσει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, γιά νά ζήσουμε μαζί Του τήν αἰώνια χαρά τῆς ἀγάπης καί τῆς σχέσεως, ὁδηγημένοι στήν ἑνότητα.
Σήμερα διατυπώνεται ἀπό πολλές πλευρές τό αἴτημα περί τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν. Οἱ ὑποστηρικτές του θεωροῦν πώς εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νά διαθέσει καί μετά θάνατον τό σῶμα του ὅπως αὐτός κρίνει καί ὅτι εἶναι προτιμότερο νά γίνεται στάχτη, ἡ ὁποία δέν καταλαμβάνει καί χῶρο, ἀλλά καί μπορεῖ νά διασκορπιστεῖ στόν ἀέρα ἤ νά φυλαχθεῖ ἀπό τούς συγγενεῖς ὡς ἁπλῆ ἀνάμνηση τῆς παρουσίας του στή ζωή. Ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιδράσεως τῆς φιλοσοφίας τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν πού ἡ στάση αὐτή φανερώνει, ὀφείλουμε νά ἐπισημάνουμε ὅτι εἶναι δηλωτική τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐποχῆς μας νά μιλήσει γιά μεταθανάτια ζωή, νά πιστέψει στήν ἀνάσταση, νά ἀποδεχθεῖ τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς πίστεώς μας, ὅπως ἐπίσης καί τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ζωή ἔχει ἀρχή καί τέλος πού ταυτίζονται μέ τόν βιολογικό χρόνο τοῦ ἀνθρώπου.
Στήν οὐσία μία τέτοια θεώρηση δηλώνει τήν ἄρνηση τῆς ἐποχῆς μας νά πιστέψει στόν Θεό, ὅπως ἐπίσης καί καθιστᾶ περιττή τήν ὕπαρξη ἰδεῶν, πνευματικότητος, ἠθικῆς, ἀφοῦ τό νόημα τῆς ζωῆς εἶναι «φάγωμεν, πίωμεν . αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν», ὅπως ὑποστήριζαν οἱ Ἐπικούρειοι φιλόσοφοι τῆς ἀρχαιότητος. Τό αἴτημα περί τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν εἶναι πλέον ἀρκετά δημοφιλές καί, ἄν μή τι ἄλλο, οἱ περισσότεροι δέν θά ἐνοχλοῦνταν ἐάν ὑπῆρχε στήν πράξη αὐτή ἡ δυνατότητα, ἐνῶ ὅσοι ἀντιδροῦν, περισσότερο τό πράττουν ἀπό λόγους παραδόσεως καί λιγότερο ἐπειδή γνωρίζουν γιατί ἡ Ἐκκλησία ζητεῖ ἀπό τά μέλη της νά ἀκολουθοῦν τήν ταφή.
Τό ἐρώτημα εἶναι τί μέλλει γενέσθαι. Ἔχει ἡ Ἐκκλησία νά παρουσιάσει προτάσεις προβληματισμοῦ καί ἀντιστάσεως στήν μεταλλαγμένη ἐποχή μας;
Στό σχολεῖο ἐμάθατε ὅτι ἡ παιδεία ἀποτελεῖ τήν βάση γιά μία οὐσιαστική ἀλλαγή στόν τρόπο ζωῆς μας. Γιά τήν διεύρυνση τῶν πνευματικῶν μας ὀριζόντων. Γιά τήν υἱοθέτηση ἀξιῶν ὅπως ὁ σεβασμός καί ἡ ἀνοχή στόν συνάνθρωπο, τό ξεπέρασμα τοῦ ρατσισμοῦ καί τῆς ξενοφοβίας, ἡ δημοκρατία καί ἡ κοινωνική ἀλληλεγγύη, ἡ ἀληθινή ψυχαγωγία, ἡ ἐργασία γιά ὅλους καί ἡ πνευματική καλλιέργεια, ὁ σεβασμός στό περιβάλλον, ἡ εἰρήνη καί ὄχι ἡ κυριαρχία τῶν Ἰσχυρῶν μέ κάθε τρόπο, μέ τόν πόλεμο, τόν θάνατο καί τήν ἐκμετάλλευση. Ἀρκεῖ, ὅμως, ἡ παρακολούθηση ἑνός δελτίου εἰδήσεων γιά νά διαπιστώσουμε ὅτι ἡ μεταλλαγμένη ἐποχή μας εἶναι ἐλλιπής ὡς πρός ὅλα αὐτά. Καί ἀναρωτιόμαστε τελικά, ἐάν εἴμαστε ἀπαίδευτοι ἤ ἐάν ὅσα ἡ παιδεία μᾶς μαθαίνει δέν ἀπαντοῦν στίς πραγματικές ἀνάγκες καί ἀγωνίες τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται νά καταθέσει ἐνώπιόν σας τίς δικές της προτάσεις παιδείας. Εἶναι βέβαιον ὅτι δέν θά ἀκούσετε γι’ αὐτές στά ΜΜΕ, οὔτε θά γίνει διάλογος ἐπ’ αὐτῶν στά πανεπιστήμια. Γιατί οἱ προτάσεις παιδείας τῆς Ἐκκλησίας ἀπευθύνονται στόν καθένα καί τήν καθεμιά σας προσωπικά. Ἐσεῖς καλεῖσθε νά τίς γνωρίσετε, νά προβληματισθεῖτε πάνω σ’ αὐτές, νά ἐπιλέξετε, ἐάν θέλετε, νά τίς ἐφαρμόσετε καί νά λειτουργήσετε δυναμικά προσαρμόζοντάς τες στόν χαρακτήρα καί τό ἦθος σας.
Αὐτές οἱ προτάσεις περικλείονται σέ τρεῖς ἔννοιες: πίστη, ἀγάπη, ἄσκηση.
Πίστη δέν σημαίνει κατάργηση τῆς σκέψεως καί τῆς κριτικῆς μας ἱκανότητος. Σημαίνει ταπεινή ἀποδοχή τῶν ὁρίων τῆς ὑπάρξεως, τοῦ νοῦ καί τῶν δυνατοτήτων μας καί ἐμπιστοσύνη στόν ἐν Τρισί Προσώποις Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾶ τόσο, ὥστε νά κάνει τά πάντα γιά νά ζήσουμε αἰώνια. Δίδει χαρίσματα στόν καθέναν μας προκειμένου νά ἀνακαλύψουμε τόν κόσμο, νά μάθουμε γιά τήν ζωή, νά σχετιστοῦμε μέ τόν πλησίον μας, νά σπουδάσουμε τίς ἀλήθειες, νά διακρίνουμε τό ψέμα, μά πρωτίστως νά γνωρίσουμε Ἐκεῖνον, τήν μόνη Ἀλήθεια. Νά ἔχουμε ἐλπίδα ὅτι τίποτε δέν εἶναι μάταιο, ὅτι ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέρμα τῆς ζωῆς ἀλλά τά πάντα ὁδηγοῦν στό Θεό. Ἀρκεῖ νά ζητοῦμε ἀπό Ἐκεῖνον. Ἀρκεῖ νά προσευχόμαστε. Ἀρκεῖ νά ὑπομένουμε τά καλά καί τά λυπηρά τῆς ζωῆς μέ ἁπλότητα καί ἐμπιστοσύνη.
Ἀγάπη δέν σημαίνει κατάργηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν ἀναγκῶν μας, τῆς δίψας μας γιά εὐτυχία. Σημαίνει ἀποδοχή τοῦ συνανθρώπου μας ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, ἰσότιμης μέ ἐμᾶς, καί πρόσκληση ἀγῶνα καί γιά τήν δική του εὐτυχία. Σημαίνει μοίρασμα τῶν χαρισμάτων, τῶν κερδῶν, τῶν γνώσεων, τῶν ἐλπίδων μας καί ὄχι ἐγκλωβισμός στήν αὐτάρκεια καί τόν ἐγωισμό ὅτι ὅλοι ὑπάρχουν γιά νά ἐξυπηρετοῦν ἐμᾶς. Σημαίνει ἄρνηση τοῦ δόγματος ὅτι ὁ κόσμος καί οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουν γιά νά ἀπολαμβάνουμε καί υἱοθέτηση τῆς στάσεως ζωῆς ὅτι δέν ἔχει νόημα νά εἴμαστε μόνο ἐμεῖς εὐτυχισμένοι. Σημαίνει πιστότητα, θυσία, προσφορά, εὐθύνη καί χαρά ὅτι μπορῶ νά εἶμαι κοντά στόν ἄλλο, γιατί πιστεύω στόν Θεό καί ζῶ τή ζωή τῆς Ἑκκλησίας.
Ἄσκηση δέν σημαίνει στέρηση, καταπίεση, ἄρνηση τῶν δικαιωμάτων μας. Σημαίνει ἑκούσια παραίτηση ἀπό αὐτά, ὅταν δέν ὠφελοῦν τόν ἄλλο. Σημαίνει προσπάθεια ἀπεξαρτήσεως ἀπό τό θέλημά μας, τήν κατανάλωση τῶν πάντων, τήν ἀπόλαυση ὡς μοναδική πηγή εὐτυχίας καί υἱοθέτηση τῆς ἐπιθυμίας γιά ἀρετή, γιά κοινωνία, γιά ζωή μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Σημαίνει θεώρηση τοῦ κόσμου ὄχι μέ βάση τήν ποικιλία τῶν ἐπιλογῶν ἀλλά τήν ἐλευθερία ἀπό τά πάθη, τήν κακία, τόν ἐγωκεντρισμό, δηλαδή πορεία γνήσιας χαρᾶς καί αἰωνιότητος.
Οἱ προτάσεις παιδείας τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖες ἐφαρμόστηκαν καί ἐξακολουθοῦν νά ἐφαρμόζονται, τελικά μᾶς ὁδηγοῦν στό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς. Ὑπάρχουμε ὄχι γιά νά καταναλώνουμε, ἀλλά γιά νά ἀγαποῦμε. Ὄχι γιά νά ζοῦμε μόνο γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά γιά νά δημιουργοῦμε. Ὑπάρχουμε ὄχι γιά τήν πρόσκαιρη χαρά τῆς ἀπολαύσεως, ἀλλά γιά τήν αἰώνια χαρά τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό. Καί αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς, χωρίς νά μᾶς καθιστᾶ απόμακρους ἀπό τήν μεταλλαγμένη ἐποχή μας, μᾶς βοηθᾶ νά πορευόμαστε μέ ἐπίγνωση τοῦ ποιοί εἴμαστε, τί θέλουμε καί ποιά εἶναι τά ὅρια τοῦ κόσμου μας. Κι αὐτή ἡ ἐπίγνωση δέν μᾶς καθιστᾶ ὀπισθοδρομικούς, ἀλλά γνήσια προοδευτικούς. Γιατί γνωρίζουμε τί μᾶς προσφέρει ἡ ἐπιστήμη, ἀλλά καί ἀναζητοῦμε τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτή ἀποτυπώνεται στή σχέση μας μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Μέ τίς σκέψεις αὐτές ἐπιθυμῶ νά σᾶς εὐχαριστήσω ἐκ βάθους ψυχῆς γιά τήν ἐκ νέου ἀνταπόκρισή σας στήν πρόσκληση ἀγάπης τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας καί νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας καλή κι εὐλογημένη χρονιά καί κάθε πρόοδο! Καλῶς ὁρίσατε!
Κέρκυρα, 4 Ἰανουαρίου 2007