Αδελφοί μου,
το σημερινό Ευαγγέλιο μάς παρουσιάζει έναν άνθρωπο τυφλό εκ γενετής. Έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε ποτέ το φως. Και το πρώτο ερώτημα που θέτουν οι μαθητές είναι χαρακτηριστικό: «ποιος έφταιξε; αυτός ή οι γονείς του;». Δηλαδή, ψάχνουν να βρουν την αιτία, να αποδώσουν ευθύνη. Ο Χριστός όμως απορρίπτει αυτή τη λογική. Δεν στέκεται στο «ποιος φταίει», αλλά στο τι μπορεί να κάνει ο Θεός μέσα στη ζωή του ανθρώπου. «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του» λέει, «αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού».
Και αμέσως περνά στην πράξη. Φτιάχνει πηλό, αλείφει τα μάτια του τυφλού και τον στέλνει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο άνθρωπος υπακούει, χωρίς να καταλαβαίνει πλήρως, και επιστρέφει βλέποντας. Το θαύμα είναι συγκλονιστικό: ένας άνθρωπος που δεν είχε δει ποτέ, τώρα βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά.
Αλλά εδώ αρχίζει ένα δεύτερο δράμα, πιο βαθύ. Οι άνθρωποι γύρω του δεν μπορούν να χαρούν. Άλλοι αμφιβάλλουν αν είναι ο ίδιος, άλλοι τον ρωτούν ξανά και ξανά πώς έγινε το θαύμα, και οι Φαρισαίοι στέκονται στο ότι έγινε Σάββατο. Αντί να δουν το φως, μένουν στο σκοτάδι της καχυποψίας και της σκληρότητας. Ακόμα και οι γονείς του φοβούνται να μιλήσουν, για να μην χάσουν τη θέση τους στην κοινωνία. Και μέσα σε όλη αυτή την πίεση, ο πρώην τυφλός στέκεται με απλότητα και θάρρος και λέει τη μεγάλη αλήθεια: «Ένα ξέρω, ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω». Δεν έχει θεολογικές γνώσεις, δεν ξέρει να αναλύσει, αλλά έχει εμπειρία. Και αυτή η εμπειρία γίνεται ομολογία.
Και τότε γίνεται κάτι πολύ όμορφο: ο Χριστός τον βρίσκει ξανά. Δεν τον αφήνει μόνο του. Τον συναντά και του αποκαλύπτει ποιος είναι. Και ο άνθρωπος αυτός, που πρώτα έλαβε το φως των ματιών, τώρα λαμβάνει και το φως της πίστης. «Πιστεύω, Κύριε» λέει, και Τον προσκυνά.
Αδελφοί μου,
το Ευαγγέλιο αυτό μιλά για δύο ειδών τύφλωση. Η μία είναι σωματική, και τη θεραπεύει ο Χριστός. Η άλλη είναι πνευματική, και είναι πιο επικίνδυνη. Οι Φαρισαίοι είχαν μάτια και δεν έβλεπαν. Έβλεπαν το θαύμα και το αρνούνταν. Έβλεπαν την αλήθεια και την πολεμούσαν. Και έτσι έμεναν στο σκοτάδι.
Και εμείς μπορεί να μοιάζουμε πολλές φορές με αυτούς. Να βλέπουμε τα έργα του Θεού στη ζωή μας και να μην τα αναγνωρίζουμε. Να έχουμε φως γύρω μας, αλλά μέσα μας να υπάρχει σκοτάδι, εγωισμός, σκληρότητα, φόβος, αδιαφορία. Ο Χριστός όμως λέει: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου». Και έρχεται να φωτίσει όχι μόνο τα μάτια μας, αλλά την καρδιά μας. Να μας βοηθήσει να δούμε αληθινά τον εαυτό μας, τους άλλους, τη ζωή μας.
Αλλά για να γίνει αυτό, χρειάζεται κάτι απλό και δύσκολο μαζί, να δεχτούμε να μας οδηγήσει. Ας Του πούμε κι εμείς σήμερα: «Κύριε, φώτισέ με». Και τότε το φως Του θα γίνει οδηγός στη ζωή μας, και δεν θα περπατάμε πια στο σκοτάδι, αλλά στο φως της αλήθειας και της πίστης.
Αμήν.