Αδελφοί μου,
σήμερα η Εκκλησία μάς στέκει στο κατώφλι της Μεγάλης Τεσσαρακοστής όχι για να μας καθησυχάσει, αλλά για να μας απογυμνώσει. Ο λόγος του Χριστού είναι απόλυτος, αν δεν συγχωρούμε, δεν μπορούμε να ζητάμε συγχώρεση. Όχι γιατί ο Θεός εκδικείται, αλλά γιατί μια κλειστή καρδιά δεν χωρά τη Χάρη Του.
Ζούμε σε μια κοινωνία κουρασμένη, θυμωμένη, βαθιά διχασμένη. Η συγχώρεση θεωρείται αδυναμία και η ταπείνωση ήττα. Οι νέοι μεγαλώνουν μέσα σε αστάθεια και ειρωνεία, χωρίς σταθερά νοήματα. Δεν τους πείσαμε ότι η πίστη είναι ζωή, συχνά τους δείξαμε μόνο τύπους. Έτσι μαθαίνουν να μην εμπιστεύονται, να αποστασιοποιούνται, να σκληραίνουν πριν καν προλάβουν να ελπίσουν.
Και οι μεγαλύτεροι, κουρασμένοι από αγώνες και διαψεύσεις, συχνά κλείνονται στη σιωπή και στην πικρία. Όταν η καρδιά στηρίζεται μόνο σε ανθρώπους και καταστάσεις, η απογοήτευση γίνεται βάρος ασήκωτο. Γι’ αυτό ο Χριστός σήμερα ρωτά, πού είναι ο θησαυρός σου; Εκεί είναι και η καρδιά σου.
Το Ευαγγέλιο της Τυρινής δεν μας καλεί σε εξωτερική ευσέβεια ούτε σε θρησκευτικό ρόλο. Μας καλεί σε αλήθεια. Η νηστεία, η προσευχή, ο αγώνας χάνουν το νόημά τους όταν γίνονται επίδειξη ή άμυνα. Ο Θεός δεν ζητά πρόσωπα σφιγμένα, αλλά καρδιές συντετριμμένες. Η Τεσσαρακοστή δεν είναι πρόγραμμα αντοχής, αλλά δρόμος επιστροφής. Αν μπούμε χωρίς συγχώρεση, θα κουραστούμε. Αν μπούμε χωρίς ταπείνωση, θα σκληρύνουμε. Αν όμως μπούμε με ειλικρίνεια, τότε ακόμη και η πτώση γίνεται αρχή σωτηρίας.
Ο Χριστός δεν ζητά τελειότητα. Ζητά να πάψουμε να κρυβόμαστε. Και αυτή η πρόσκληση απευθύνεται σε όλους: στον νέο που αμφισβητεί, στον μεγαλύτερο που κουράστηκε, στον άνθρωπο που απογοητεύτηκε. Η Εκκλησία σήμερα δεν υπόσχεται άνεση,υπόσχεται ζωή. Κι αυτή αρχίζει από τη συγχώρεση.
Αμήν.