ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΑΣ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

0
7
μητροπολίτης-νεκτάριος

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΑΣ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

«Εν όλη ψυχή σου ευλαβού τον Κύριον… εν όλη δυνάμει αγάπησον τον ποιήσαντά σε και τους λειτουργούς αυτού μη εγκαταλίπης… μη υστέρει από κλαιόντων και μετά πενθούντων πένθησον και μη όκνει επισκέπτεσθαι άρρωστον, εκ γαρ των τοιούτων αγαπηθήση. και εν πάσι τοις λόγοις σου μιμνήσκου τα έσχατά σου, και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις» (Σοφία Σειράχ, 7, 29, 30, 34-36). «Κλίνον πτωχώ το ους σου και αποκρίθητι αυτώ ειρηνικά εν πραύτητι… ψυχήν πεινώσαν  μη λυπήσης και μη παροργίσης άνδρα εν απορία αυτού» (Σοφία Σειράχ, 4, 8 και 2). Οι βιβλικοί αυτοί λόγοι θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αποτέλεσαν και αποτελούν τα κύρια σημεία της δεκάχρονης ποιμαντορίας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου. Ήρθε στην Κέρκυρα, διάδοχος μίας ακολουθίας σπουδαίων Επισκόπων, οι οποίοι εργάστηκαν κατά Θεόν και άφησαν ανεξίτηλη την σφραγίδα της αποστολής τους στις καρδιές των ανθρώπων. Ήρθε στην Κέρκυρα έχοντας κατά νουν να αναπτύξει «ό παρέλαβε» και να συνδράμει με τα δικά του χαρίσματα και τις δικές του δυνάμεις στην μαρτυρία περί της ελπίδος της πίστεως στους ανθρώπους, τους οποίους κλήθηκε να διαποιμάνει. Και αγάπησε τον τόπο και την αποστολή του, μη φειδόμενος κόπων και προσευχής και παρουσίας στη ζωή του λαού του.

Στον ενθρονιστήριο λόγο του περιέγραψε τις προοπτικές της ποιμαντορίας του. Να βαστάξει τα βάρη του ποιμνίου του. Να μεριμνήσει για την υλική τροφή των άρτων, σε όσους έχουν ανάγκη, και για την πνευματική τροφή του Ευαγγελίου για όλους, ακολουθώντας την οδό του επανευαγγελισμού, αξιοποιώντας κάθε πρόσφορο μέσο, ακόμη και της σύγχρονης τεχνολογίας. Να συναντηθεί με τους νέους. Να δείξει στην οικογένεια ότι η Εκκλησία έχει προτάσεις ζωής γι’ αυτήν. Να ενισχύσει την φιλανθρωπία με την βοήθεια των Ιδρυμάτων που υπήρχαν και με νέες πρωτοβουλίες. Να μην αφήσει τους εν φυλακή, εν γήρατι και εν ασθενεία ευρισκομένους απαράκλητους. Να συνεργαστεί με τους φορείς και τους θεσμούς της κοινωνίας με γνώμονα την ενότητα και την ανάπτυξη του τόπου. Να απευθυνθεί στην εκπαιδευτική κοινότητα με σκοπό την συμπόρευση. Να παλέψει για την διαφύλαξη του πολιτισμού και την κληροδότησή του στις επόμενες γενιές. Να προχωρήσει σε εκδόσεις και να βοηθήσει στην μαρτυρία της πίστης, της παράδοσης και της ιστορίας που η Εκκλησία μας κομίζει προς όλους όσους επιθυμούν να επισκεφθούν τα νησιά που διαποιμαίνει, ανοίγοντας νέους δρόμους επικοινωνίας και πνευματικής και οικονομικής, κατά τις ανάγκες της εποχής. Να κρατήσει σχέσεις αλληλοσεβασμού και αγάπης με τη ρωμαιοκαθολική κοινότητα. Να εργαστεί και να συνεργαστεί με τον ιερό κλήρο, μεριμνώντας για την καλλιέργεια και ανανέωσή του. Να στηρίξει τις οικογένειες των κληρικών. Να ενισχύσει μέσα από ένα πνεύμα ελευθερίας, πατρότητας και προσευχής το έργο των μοναστηριών. Να συμπορευθεί με το λαό του Θεού, βαδίζοντας ανάμεσά του, με την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας ακόμη και στα πλέον έσχατα σημεία, ενώ   με τη συνεχή προσευχή και την έκφραση παντοειδούς αγάπης να δείξει ότι η Εκκλησία αγκαλιάζει τον σύνολο άνθρωπο.

Δέκα χρόνια μετά το έργο αυτό μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι έχει αναπτυχθεί πάνω στις κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες υποσχέθηκε. Είναι ασφαλώς ένα έργο εν εξελίξει, το οποίο δεν ανήκει στον ίδιο, όπως και σε κανέναν ποιμένα, αλλά στο Θεό. Και είναι βέβαιο ότι το έργο αυτό δεν θα γινόταν αν δεν υπήρχε η συμπαράσταση και η αγάπη κλήρου και λαού. Άλλωστε, τα πάντα στη ζωή της Εκκλησίας γίνονται για το λαό του Θεού και σ’ εκείνον επιστρέφονται για να δοξάζεται ο Θεός.

Ποιες είναι όμως πλέον οι περαιτέρω προοπτικές της διακονίας όχι μόνο του ιδίου, αλλά και κάθε εκκλησιαστικού ποιμένα, ο οποίος έχει χαράξει την πορεία του και αγωνίζεται να επιτελέσει το έργο του;  Ποιες είναι οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει;

Όταν κάποιος ξεκινά να πραγματοποιήσει ένα έργο, το οποίο θα έχει διάρκεια, τρία είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια που έχει να υπερβεί σε βάθος χρόνου: η συνήθεια, η ικανοποίηση και η αντίδραση.

Η συνήθεια έχει να κάνει με τη δύναμη του χρόνου. Αυτός που αγωνίζεται, καθώς περνά ο καιρός, κουράζεται, με αποτέλεσμα να χάνει το ενδιαφέρον του, τη διάθεση να παλέψει, να δώσει νόημα σ’ αυτό που κάνει. Ταυτόχρονα, συνειδητοποιεί και τα μέτρα του, ότι δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, όσο κι αν προσπαθεί. Πάντα θα υπάρχουν ελλείψεις. Τότε πάνω στο έργο εγκαθίσταται ως κυρίαρχη στάση η συνήθεια. Η αίσθηση ότι αρκεί η προσπάθεια. Αρκεί ό,τι έχει γίνει. Ότι δεν επαρκούν οι δυνάμεις για κάτι περισσότερο. Άλλωστε δεν φτάνει το να ξεκινήσει ένα έργο. Χρειάζεται και να σταθεροποιηθεί, να συντηρηθεί, να παραμείνει σε ένα επίπεδο που μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά.

Γι’ αυτό και η συνήθεια συνδέεται με την ικανοποίηση για ό,τι έχει επιτευχθεί. Η ικανοποίηση, πέρα από μία φυσική ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης να αισθάνεται όμορφα όταν δημιουργεί και να έχει την συνείδησή της αναπαυμένη, ότι προσπάθησε να κάνει ό,τι πραγματικά μπορούσε, είναι ένας πειρασμός, εάν δε γίνει αφετηρία για νέο ξεκίνημα. Ο ικανοποιημένος άνθρωπος επαναπαύεται στις δάφνες της επιτυχίας του. Ενίοτε η ικανοποίηση δε γίνεται αφορμή για ανανέωση, αναζήτηση και άλλων δρόμων, αλλά λειτουργεί ως αφορμή για παραμονή στα εφικτά. Ο χρόνος κάνει τις δυνάμεις να εξασθενούν. Ο χρόνος, την ίδια στιγμή, γεννά στον άνθρωπο την ανάγκη της φήμης. Και αν αυτή εξασφαλιστεί, τότε ο άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν υπάρχει λόγος να προσπαθήσει περισσότερο και για κάτι άλλο.

Το ανθρώπινο έργο όμως συναντά και αντιδράσεις. Είναι άλλωστε μία αλλαγή στην προηγούμενη πορεία των πραγμάτων. Οι άνθρωποι, στους οποίους απευθύνεται και τους οποίους συμπεριλαμβάνει, έχουν μάθει σε έναν διαφορετικό δρόμο. Όταν μία προσωπικότητα αναλαμβάνει να καταθέσει τους οραματισμούς της, να δώσει την δική της μαρτυρία για τη ζωή, να χαράξει νέους προσανατολισμούς, είναι φυσικό οι καθεστηκυίες νοοτροπίες να αντιδρούν. Είναι φυσικό να μην μπορούν όλοι να είναι ευχαριστημένοι από αυτό που ξεκινά. Η αντίδραση κουράζει και κατά άνθρωπον  συχνά απογοητεύει αυτόν που εργάζεται. Η αντίδραση όμως αποτελεί και σημείο υγείας. Βοηθά αυτόν που εργάζεται να εκτιμήσει τις προοπτικές του έργου του. Να δει τις ατέλειές του. Να προσπαθήσει να κερδίσει τις καρδιές αυτών που αντιδρούν, αλλά και να πείσει για την ανάγκη για νέα πορεία. Το αντίθετο της αντίδρασης είναι η αδιαφορία. Αυτή φθείρει ακόμη και το καλύτερο έργο, γιατί δεν του επιτρέπει να καρποφορήσει στις καρδιές.

Αν κάθε ανθρώπινο έργο συναντά τα εμπόδια αυτά, το έργο του εκκλησιαστικού ποιμένα οφείλει να συνυπολογίσει όχι μόνο αυτές τις δυσκολίες, αλλά και το γεγονός ότι το ίδιο το έργο δεν ανήκει σ’ αυτόν που το οραματίζεται, το οργανώνει και αγωνίζεται να το φέρει εις πράξιν.

Ο ποιμένας είναι «ο σπείρων» που εξέρχεται «του σπείραι τον σπόρον» του Χριστού (Λουκ. 8,5). Και ο σπόρος είναι ο λόγος. Ο λόγος όμως δεν είναι μόνο διδασκαλία γλώσσης. Είναι και τα έργα της αγάπης. Είναι η προσπάθεια να φανερωθεί ο Χριστός τοις πάσι. Είναι η εκπλήρωση του πόθου της καρδιάς  κανείς να μην αισθανθεί «πεινών, διψών, ξένος, γυμνός, ασθενής, εν φυλακή» (Ματθ. 25, 44) και ότι ο Χριστός δεν Τον επισκέφθηκε. Είναι η ανάγκη πρόσωπα και θεσμοί να νιώσουν την μέριμνα της Εκκλησίας. Νέοι, σχολεία, οικογένεια, επιστήμονες, εργαζόμενοι, οι πάντες να κληθούν στο συμπόσιο της πίστεως. Είναι η ανάγκη να διακονηθεί η παράδοση ενός τόπου, όχι μόνο στην προοπτική της συντήρησης του παρελθόντος, αλλά και στην προοπτική της κληροδότησης στις επόμενες γενεές μιας ζωντανής πίστης και μαρτυρίας, η οποία θα βγάλει την Εκκλησία από τον ναρκισσισμό της αυτάρκειας με μόνη αναφορά στο παρελθόν και θα την κάνει προσιτή σε όσους είναι και θα ήθελαν να είναι καλοπροαίρετοι. Είναι η ανάγκη για συνεχή αναζωπύρωση του χαρίσματος   όσων είναι συνεργάτες του ποιμένα, όπως επίσης και η διδαχή τους με το ήθος της πατρότητας, της αγάπης, της ευγένειας, της αυστηρότητας όπου δει, αλλά και της επιείκειας. Τέλος, ένας ποιμένας είναι ανάγκη να δει ευρύτερα την διακονία και την μαρτυρία του. Να μην εγκλωβισθεί στον τόπο που ζει και κινείται, αλλά να προσφέρει στην σύμπασα, την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, γιατί ο ποιμένας ποιμαίνει τον τόπο, αλλά δεν ανήκει στον τόπο. Εκπροσωπεί τον λαό του ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας, αλλά ανήκει στο Θεό πρώτα και στην Εκκλησία, και μετά στο λαό του.

Γι’ αυτό και το έργο του ποιμένα δεν ανήκει στον ίδιο. Δεν δίνει «ύπνον τοις οφθαλμοίς,  τοις βλεφάροις νυσταγμόν και ανάπαυσιν   τοις κροτάφοις του»  (Ψαλμ. 131) γιατί μέσα του υπάρχει η συναίσθηση της ευθύνης έναντι του Θεού. Ο Θεός τον αποστέλλει ως ποιμένα του λαού. Ο Θεός του εμπιστεύεται την παρακαταθήκη της πίστης και του ευαγγελισμού των ανθρώπων με κάθε τρόπο και μέσο και ο Θεός θα του ζητήσει λόγο για το έργο του. Αν λοιπόν για κάθε ανθρώπινο έργο υπάρχει η αίσθηση της ευθύνης, για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων η ευθύνη έγκειται πρωτίστως έναντι του Θεού.

Το έργο του ποιμένα όμως είναι και εκκλησιαστικό. Αυτό συνεπάγεται ότι ο ποιμένας αναδεικνύεται σε ηγέτη τόσο από το Θεό όσο και από την Εκκλησία. Και ηγέτης σημαίνει εμπνευστής των άλλων και διαχειριστής των χαρισμάτων τους, «οικονόμος ποικίλης χάριτος»  (Α’ Πέτρ. 4,10)  Γιατί στην Εκκλησία δεν υπάρχει η αυθαίρετη εξουσία ως προνόμιο, αλλά η εμπιστοσύνη στον κάθε πρώτο, ο οποίος έλαβε την δωρεά και την ευθύνη να διακονήσει το Σώμα του Χριστού. «Εν μέσω αδελφών ο ηγούμενος αυτών έντιμος» (Σοφία Σειράχ, 10, 20). Και η τιμή στο πρόσωπο του ηγουμένου πηγάζει από το γεγονός ότι εκείνος «την ψυχή του τίθησι υπέρ των προβάτων» (Ιωάν. 10, 11). Και ο πρώτος έχει τους αδελφούς του, οι οποίοι τον βοηθούν να άρει τον σταυρό όχι μόνο τον προσωπικό, αλλά και του λαού του, για να οδηγήσει τους πάντες ως άλλος Μωυσής, δια μέσου της Ερυθράς Θαλάσσης του βίου αυτού που συμπνίγει με τις μέριμνές του τον καθένα, στη γη της Επαγγελίας, δηλαδή στην κοινωνία εν τη Εκκλησία με το Χριστό και την βίωση της αιωνιότητας. Ο δρόμος αυτός όμως κρύβει πολλές δυσκολίες. Γιατί μαζί με τα στάχυα ενυπάρχουν και τα ζιζάνια (Ματθ. 13, 24-30) που ο μισόκαλος εχθρός του ανθρώπου σπέρνει στη γη της Εκκλησίας, προκειμένου να αλλοιώσει την εικόνα, αλλά και να απομυζήσει την ικμάδα του γεωργίου του Κυρίου.

Μέσα σ’ αυτές τις προϋποθέσεις και σ’ αυτά τα εμπόδια, τα οποία οξύνονται από την κρίση της εποχής, το να μπορέσει ο ποιμένας να ανταποκριθεί στις προοπτικές που χαράσσει για το έργο το οποίο αναλαμβάνει είναι ένα αληθινό θαύμα. «Εν καιρώ επισκοπής αυτού αναλάμψει και ως σπινθήρ εν καλάμη διαδραμείται» (Σοφ. Σολ. 3, 7) είναι το ζητητέον από τον ποιμένα. Και δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που θα κρίνουν αν αυτό έχει επιτευχθεί. Είναι κυρίως ο Θεός και ενώπιον του Θεού οι πάντες είμαστε ελλιπείς. Γιατί ο καθένας καλείται, όταν τελειώνει η ημέρα και αποσύρεται εις το ταμιείον του να ελέγξει τον εαυτό του και να αναρωτηθεί κατά πόσον νικήθηκε από την συνήθεια, την ικανοποίηση, κουράστηκε από την αντίδραση και την αδιαφορία ή θεώρησε το έργο δικό του. Καλείται να αναρωτηθεί αν του έμεινε χρόνος, διάθεση, περιθώριο να σκεφθεί και να αναζητήσει και την δική του σωτηρία ή αναλώθηκε στο έργο του με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταποθεί από αυτό. Και καλείται να αναφωνήσει τον αποστολικό λόγο «Ανήρ αμαρτωλός ειμί, Κύριε» (Λουκ. 5, 8), χωρίς να δικαιούται να αφήσει το έργο, γιατί είναι του Θεού και όχι δικό του. «Ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. 5, 10), ζητά ο Χριστός, και αυτό το «έση» δείχνει διάρκεια, αγώνα κατά του χρόνου και ταυτόχρονα ελπίδα και εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι δεν θα εγκαταλείψει τον ποιμένα στην αποστολή του. Και τότε ζει το θαύμα της ανταπόκρισης και της εκπλήρωσης της αποστολής του, μέσα από την ευλογία της παρουσίας του Χριστού, ο οποίος είναι «ο θερίζων»  (Ιωάν. 4, 37).

«Οι πεποιθότες επ’ Αυτώ συνήσουσιν αλήθειαν και οι πιστοί εν αγάπη προσμενούσιν αυτώ, ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού» (Σοφ. Σολ. 3,9). Ο ποιμένας καλείται, ιδίως όσο περνά ο χρόνος, να παλεύει εναντίον της συνήθειας, της ικανοποίησης και της αντίδρασης έχοντας την πεποίθησή του όχι στον εαυτό του ή τους ανθρώπους πού τον περιβάλλουν, αλλά στο Θεό. Καλείται να γίνεται πρότυπο προσμονής της αγάπης του Κυρίου, η οποία τον δροσίζει πνευματικά και τον ανακαινίζει. Καλείται να εκζητεί την χάρη και το έλεος του Κυρίου, που καταδιώκει τους οσίους Του «πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών»  (Ψαλμ. 22) και να νιώθει άγρυπνο το μάτι και την φροντίδα του Θεού επάνω του.  Για να μπορεί να ανανεώνει την διάθεση της ψυχής του και να χαίρεται το έργο του Θεού.

«Η ελπίς ημών αθανασίας πλήρης» (Σοφ. Σολ. 3,4). Στη ζωή της Εκκλησίας υπάρχουν χρόνοι ορόσημα. Όχι για επανάπαυση, αλλά για εντοπισμό των ελλειπόντων και ανάληψη νέων κατά Θεόν πρωτοβουλιών, ώστε να προάγεται   η μαρτυρία της πίστης, αλλά και ο ποιμένας να μπορεί να βάζει συνεχώς νέα αρχή τόσο στον προσωπικό του αγώνα, όσο και στην μέριμνά του υπέρ του ποιμνίου του, με τελική προοπτική την αθανασία της κοινωνίας με το Χριστό και τους αγίους. Και εδώ έγκειται η ευχή μας και η προσευχή μας για τον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας κ. Νεκτάριο. Να συνεχίσει να έχει στη ζωή του ισχύ ο λόγος του Θεού: «Ίσθι πεποιθώς εν όλη τη καρδία επί Θεώ, επί δε τη σοφία επαίρου» (Παροιμ. 3, 5). Όπως μέχρι τώρα ανάλωσε την ζωή και την διακονία του στο Θεό, συλλέγοντας την «άνωθεν σοφία, την αγνή, την ειρηνική, την επιεική, την ευπειθή, την μεστή ελέους και καρπών αγαθών, την αδιάκριτον και ανυπόκριτον» (Ιάκ. 3, 17-18), να συνεχίσει να την σπείρει «εν ειρήνη», για να μπορούμε όλοι εμείς που ανήκουμε στον αμπελώνα τον οποίο ο Κύριος του ενεπιστεύθη να την λαμβάνουμε «ως ποιούντες ειρήνην» και «ως καρπόν της δικαιοσύνης». Εκείνος θα συνεχίζει να μας  διδάσκει, ως «προϊστάμενος καλών έργων» (Τίτ. 3,8), τα οποία θα αποτυπώνουν τον παροξυσμό της αγαπώσης πατρικής του καρδίας (Εβρ. 10,24), για να είμαστε πάντοτε με εκείνον επικεφαλής «μία ποίμνη, εις ποιμήν» (Ιωάν. 10,16).

Νεκταρίου του Σεβασμιωτάτου και θεοπροβλήτου Μητροπολίτου της αγιωτάτης Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων, ημών δε πατρός και ποιμενάρχου, είησαν πολλά τα έτη!

Πρωτ. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 22 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here