Ἱερά Μονή Ὑπεραγίας Θεοτόκου Κυρᾶς τῶν Ἀγγέλων

Ἱερά Μονή Ὑπεραγίας Θεοτόκου Κυρᾶς τῶν ἈγγέλωνἹερά Μονή Ὑπεραγίας Θεοτόκου Κυρᾶς τῶν Ἀγγέλων

Ἡ Ἱερά Μονή Ὑπεραγίας Θεοτόκου Κυρᾶς τῶν Ἀγγέλων οἰκοδομήθηκε σέ μικρό λόφο ἕνα χιλιόμετρο ἀπό τήν Λευκίμμη, στά νότια τοῦ νησιοῦ, καί σαράντα ἕνα χιλιόμετρα ἀπό τήν πόλη τῆς Κερκύρας. Περικλείεται ἀπό τεῖχος καί περιβάλλεται ἀπό ἐλιές, ἀμπέλια καί ὀπωροφόρα δένδρα.

Κατά τήν παράδοση, γύρω στά μέσα τοῦ 17ου αἰ. οἰκοδομήθηκε ὁ Ἱ. Ναός τῆς Παναγίας τῆς Κυρᾶς καί περί τό 1700 ὁ Ἱ. Ναός τῆς Παναγίας στήν περιοχή Ἀρκουδίλα, πού εἶναι γνωστός ὡς Παναγία τοῦ Ἀρκουδίλα. Οἱ δύο αὐτοί ναοί ἦσαν τάματα τῶν γιῶν τοῦ κερκυραίου εὐγενοῦς Βαρλαάμ Καποδίστρια, πού κινδύνεψαν νά πνιγοῦν ἐνῶ ψάρευαν. Ὁ ναός τῆς Παναγίας τῆς Κυρᾶς ἔδωσε τό ὄνομά του στήν περιοχή ἡ ὁποία εἶναι ἀπό τότε γνωστή ὡς Κυρά καί ἀποτέλεσε τόν πυρήνα τῆς ὁμώνυμης Ἱ. Μονῆς. Σύμφωνα μέ ἄλλη ἐκδοχή ἡ ὀνομασία προῆλθε ἀπό ἰδιοκτήτρια τῆς περιοχῆς.

Κατάλογος τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ νησιοῦ, πού συντάχθηκε ἀπό ἀνώνυμο τό 1700, ἀναφέρει τόν ναό ὡς κατεστραμμένο. Ἀπό τήν ἀπογραφή τῶν μονῶν καί τῶν ναῶν τοῦ νησιοῦ πού μέ ἐντολή τοῦ Γενικοῦ Προβλεπτῆ Θαλάσσης Αὐγουστίνου Σαγρέδου ἔκανε τό 1753 ὁ Μέγας Πρωτοπαπᾶς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρης, μαθαίνουμε ὅτι ἡ παλαιότερη ὀνομασία του ἦταν Παναγία τῆς Κοκκινάδας, πού μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἐξέλιπε, ὅτι ἀνῆκε στήν Βαρωνία Δονά Μινότο καί ὅτι εἶχε ὑψηλά εἰσοδήματα. Ὁπωσδήποτε τότε ὁ ναός εἶχε ἀνοικοδομηθεῖ.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, γύρω ἀπό τόν Ναό τῆς Κυρᾶς, κατασκευάσθηκαν πολλά κτίρια, στά ὁποῖα διέμεναν ἀσθενεῖς, πού κατέφευγαν στή Χάρη τῆς Παναγίας γιά νά θεραπευθοῦν. Ἐνδέχεται νά ὑπῆρχε καί ἐδῶ λοιμοκαθαρτήριο (lazzaretto), ὅπως συνέβαινε καί σέ ὅλη τήν περιφέρεια, ἐξ αἰτίας τῆς πανούκλας τοῦ Μαραθιᾶ, πού εἶχε ξεσπάσει τόν χειμῶνα τοῦ 1815-1816, ἐνῶ παραλλήλως γίνονταν καί ὁμαδικές ταφές τῶν θυμάτων τῆς ἐπιδημίας. Kατά τήν ἐποχή τῆς ἀγγλικῆς κατοχῆς, δόθηκε ἐντολή νά καοῦν ὅλα τά κτίρια τῆς μονῆς, ἐκτός τοῦ ναοῦ, γιά ἀπολύμανση. Τότε ἡ ἐρημιά καί ἡ θλίψη ἐγκαταστάθηκε ἐδῶ καί μόνον φίδια σέρνονταν μέσα στήν πυκνή βλάστηση τῶν πουρναριῶν καί τῶν ἀγριόβατων. Ἀκόμη καί τό Καθολικό ὑπέστη σοβαρές ζημιές. Τότε καταστράφηκε καί κάθε παλαιό ἔγγραφο, τό ὁποῖο θά μποροῦσε νά διασώζει κάποια πληροφορία γιά τήν Ἱ. Μονή. Ἀναφέρεται μάλιστα ὅτι οἱ εἴκοσι μοναχοί πού ἐγκαταβίωναν τότε ἐκεῖ ἔθαψαν τό πηγάδι της, πού εἶχε δεκατρία καί μισό μέτρα βάθος καί ἄφθονο νερό, γιά να μήν μολυνθεῖ. Ἀργότερα, ὅταν πέρασε τό κακό, οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ τό ξανάνοιξαν.

Ἡ περιοχή κατά τό 1932 ἦταν ἰδιοκτησία τῆς τελευταίας ἰδιοκτητρίας-διαχειριστρίας Ἑλένης Μοναστηριώτου «Κουλούρα» ἤ «Ἀθανάτσαινας». Τόν ἑπόμενο χρόνο ἦρθε νά ἐγκαταβιώσει στή μονή ἡ μοναχή Ἀναστασία Βλάχου «Κολομπόνη». Ἡ παρουσία της σήμανε μιά νέα ἐποχή, διότι ἀνακαίνισε τό μοναστήρι ἐκ βάθρων. Μορφή τῆς σύγχρονης Ὀρθοδοξίας, ἀσκητική, ἐ­λεήμων, δημιουργική, κατόρθωσε μέσα σέ δύο χρόνια νά ἀνοικοδομήσει καί νά ἐπαναλειτουργήσει τόν ναό. Ἔζησε ἐπί εἰκοσαετία μόνη της ἀλλά τό 1955 πέτυχε νά δεῖ τήν Ἱ. Μονή νά ἀποκτᾶ πνευματική ἀκτινοβολία μέ τήν προσέλευση μοναζουσῶν, ὁ ἀριθμός τῶν ὁποίων τό 1965 ἔφθανε τίς ἑπτά. Σήμερα εἶναι δύο. Ἡ Ἁναστασία κοιμήθηκε σέ ἡλικία ἑξήντα ἐννέα ἐτῶν τό 1979.

Τό Καθολικό, ὅπως ἔχει διαμορφωθεῖ σήμερα, εἶναι μονόκλιτη βασιλική μέ ἐνσωματωμένα ἐξωτερικά τόξα σέ δύο ἐπάλληλες σειρές. Στήν κόγχη ἐξωτερικῶς εἶναι γραμμένη γύρω ἀπό κύκλο πού περιβάλλλει σταυρό μέ πεπλατυσμένα ἄκρα ἡ ἐπιγραφή: «Η ΖΩΗΝ ΕΚ ΖΩΗΣ ΠΡΟΣ ΖΩΗΝ ΖΩΗΝ ΗΜΙΝ ΔΩΡΗΣΑΙ ΙΧΝΣΤ΄» (1656). Ἴσως πρόκειται γιά ἐπιγραφή σύγχρονη τῆς οἰκοδόμησης τοῦ μνημείου. Τήν κόγχη του ἱεροῦ κοσμοῦν ἐσωτερικῶς σπαράγματα ἁγιογραφιῶν μέ τήν Θεοτόκο Κυρία τῶν Ἀγγέλων καί Ἱεράρχες. Στήν κόγχη τῆς Προθέσεως εἶναι ἁγιογραφημένη ἡ Ἄκρα Ταπείνωσις. Οἱ ἁγιογραφίες αὐτές ἀνήκουν στόν 17ο-18ο αἰ.

Ἡ πάνσεπτη καί χαριτόβρυτη θαυματουργή εἰκόνα τῆς Κυρᾶς τῶν Ἀγγέλων εἶναι θρονιασμένη στό τέμπλο τοῦ Ἱ. Ναοῦ, δεξιά ἀπό τήν βόρεια πύλη τοῦ Ἱεροῦ. Ἀνήκει στόν τύπο τῆς Ὁδηγήτριας, τήν ὁποία στεφανώνουν μέ διάδημα δύο ἄγγελοι. Ἀνῆκε σέ κάποια ἱερατική οἰκογένεια τῶν Παξῶν καί ἀποθησαυρίσθηκε ἐδῶ μετά τήν ἐγκατάσταση τῆς γερόντισσας Ἀναστασίας. Στόν νότιο ἐσωτερικό τοῖχο τοῦ ναοῦ βρίσκεται τό προσκυνητάρι μέ τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου καί στόν βόρειο ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Θείας Ἀναλήψεως, κειμήλιο τῆς Ἱ. Μονῆς.

Στά βόρεια πλευρά τοῦ Καθολικοῦ βρίσκεται τό διώροφο κτίριο τῆς μονῆς. Στό ἰσόγειο στεγάζεται τό Ἀρχονταρίκι, ή τράπεζα, τό μαγειρεῖο, βοηθητικοί χῶροι, καί στόν ὄροφο τά κελλιά τῶν μοναζουσῶν καί ὁ ξενώνας. Ἀπέναντι, στή νότια πλευρά τοῦ Καθολικοῦ, ἕνα μεγάλο κτίριο χρησίμευε ὡς ἀποθήκη. Μετά ἀπό αὐτό ἁπλώνεται τό κοιμητήριο καί λίγο πιό πέρα ὑψώνεται τό καμπαναριό, χαρακτηριστικό δεῖγμα τῆς κερκυραϊκῆς ἀρχιτεκτονικῆς μέ τρεῖς καμπάνες.

Τό 1991 ἡ Ἱ. Μονή ἀναγνωρίσθηκε ἐπισήμως μέ Προεδρικό Διάταγμα. Πανηγυρίζει στίς 15 Αὐγούστου, ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.