Ιερά Μονή Υψηλού Παντοκράτορος

Ιερά Μονή Υψηλού ΠαντοκράτοροςΙερά Μονή Υψηλού Παντοκράτορος

Στό ὑψηλότερο σημεῖο τῆς Κερκύρας, σέ ὑψόμετρο 917 μέτρων, στέκεται ἀγέρωχη ἡ Ἱερά Μονή Παντοκράτορος Ὑψηλοῦ ὡς ἄλλη Πύλη τοῦ Οὐρανοῦ. Τό ὄρος στήν ἀρχαιότητα ὀνομαζόταν Ἰστώνη, σήμερα Παντοκράτωρ, ὄνομα πού ἔλαβε πρός τιμήν τῆς μονῆς πού στερεώθηκε στήν κορυφή του. Τό ἱστορικό καί ἐπιβλητικό μοναστήρι, μέσα σέ λιτό καί ἄγριο περιβάλλον, ἐπιβλέπει ὅλο τό νησί.

Ἱδρύθηκε τό πρῶτο μισό τοῦ 14ου αἰ., ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό περγαμηνή τοῦ 1347, ἡ ὁποία διασώζεται στό Ἱστορικό Ἀρχεῖο Κερκύρας. Στό ἔγγραφο αὐτό ἀναφέρεται, ὅτι οἱ κάτοικοι εἴκοσι τριῶν χωριῶν (Ὁμαλῆς, Ἐπισκέψεως, Σγουράδων, Στρινίλα, Λαυκίου, Σπαρτύλα, Μιχαλακάδων, Θεωνιδῶν, Σωκρακίου, Ζυγοῦ, Ρόδας, Κληματιᾶς, Βαλανειοῦ, Περατικάδων, Κυπριανάδων, Ἁγίων Δούλων, Προμαχηδίου, Νυμφῶν, Βαρήας, Ξαρηχάδων καί Λευκοράχης) συνέδραμαν στήν ἀνέγερση τοῦ Ἱ. Ναοῦ. Ἐπίσης ἀναφέρει ὅτι ὅλοι οἱ κάτοικοι ἐργάσθηκαν μέ θέληση καί προθυμία, ἀφιέρωσαν στό μοναστήρι γιά ψυχική τους ὠφέλεια κτήματα, δένδρα, ζῶα, ἀκόμα καί προσωπική διακονία. Τό κείμενο ὑπογράφει κάποιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος, ἴσως ὁ πρῶτος ἡγούμενος τῆς Ἱ. Μονῆς.

Τό δεύτερο ἱστορικό ἔγγραφο, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στή μονή εἶναι πρωτοπαπαδική συμβολαιογραφική πράξη τοῦ 1689. Σύμφωνα μέ τό ἔγγραφο αὐτό, καί κατά παράδοση, τό μοναστήρι οἰκοδομήθηκε ἀπό κάποιον χωρικό ἀπό τό Σωκράκι, ὀνόματι Σελλάρη. Αὐτός, σέ χῶρο ὅπου εἶναι σήμερα κτισμένο τό συγκρότημα, ἀνακάλυψε πέτρινη πλάκα, ὅπου ἦταν χαραγμένη ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ καί θεωρώντας το ὡς Θεία Θέληση καί Ἐνέργεια ἀνέλαβε τήν ἀνέγερση ναοῦ.

Ἡ Ἱ. Μονή, σύμφωνα μέ τό καθεστώς τῆς ἐποχῆς, ἦταν συναδελφική. Οἱ συναδελφοί, ὑπό τήν ἔγκριση τῆς ἑκάστοτε ἀνωτέρας ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, εἶχαν τήν εὐθύνη τῆς διαχείρισης καί συντήρησης τοῦ Ναοῦ καί τῶν γύρω ἀπό αὐτόν κτισμάτων. Ἀπό τά χωριά πού συνέβαλαν στήν οἰκοδόμηση τοῦ ναοῦ μόνον δέκα ἦσαν συναδελφοί. Ἀπόδειξη αὐτοῦ, ὅτι κάθε μία ἀπό τίς ἁψίδες τοῦ κτιρίου, στή νότια πλευρά τοῦ συγκροτήματος, ἀντιστοιχοῦσε σέ μία ἀπό αὐτές. Οἱ ἁψίδες χρησιμοποιοῦνται ἀκόμα καί σήμερα, κυρίως κατά τό ἑξαήμερο ἀπό 1ης ἕως 6ης Αυγούστου, ὁπότε πανηγυρίζει ἡ Ἱ. Μονή.

Τό ἰδιότυπο, ἰδιόρρυθμο ἀλλά καί σωτήριο αὐτό καθεστώς τῆς ἑνετοκρατίας παρέμεινε ἕως τό 1953. Τότε, μέ τήν σύμφωνη γνώμη τῶν δέκα κοινοτήτων, παραχωρήθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στήν Ἱ. Μητρόπολη Κερκύρας καί Παξῶν. Σήμερα βρίσκεται ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ Ἀρχιμανδρίτη π. Ευθυμίου Δούη καί ἐγκαταβιώνει σ’ αὐτήν ἕνας μοναχός.

Ἡ Ἱ. Μ. Ὑψηλοῦ Παντοκράτορος ἐπί ἑπτά αἰῶνες ἀκτινοβολεῖ ἀκαταπαύστως τήν δόξα τοῦ Παντοκράτορος Χριστοῦ. Χῶρος ἀσκήσεως καί προσευχῆς, ἡσυχίας καί αὐτογνωσίας. Ἀκόμη σήμερα ἀποτελεῖ τό σῆμα κατατεθέν τῆς εὐρύτερης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τοῦ ὄρους, τόπος ἀγαπητός σέ πολλούς Κερκυραίους.

Τό μοναστήρι, ἀπό κτίσεως του, εἶναι ζωσμένο μέ ἱστορίες, θρύλους, μέ πολλά λαογραφικά καί ἐθιμικά στοιχεῖα καί ἀποτελεῖ μοναδικό ἀρχιτεκτονικό καί καλλιτεχνικό μνημεῖο, σπουδαῖο τμῆμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί πολιτιστικῆς ἱστορίας καί κληρονομιᾶς τοῦ νησιοῦ. Ἀρχαιότερο καί σημαντικότερο ἀπό τά κτίριά του εἶναι τό Καθολικό του. Κτίσμα πιθανότατα τῶν ἀρχῶν τοῦ 14ου αἰ., εἶναι μονόχωρο μέ ἡμικυλινδρική στέγη, μικρό νάρθηκα και γυναικωνίτη ἐπάνω ἀπό αὐτόν.

Τό τέμπλο, κατασκευασμένο τό 1771, ἔχει τρεῖς σειρές εἰκόνων ἐπενδυμένες μέ ἀσήμι. Ἐντυπωσιακό εἶναι τό μαρμάρινο προσκυνητάρι, μεγάλων διαστάσεων συγκριτικά μέ τόν ὑπόλοιπο ναό. Ἡ εἰκόνα τοῦ Παντοκράτορος εἶναι τοιχογραφία καί καλύπτεται μέ ἀσημένιο «πουκάμισο» ἀπό τέσσερα κομμάτια. Ἀπέναντι ἀπό αὐτό ὑπάρχει μικρότερο προσκυνητάρι μέ τήν εἰκόνα τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ.

Τό Καθολικό εἶναι ἀπό τούς λίγους πού διασώζει σέ καλή κατάσταση τοιχογραφίες πού χρονολογοῦνται ἀπό τόν 14ο ἕως τόν 18ο αἰ. Οἱ τοιχογραφίες στόν κυρίως ναό διαιροῦνται σέ τρεῖς ζῶνες. Ἡ πρώτη περιλαμβάνει χριστολογικά καί θεομητορικά θέματα, ἡ δευτέρη εἴκοσι ὀκτώ στηθάρια Ἁγίων καί ἡ τρίτη ὁλόσωμους ἁγίους. Στήν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος εἶ­ναι ζωγραφισμένη ἡ Παναγία στόν τύπο τῆς Βλαχερνίτισσας. Πολλά λειτουργικά ἀντικείμενα, κατασκευασμένα ἀπό ἀσήμι, κυρίως κερκυραϊκῶν ἐργαστηρίων, τάματα πιστῶν πού ἐκδηλώνουν τίς εὐχαριστίες ἤ τίς παρακλήσεις τους, εἶναι θησαυρισμένα ἐδῶ ἀπό αἰῶνες.

Τό μοναστηριακό συγκρότημα περικλείεται ἀπό ὑψηλό τοῖχο. Ἐπάνω ἀπό τήν κεντρική εἴσοδο ὑψώνεται τό καμπαναριό. Περιμετρικά ὑπάρχουν διάφορα βοηθητικά κτίσματα. Τά κελλιά εἶναι ἑνωμένα μέ τό Καθολικό σέ δύο ἐπίπεδα, μέ ἀποτέλεσμα ἐξωτερικά νά φαίνεται ὅτι εἶναι τρίκλιτος. Στό νότιο μέρος τοῦ συγκροτήματος εἶναι κτισμένες οἱ ξακουστές ἁψίδες (καμάρες), δέκα τόν ἀριθμό, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε. Ἐπίσης μέσα στόν χῶρο τῆς μονῆς, ξένη πρός τό περιβάλλον καί πρός τήν ἱερότητα τοῦ χώρου, εἶναι τοποθετημένη ἀπό τό 1971 ἡ κεραία τῆς ΕΡΤ.

Ἡ Ἱερά Μονή ἑορτάζει καί πανηγυρίζει στίς 6 Αυγούστου, ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἀπό τά μέσα τοῦ Ἰουλίου ὅμως ὁ Κερκυραῖος ἀρχίζει νά ἐκπληρώνει τό τάμα του, τό προσκύνημα στόν Ὑψηλό Παντοκράτορα. Ἀπό 1ης ἕως 6ης Αὐγούστου τό μοναστήρι σφύζει ἀπό ζωή, ἡμέρα καί νύχτα ἀνεβοκατεβαίνουν πιστοί διαφόρων ἡλικιῶν.

Παλαιότερα ὁμάδες ἀνθρώπων ἀπό τήν πόλη καί τά χωριά, ξεκινοῦσαν βράδυ, πού ἔχει δροσιά, καί μέσα ἀπό δύσβατα πέτρινα μονοπάτια, προχωροῦσαν γιά νά φτάσουν μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου στή μονή, κουβαλώντας τίς περισσότερες φορές τά τάματα τους, γλάστρες μέ μυροβόλους βασιλικούς, τενεκέδες μέ λάδι, λαμπάδες ἴσες μέ τό μπόι τους…