Ο ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΝΕΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

0
3
κηρύγματα , μητροπολίτης κερκύρας νεκτάριος

Ο ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΝΕΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κερκύρας, Παξῶν καί Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

«Ἐάν γάρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα . ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται . οὐαί δέ μοί ἐστίν, ἐάν μή εὐαγγελίζωμαι . εἰ γάρ ἑκών τοῦτο πράσσω, μισθόν ἔχω . εἰ δέ ἄκων, οἰκονομίαν πεπίστευμαι. Τίς οὖν μοί ἐστίν ὁ μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τό εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τό μή καταχρήσασθαι τῆ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῶ εὐαγγελίῳ. Ἐλεύθερος γάρ ὤν ἐκ πάντων πᾶσιν ἑμαυτόν ἐδούλωσα, ἵνα τούς πλείονας κερδήσω . καί ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω . τοῖς ὑπό νόμον ὡς ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον κερδήσω . τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μή ὤν ἄνομος Θεῶ, ἀλλ’ ἔννομος Χριστῶ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους . ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τούς ἀσθενεῖς κερδήσω . τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω. Τοῦτο δέ ποιῶ διά τό εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνός αὐτοῦ γένωμαι». Τά λόγια αὐτά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου[1]   ὁριοθετοῦν τόν κύριο σκοπό τῆς ὅλης ποιμαντικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν εὐαγγελισμό τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου.

Καί ἄν στην πατρίδα μας ὁ εὐαγγελισμός ἔγινε, μέ ἀποτέλεσμα ἡ συντριπτική πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ μας νά ἀνήκει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ἐποχή μας αἰτεῖται ὁλοένα καί πιό ἐπιτακτικά τόν ἐπανευαγγελισμό, τήν ἐπανεύρεση τοῦ νοήματος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί τῆς βιώσεώς του στήν καθημερινή ζωή τῶν πιστῶν, τήν γνώση  τοῦ περιεχομένου τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τήν κατάθεση τῆς μαρτυρίας τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους σέ ἕναν κόσμο πού στερεῖται καί τῶν τριῶν.

Ὁ ἐπανευαγγελισμός δέν ἀφορᾶ μόνο στήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία. Ἀφορᾶ καί σέ κάθε πιστό, ὡς μαθητή τοῦ Κυρίου καί τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι, ἄλλωστε,  σαφής ἡ ἐντολή τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας, τόσο πρός τούς μαθητές καί ἀποστόλους, ἀλλά καί πρός ὅλους ἡμᾶς, ὡς διαδόχους των: ««Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν . καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[2] .

Ἄν πρώτιστο καθῆκον τῶν Ἀποστόλων ἦταν νά μεταφέρουν τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη, πρώτιστο καθῆκον δικό μας εἶναι νά διδάξουμε τούς χριστιανούς νά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές πού ὁ Κύριος ἔχει δώσει. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἱεραποστολῆς δέν περιλαμβάνει μόνο τήν διδασκαλία τῆς Ἀλήθειας  πρός ὅσους δέν γνωρίζουν τήν πίστη, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί πρός ὅσους βαπτίσθηκαν καί δέν βιώνουν στήν πράξη τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν εἶναι μόνο «ἐξωτερική» ἡ ἱεραποστολή, ἀλλά πρωτίστως «ἐσωτερική», ἄν ἐξακολουθοῦν σήμερα νά εἶναι δόκιμοι αὐτοί οἱ ὅροι.[3]

Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας μᾶς προφυλάσσει ἀπό τό αἴσθημα τῆς αὐτάρκειας, τό ὁποῖο κυριαρχεῖ, ὡς μή ὄφειλε, στήν κατά κόσμον ζωή μας καί τείνει τά τελευταῖα χρόνια νά ἐπικρατήσει καί στήν κατά Θεόν. Εἶναι δεδομένη ἡ νοοτροπία ἀρκετῶν στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο νά θεωροῦν πώς ἡ ὅλη διακονία μας, τόσο τοῦ λόγου ὅσο καί τῶν ἔργων, ἀποσκοπεῖ στό νά ἐνισχύσει τήν συνοχή ὅσων εἶναι ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί μᾶς ἐνδιαφέρει κατ’ ἀποκλειστικότητα ἡ δική τους κατήχηση καί θωράκιση.

Γράφει χαρακτηριστικά ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος:

«Ἡ αἴσθηση τοῦ χριστιανοῦ ὅτι εἶναι ἑνωμένος μέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα, ἡ αὐθόρμητη ἀγάπη γιά τόν συγκεκριμένο ἄνθρωπο τόν ὁποῖο συναντᾶ στό δρόμο τῆς ζωῆς, παρακινεῖ τόν πιστό νά ἐνδιαφέρεται νά πληροφορήσει τόν κάθε πλησίον του γιά τό μέγιστο ἀγαθό, τό ὁποῖο ἔχει ἀνακαλύψει. Οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι δυνατόν νά κατακρατοῦνται ἐγωιστικά. Πρέπει νά τίθενται στή διάθεση ὅλων. Οἱ ἐπιμέρους ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἔστω καί ἄν ἀναφέρονται σ’ ἕνα λαό ἤ σ’ ἕνα ἄτομο, ἀφοροῦν στήν ὅλη ἀνθρωπότητα, ὅπως συμβαίνει μέ τά ἐμβόλια, τά ὁποῖα γίνονται σ’ ἕνα σημεῖο τοῦ σώματος ἀλλά προορίζονται γιά ὁλόκληρο τό σῶμα. Ἀλίμονο στό ἄτομο ἤ στόν λαό, ὁ ὁποῖος θά κρατήσει τόν θησαυρό ἀποκλειστικά γιά τόν ἑαυτό του. Βαρύνεται μέ τήν τρομερή ἐνοχή τοῦ σφετερισμοῦ. Τελικά θά τόν χάσει. Ἡ πνευματική ὅμως προσφορά… δέν λειτουργεῖ στά πρότυπα τῆς ἐπιβολῆς, ἀλλά πρόκειται γιά ἁπλή κατάθεση μιᾶς βεβαιότητας, μιᾶς ἐμπειρίας. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι κατά τούς πρώτους αἰῶνες οἱ χριστιανοί μιλοῦσαν γιά «μαρτυρία», γιά «μαρτύριο». Στό πρωτότυπο ἑλληνικό κείμενο οἱ λέξεις αὐτές σημαίνουν «κατάθεση» ἐπί τῆ βάσει  προσωπικῆς βεβαιότητος τοῦ αὐτόπτου καί αὐτηκόου μάρτυρος –κατάθεση ἡ ὁποία γίνεται μέ τίμημα ζωῆς, προσωπικῆς θυσίας, μέ «μαρτύριο».[4]

Διακατεχόμαστε ἐνίοτε ἀπό ἕνα πνεῦμα μοιρολατρίας καί ἡττοπάθειας, τό ὁποῖο ἐνισχύεται ἀπό τίς πολλές καί ποικίλες ἐπιθέσεις πού ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς δέχεται, ἀλλά καί ἀπό τίς μεγάλες δυσκολίες πού κάθε πνευματική προσπάθεια κρύβει, λόγω τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κοσμικοῦ πνεύματος, τῆς σαρκολατρίας καί τοῦ ὑλισμοῦ τῆς ἐποχῆς, τῆς ἀδυναμίας τῶν στελεχῶν καί τῶν κληρικῶν μας νά κατανοήσουν τήν ἀποστολή τους, ἀλλά καί τῆς οὐσιαστικῆς μοναξιᾶς ἡμῶν τῶν Ἐπισκόπων. Ἱδίως στήν Ἐπαρχία δέν βρίσκουμε εὔκολα ἀνθρώπους μέ τούς ὁποίους νά μοιραστοῦμε τούς ὅποιους ὁραματισμούς μας, ἐνῶ καί ἡ φυσική ἐξέλιξη τοῦ χρόνου μᾶς καθιστᾶ ἀκόμη πιό ἀδύναμους καί κεκμηκότας. Γι’ αὐτό καί θεωροῦμε πώς ἀποστολή μας εἶναι νά λειτουργοῦμε καί νά κηρύττουμε μόνο γιά ὅσους ἔρχονται κοντά μας καί ἐγκαταλείπουμε ἔτσι τήν οὐσία τῆς ἀποστολῆς μας, πού δέν παύει νά εἶναι ἡ προσέγγιση τοῦ πλανηθέντος προβάτου, ἀκόμη κι ἄν αὐτό σήμερα δέν εἶναι τό ἕνα ἀλλά τά ἐνενήκοντα ἐννέα.[5]

Εἶναι ὅμως ἀποτυχία γιά τήν ἐκκλησιαστική μας ἀντίληψη καί ζωή ἡ ἄρνηση τῆς ἱεραποστολῆς. Καί δέν ὁμιλοῦμε γιά ἕναν ἀκτιβισμό δυτικοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ τόν ποιμένα ὡς αὐτόν πού θά προσφέρει ἀπό μόνος του σωτηρία στούς ἀνθρώπους μέ τόν παροξυσμό τῶν καλῶν ἔργων ἤ καλεῖ σέ μία «ἱεροκηρυκτική» προσπάθεια πού θά ὁδηγήσει στήν ἀλλαγή τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἀνθρώπων, μέ τήν ἐπίκληση τοῦ φόβου γιά τήν ἀπώλεια τῆς σωτηρίας. Μιλοῦμε γιά ἐκείνη τήν  διάθεση πού θά φανερώσει λόγοις τε καί ἔργοις τήν ἀξία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ζωῆς, ὅπως αὐτὸς βιώνεται γνήσια στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν ζωὴ  τῶν Ἁγίων μας καί ὅπως ἀναδεικνύεται μέσα ἀπό τό εὐχαριστιακό, τό ἀσκητικό καί κοινοτικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας.

Γράφει χαρακτηριστικά μία μεγάλη σύγχρονη μορφή τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὁ μακαριστός π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν:

«Ποιά εἶναι τά ἀντικείμενα, οἱ σκοποί τῆς ἱεραποστολῆς; Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χωρίς δισταγμό ἀπαντᾶ. Τά ἀντικείμενα αὐτά εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί ὁ κόσμος, ὄχι ὁ ἀπομονωμένος ἄνθρωπος, μέσα σέ μιά τεχνητά «θρησκευτική» ἀπομόνωση ἀπό τόν κόσμο καί ὄχι ὁ «κόσμος» σάν μιά ὀντότητα τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἕνα «κομμάτι». Ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνο προηγεῖται ἀλλά καί εἶναι ὄντως τό οὐσιαστικό ἀντικείμενο τῆς ἱεραποστολῆς…. Ἡ ἐκκλησία, τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι μιά «θρησκευτική» κοινωνία μετεστραμμένων, ἕνας ὀργανισμός πού ἱκανοποιεῖ τίς «θρησκευτικές» ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι μιά καινή ζωή καί γι’ αὐτό λυτρώνει ὁλόκληρη τή ζωή, ὅλη τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Καί αὐτή ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀκριβῶς ὁ κόσμος μέσα στόν ὁποῖο αὐτός ζεῖ. Ἡ Ἐκκλησία μέσω τοῦ ἀνθρώπου σώζει καί λυτρώνει τόν κόσμο… Ἡ ἱεραποστολή τῆς Ἐκκλησίας λαμβάνει μιά κοσμική καί μιά   ἱστορική διάσταση, πράγματα τόσο οὐσιαστικά στήν Ὀρθόδοξη παράδοση καί ἐμπειρία. Τό κράτος, ἡ κοινωνία, ὁ πολιτισμός, ἡ ἴδια ἡ φύση εἶναι τά πραγματικά ἀντικείμενα τῆς ἱεραποστολῆς καί ὄχι ἕνα οὐδέτερο «κοινωνικό περιβάλλον», μέσα στό ὁποῖο τό μόνο καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά διατηρήσει τήν ἐσωτερική της έλευθερία καί νά κρατήσει τήν θρησκευτική της ζωή».[6]

Ἡ ἐπισκοπική μας ἐμπειρία καί διακονία εἶναι ἐλαχίστη. Ἀποτελεῖ μεγίστη τιμή καί ἔκφραση ἀγάπης τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου πρός τήν ἐλαχιστότητά μας ἡ ἀνάθεση ἀναπτύξεως αὐτοῦ τοῦ κεφαλαιώδους ζητήματος γιά τήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στό σύγχρονο κόσμο. Ἐπ’ οὐδενί δέν θά θέλαμε οἱ ὅποιοι προβληματισμοί μας νά θεωρηθοῦν ἀπόρροια παντογνωσίας ἤ οἱ ὅποιες προτάσεις μας ὑποδείξεις πρός τό σεπτό σῶμα σεβασμίων Ἀρχιερέων, ὁ καθένας ἐκ τῶν ὁποίων γνωρίζει τήν ποιμαντική ἐπιστήμη καλύτερα ἀπό ἐμᾶς. Θά προσπαθήσουμε ὅμως νά μοιραστοῦμε μέ ὅλους διαπιστώσεις, ἀλλά καί προτάσεις πού πηγάζουν ἀπό τήν συναίσθηση τῆς εὐθύνης μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ὅλοι διακονοῦμε, ἔναντι τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας πού μᾶς κατέστησε Ἐπισκόπους καί Μητροπολίτες, ἀλλά καί ἔναντι τοῦ λαοῦ μας πού ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐνεπιστεύθη νά διακονήσουμε.

Πρίν καταθέσουμε τίς ὅποιες προτάσεις μας γιά σύγχρονους τρόπους ἐπανευαγγελισμοῦ, ὀφείλουμε νά προχωρήσουμε σέ μία σύντομη ἐξέταση τοῦ περιβάλλοντος κόσμου, στόν ὁποῖο καλούμαστε νά δώσουμε τήν πνευματική καί ποιμαντική μας μάχη. Πρίν υἱοθετήσουμε ἤ ἀπορρίψουμε τρόπους ἐπανευαγγελισμοῦ ὀφείλουμε νά διακρίνουμε τίς προτεραιότητες τῆς ἑλλαδικῆς κοινωνίας, ὄχι γιά νά ἀπογοητευθοῦμε ἤ γιά νά ἐνισχυθεῖ τό αἴσθημα τῆς ἡττοπάθειας καί τῆς μοιρολατρίας, ἀλλά γιά νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι χρειάζεται πολύς ἀγώνας, πρῶτα «ἐντός ἡμῶν» καί κατόπιν στή ζωή τοῦ κόσμου, καθώς καί γιά νά δοξάσουμε τό Θεό πού ἐξακολουθεῖ νά τηρεῖ τήν ὑπόσχεσή Του ὅτι θά παραμένει μαζί μας ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας, μέχρις τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.

Στό σύγχρονο ἑλλαδικό κράτος ἔχει ἐπικρατήσει, φανερά ἤ κεκαλυμμένα, ἡ ἰδεολογική ἀντίληψη τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ», ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τίς δυτικές ἀντιλήψεις τοῦ Διαφωτισμοῦ ἤ ἀλλιῶς «νεωτερικότητας». Αὐτή ἡ ἀντίληψη, ὁρμώμενη ἀπό τό ἀντιεκκλησιαστικό καί, κυρίως, ἀντικληρικαλιστικό  πνεῦμα τῆς Δύσεως, ἀντιμετωπίζει καί τήν Ὀρθόδοξη  Ἐκκλησία ὡς παράγοντα ἀναχρονιστικό καί συντηρητικό γιά τήν πρόοδο τῆς κοινωνίας.  Ἐνῶ τυπικῶς ἀκόμη ἰσχύει τό καθεστώς τῆς συναλληλίας Πολιτείας καί Ἐκκλησίας, μέ τά ὅσα τό Σύνταγμα[7] ἐπιβάλλει γιά τήν ἀνεξιθρησκία καί τόν σεβασμό τῶν θρησκευτικῶν μειοψηφιῶν, στήν οὐσία, ὁλοένα καί περισσότερο ἀντιμετωπίζουμε τήν ἀντίληψη ὅτι ὀφείλουμε ὡς Ἐκκλησία νά περιορισθοῦμε στήν πνευματική μας ἀποστολή, ἡ ὁποία συνίσταται στό νά ἀπαλύνουμε τήν φτώχεια μέ τήν «τεράστια» περιουσία πού ἡ Ἐκκλησία διαθέτει καί νά προετοιμάσουμε μεταφυσικά τούς πιστούς γιά τήν ἄλλη ζωή. Τό σύγχρονο κράτος ὀφείλει νά εἶναι ἀνεξίθρησκο καί νά μήν ἀσχολεῖται μέ θέματα θρησκευτικῆς συνείδησης, παρεκτός ἄν βλάπτεται ἡ ἐλευθερία τῶν θρησκευομένων.

Καί ὅλα αὐτά ἐνῶ στήν Εὐρώπη, στὴν ὁποία εἴμαστε ἐνεργὸ μέλος καὶ ἡ Ἐκκλησία μας συμβάλλει μὲ ὅλες της τὶς δυνάμεις σ’ αὐτό,  καί τίς ΗΠΑ ὁλοένα καί περισσότερο τείνουν νά ἐπικρατήσουν ἄλλες ἀντιλήψεις, ὅπως χαρακτηριστικά παρατηρεῖ ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Πέτρος Βασιλειάδης:

«Δύο εἶναι οἱ κύριες προτάσεις πού συνήθως κατατίθενται στό τραπέζι τοῦ διαλόγου σήμερα. Ἡ πρώτη ἀποδέχεται τή σχετικότητα τῶν ἀνθρώπινων κοινωνιῶν, θεωρεῖ αὐτονόητη τήν ἐξέλιξη τῶν κοινωνιῶν, ἔτσι ὥστε μέ τήν ἀρωγή καί τῶν θρησκευτικῶν ἀξιῶν ὅλα ἀνεξαιρέτως τά ἀνθρώπινα ὄντα νά βιώνουν τό ἀγαθό τῆς ἐλευθερίας, νά τυγχάνουν ἴσης καί δικαιότερης μεταχείρισης καί νά ἔχουν τή δυνατότητα ἀπρόσκοπτης ἀνάπτυξης κατά τό δοκοῦν τῆς προσωπικότητάς τους. Ἡ δεύτερη, ἀντιθέτως, ἀρνεῖται τήν σχετικοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, τίς ἀποδίδει μεταφυσική ὑπόσταση καί ἐπιμένει στήν ἐπιστροφή τους στήν ἱερή τάξη καί παράδοση τήν ὁποία ἐγκατέλειψαν. Ἡ πρώτη ἀποτελεῖ ὑπέρβαση τῆς νεωτερικότητας, ἀποδεχόμενη τά θετικά της στοιχεῖα, ἀλλά ἐπαναφέρει καί τή θρησκεία στό δημόσιο βίο. Ἡ δεύτερη , ἀντίθετα, ἀποτελεῖ ἀπόρριψη τῆς νεωτερικότητας, ἐμμένοντας στά ἰδεώδη τῆς προ-νεωτερικότητας. Καί οἱ δύο προτάσεις ἔχουν ἕνα κοινό μεταξύ τους: ἀπορρίπτουν τή βασική προϋπόθεση τῆς νεωτερικότητας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ θρησκεία ὄφειλε νά παραμένει προσωπική ὑπόθεση τῆς συνείδησης τοῦ καθενός, περιοριζόμενη  ἀποκλειστικά στήν ἰδιωτική σφαίρα, μακριά ἀπό τά κοινά. Καί οἱ δύο ἀποδέχονται ὅτι ἡ θρησκεία μπορεῖ νά συμβάλει στήν μεταμόρφωση τῆς σύγχρονης κοινωνίας, καί θεωροῦν θεμιτό τό θρησκευτικό ὅραμα νά παίξει κάποιο ρόλο, γιατί ὄχι καί σημαντικό, πρός αὐτή τήν κατεύθυνση».[8] 

Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ λαός μας καί ἰδίως οἱ νέοι μας, δέν ἀκολουθοῦν τίς ἰδεολογικές ἀντιλήψεις τοῦ Διαφωτισμοῦ ὡς πρός τήν θρησκεία, ὅπως δείχνουν καί οἱ ἔρευνες τῆς κοινῆς γνώμης, οἱ ὁποῖες ἀναδεικνύουν τήν πίστη στό Θεό καί τήν ἐμπιστοσύνη πρός τήν Ἐκκλησία, ὡς πρωταρχικές ἀξίες στή ζωή τῶν Ἑλλήνων. [9] Ὡστόσο, κι αὐτό εἶναι δηλωτικό τῆς συγχύσεως πού ἔχει προκληθεῖ, ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ μας, κατά ἔρευνες πάλι τῆς κοινῆς γνώμης, ὑποστηρίζει τόν χωρισμό τοῦ Κράτους ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐπηρεασμένη καί ἀπό τήν τηλεοπτική προπαγάνδα.

Εἶναι ὅμως πραγματικότητα ὅτι ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας στό Θεό καί ἡ ἐμπιστοσύνη στήν Ἐκκλησία δέν συνοδεύεται ἀπό τήν συνειδητή συμμετοχή στήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ πίστη  μας ἀντιμετωπίζεται ἀπό τούς πολλούς ὡς φολκλορικό καί κοινωνικό γεγονός καί λιγότερο ὡς βιωματικό. Ὁ λαός μας συρρέει στά πανηγύρια, λιγότερο γιά τό ἐκκλησιαστικό περιεχόμενό τους καί περισσότερο γιά τό κοινωνικό καί παραδοσιακό, εἶναι πρόθυμος νά ἀποδεχθεῖ θαύματα, καινοφανεῖς ἁγίους καί γέροντες, στήν δίψα του γιά πνευματική ἀνατροφοδότηση, ἀλλά δέν εἶναι πρόθυμος νά συμμετάσχει στήν ἐκκλησιαστική ζωή.[10]

Τίς δυσκολίες τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ ἐπιτείνει σήμερα καί τό φαινόμενο τῆς πολυπολιτισμικότητας, ἡ ὁποία εἶναι ἀναπόφευκτη λόγω τῆς εἰσόδου στή χώρα μας πολλῶν οἰκονομικῶν καί ἄλλων μεταναστῶν, πού ἔχουν φθάσει ἐπισήμως τό 1/13 τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ της χώρας μας.[11] Βεβαίως, ἡ κρατούσα ἰδεολογία θέλει νά μᾶς πείσει ὅτι ἀκριβῶς λόγω τῆς πολυπολιτισμικότητας θά πρέπει νά διαμορφωθεῖ ἀλλιῶς τόσο ἡ νομοθεσία, ὅσο καί τό πρόγραμμα τῆς ἐκπαιδεύσεως, μέ αἰχμή τοῦ δόρατος στήν νέα κατάσταση ἤ τόν ἐξοβελισμό τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἀπό τά σχολεῖα ἤ τήν προαιρετικότητά του ἤ τήν μετατροπή του σέ μάθημα πολιτισμοῦ.[12]

Ἡ πολυπολιτισμικότητα βεβαίως ἀποτελεῖ μία μεγάλη πρόκληση γιά τήν πατρίδα καί τήν ἐποχή μας, γιά νά μπορέσουμε νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀξία τοῦ δικοῦ μας πολιτισμοῦ καί τῆς ταυτότητάς μας, ὥστε νά διαλεχθοῦμε μέ τόν ξένο πού ἐπιθυμεῖ νά ἐνταχθεῖ στήν κοινωνία μας. Αὐτή ἡ πρόκληση ἀγγίζει καί τήν Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία ἀπό τήν μία πλευρά πρέπει νά συμβάλει στό νά μήν καλλιεργηθοῦν τάσεις ξενοφοβίας καί ρατσισμοῦ στήν πατρίδα μας, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη νά ἀγωνισθεῖ γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν μεταναστῶν, διά τῆς μαρτυρίας τῆς ἀληθινῆς πίστεως, καί ὄχι βεβαίως διά τοῦ προσηλυτισμοῦ.[13] Ἡ πολυπολιτισμικότητα, πάντως, θά πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς ἀναγκαία συνθήκη μέσα στήν ὁποία θά προσανατολιστεῖ σταδιακά ἡ ποιμαντική μας πρακτική.[14]

Στήν νεοελληνική μας πραγματικότητα ἀντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα παιδείας. Εἶναι δεδομένη ἡ κρίση πού βιώνει τό ἐκπαιδευτικό μας σύστημα, ἀπό τό Δημοτικό Σχολεῖο μέχρι τό Πανεπιστήμιο. Οἱ νέοι μας σήμερα  μαθαίνουν μόνο ὅσα τούς εἶναι ἀπαραίτητα γιά νά ἐπιτύχουν τήν εἴσοδό τους στήν Ἀνώτατη Ἐκπαίδευση, Ἡ δομή τοῦ σχολείου εἶναι χρησιμοθηρική καί ὠφελιμιστική, ἐνῶ ἀκόμη καί τό Πανεπιστήμιο εἴτε ἀπέχει πολύ ἀπό τήν πραγματικότητα εἴτε προσανατολίζεται πρός τήν ἀγορά ἐργασίας. Ἡ χρησιμοθηρική νοοτροπία πού καλλιεργεῖται ἀπό τό ἐκπαιδευτικό σύστημα ὁδηγεῖ στήν περιθωριοποίηση τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἀξιῶν. Ἡ πνευματική διάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως δέν συγκινεῖ καί γι’ αὐτό ἀκόμη καί ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν καί τῆς Ἱστορίας δέν εἰσχωρεῖ στό βάθος τῶν ἀξιῶν τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλά περιορίζεται σέ μία σχολαστική ἐξάσκηση, πού ὁδηγεῖ τά περισσότερα παιδιά στήν ἀποστροφή γι’ αὐτά τά μαθήματα. Ἡ ἀδιαφορία γιά τήν ἀνθρωπιστική καλλιέργεια  πρέπει νά μᾶς προβληματίσει ὡς Ἐκκλησία, γιά τόν πρόσθετο λόγο ὅτι ὁ ἐπανευαγγελισμός προϋποθέτει γνώσεις, κάτι πού δέν εἶναι εὐχάριστο γιά τήν πλειονοψηφία τῶν ἀνθρώπων.

Στό σημεῖο αὐτό νά ἐπισημάνουμε καί τό πρόβλημα τοῦ λιγοστοῦ ἐλεύθερου χρόνου καί τοῦ τρόπου ζωῆς πού διαμορφώνει ἡ κυριαρχία τῆς εἰκόνας. Τόσο οἱ αὐξημένοι ἐργασιακοί ρυθμοί, ἀλλἀ καί οἱ πολλές καί ποικίλες ὑποχρεώσεις πού οἱ ἄνθρωποι ἔχουν σήμερα, ἰδίως ἡ νεώτερη γενιά, δέν ἐπιτρέπουν τήν ὕπαρξη ἐλεύθερου χρόνου. Ἔτσι ἡ κατήχηση, κύριο μέσο ἐπανευαγγελισμοῦ, πού ἀπαιτεῖ χρόνο, δέν μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ, καθότι ἀκόμη καί ὅσοι θέλουν νά κατηχηθοῦν, δέν προλαβαίνουν. Ὁ λιγοστός χρόνος πού  ἀπομένει καταναλώνεται στήν τηλεόραση ἤ τήν διασκέδαση καί διότι οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται ἐξαντλημένοι πνευματικά ἀπό τούς ρυθμούς τῆς ζωῆς τους, ἀλλά καί διότι ζητοῦνε χαρά. Ἡ ἀπορριπτική τους στάση μάλιστα ἐπιτείνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι ἤ δέν συναντοῦνε τήν χαρά στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, λόγω τοῦ ἀπρόσωπου τῶν σύγχρονων ἐνοριῶν ἤ φοβοῦνται ὅτι δέν θά τήν συναντήσουν, ἔχοντας ὑπὀψιν παρωχημένες σκέψεις καί τάσεις μας, τόσο σέ ὅ,τι  ἀφορᾶ στόν λόγο μας, ὅσο καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στή νοοτροπία μας.

Ὅταν ἡ τηλεόραση προβάλλει τό ἰδανικό τοῦ πολιτισμοῦ μας πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό δικαίωμα στήν κατανάλωση, στήν ἀπόλαυση, στήν ἀπόκτηση ἀγαθῶν, στήν εὐκολία, καί αὐτό ἀποτελεῖ πλέον παγκοσμιοποιημένη νοοτροπία, διότι μεταφέρεται μέσα ἀπό τήν ὀθόνη σέ ὅλα τά σπίτια καί σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐκ τῶν προτέρων ἡ ὅποια προσπάθεια ἐπανευαγγελισμοῦ δέν φαίνεται νά ἔχει πολλές πιθανότητες ἐπιτυχίας, ἐφόσον εἶναι ἀποσπασματική καί χρησιμοποιεῖ τρόπους πού ἀνήκουν στό παρελθόν.

Ὀφείλουμε γιά παράδειγμα, νά ἐπισημάνουμε τά βοηθήματα γιά τήν ἐκκλησιαστική κατήχηση[15], τά ὁποῖα ἐξακολουθοῦμε νά συστήνουμε ὡς Ἱερά Σύνοδος, καί τά ὁποῖα συντάχθηκαν ἀπό τό 1982 μέχρι τό 1984. Ἄρτια γιά τήν ἐποχή τους, ἰδιαίτερα χρήσιμα γιά κατηχητές μέ πνευματική κατάρτιση, ἀλλά σήμερα ξεπερασμένα ἀπό τήν πραγματικότητα, ἰδίως αὐτά πού ἀπευθύνονται στά παιδιά τοῦ Γυμνασίου καί τοῦ Λυκείου. Κι ὅμως, ἐνῶ εἶναι πανθομολογούμενη ἡ ἀνάγκη γιά τήν προετοιμασία καινούριων βοηθημάτων[16], παρότι ἔχει συσταθεῖ σχετική ἐπιτροπή, δέν προχωρήσαμε σέ ἀντικατάστασή τους. Παραλλήλως, δέν φαίνεται νά μᾶς ἔχει ἀπασχολήσει σοβαρά τό ζήτημα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς κατηχήσεως μέ τή χρήση σύγχρονων τεχνολογικῶν μέσων καί τήν παραγωγή νέου ὑλικοῦ, πού θά προσελκύσει τό ἐνδιαφέρον, ἔστω τῶν λίγων νέων πού ἔρχονται στίς ἐκκλησιαστικές συνάξεις.

Εἶναι γεγονός ὅτι ἀντιμετωπίζουμε ὡς Ἐκκλησία τό πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως ἱκανοῦ ἀριθμοῦ στελεχῶν, τόσο κληρικῶν ὅσο καί λαϊκῶν. Ἀναγκαζόμαστε νά χρησιμοποιοῦμε γιά τόν ἐπανευαγγελισμό καί τήν κατήχηση νέους πού ἔχουν ζῆλο, ἀλλά δέν ἔχουν κατάρτιση, ἐνῶ ἄλλοι πού γνωρίζουν τά τῆς πίστεως, συνήθως δέν ἔχουν τήν διάθεση νά ἀτενίσουν τήν ἐποχή μας καί τά προβλήματά της. Τό αὐτό συμβαίνει καί μέ ἕνα μεγάλο τμῆμα τοῦ κλήρου μας, τό ὁποῖο μορφωτικά εἶναι σέ χαμηλό ἐπίπεδο ἤ ὁ ζῆλος του γιά πνευματική ἐργασία εἶναι περιορισμένος.

Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὡς Ἐκκλησία κωφεύουμε στά αἰτήματα τῶν καιρῶν. Τά τελευταῖα χρόνια ἔχουν γίνει ἀρκετά βήματα, ἰδίως μέ τήν βοήθεια τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί τῶν ἄλλων ραδιοφωνικῶν σταθμῶν στίς κατά τόπους Ἱερές Μητροπόλεις, ὅπως ἐπίσης καί μέ τήν ἔκδοση ἐφημερίδων, περιοδικῶν, ἀλλά καί τή χρήση τοῦ διαδικτύου (Ἴντερνετ).[17] Ταυτοχρόνως, ἡ διοργάνωση ἀρκετῶν ἐπιμορφωτικῶν σεμιναρίων γιά τούς ποικίλους κλάδους τῆς διακονίας τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἀλλά καί τῶν λαϊκῶν στελεχῶν, ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ἀγωνίας ὅλων μας γιά τόν ἐπανευαγγελισμό. Τό αὐτό καί οἱ κατά τόπους ἱερατικές συνάξεις, τά συνέδρια, τά βιβλιοπωλεῖα τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ἀλλά καί ἡ ἐπικοινωνία ἡμῶν τῶν Ἐπισκόπων, ὅπως καί τῶν κληρικῶν μας, καί μέ τούς νέους καί μέ τίς ἄλλες ἡλικίες, φανερώνουν τήν ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας γιά ὅλους.

Καί εἶναι γεγονός ὅτι τά βήματα αὐτά σέ ἄλλες ἐποχές θά θεωροῦνταν πρωτοποριακά. Ὡστόσο, σήμερα, ἐπειδή οἱ ὅποιες προσπάθειες σέ μαζικό ἐπίπεδο, λόγω τῆς τηλεοράσεως, ἀποπνέουν ἕναν πρόσκαιρο ἐντυπωσιασμό καί ἀφήνουν νά διαφανεῖ ἐλάχιστη οὐσία, θά ἦταν καλό νά ἐνσκήψουμε περαιτέρω στά προβλήματα τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ καί νά ἐπεξεργαστοῦμε ἴσως νέα σχέδια καί τρόπους, προκειμένου νά μπορέσουμε νά ἀνταποκριθοῦμε στήν ἀποστολή μας.

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά κάμουμε μία ἀκόμη διάκριση. Πολλοί ἐξ ἡμῶν, καθώς διακονοῦν στά μεγάλα ἀστικά κέντρα, ἰδίως στήν πρωτεύουσα, ἴσως δέν μποροῦν νά ἔχουν  ζωηρή τήν εἰκόνα τῶν προβλημάτων πού ἀντιμετωπίζουν οἱ Μητροπόλεις τῆς ἐπαρχίας, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στίς δυνατότητες ἐπανευαγγελισμοῦ. Ἡ ἄνιση κατανομή μορφωμένων καί μή κληρικῶν, μέ τήν συντριπτική ὑπεροχή τῶν κληρικῶν Γ’ καί Δ’  κατηγορίας στίς ἐπαρχίες (πρόβλημα πού ἐπιτείνεται ὅταν οἱ Μητροπόλεις εἶναι μακριά ἀπό πόλεις πού ἔχουν θεολογικές σχολές ἤ ἀνώτερες ἐκκλησιαστικές σχολές ἤ ἔστω, ἐκκλησιαστικά φροντιστήρια καί λύκεια, ἄν καί εἶναι ἐμφανής ἡ κρίση στά τελευταῖα), καθώς καί ἡ ἔλλειψη κληρικῶν καί στελεχῶν μέ ὅραμα, ζῆλο, γνώσεις καί ἱκανότητα ἐπικοινωνίας τόσο μέ τή νέα γενιά, ὅσο καί μέ εἰδικότερα πληθυσμιακά στρώματα (ὅπως οἱ ἐκπαιδευτικοί, οἱ γιατροί, οἱ δικηγόροι, οἱ ἄλλοι ἐπιστήμονες), ἀποτελοῦν ἐμπόδια, πολλές φορές ἀνυπέρβλητα στήν ἐπιθυμία γιά ἐπανευαγγελισμό.

Δέν εἶναι ὅμως μόνο ἡ προβληματική κατάσταση τοῦ κλήρου, ἀλλά καί ἡ δυσκολία στήν στελέχωση τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων καί τῶν Ἐνοριῶν καί μέ λαϊκούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ ἔλλειψη ἱεροψαλτῶν καί ἡ ἀδιαφορία τῶν νέων πού ἐγκαταλείπουν τά χωριά τους καί ἐγκαθίστανται στίς πόλεις-ἕδρες τῶν ἐπαρχιῶν, νά σπουδάσουν τήν βυζαντινή μουσική. Παραλλήλως, ὁ τουρισμός στίς νησιωτικές Μητροπόλεις ἐπιδρᾶ ἀρνητικά στήν ὅποια προσπάθεια ἐπανευαγγελισμοῦ, καθώς ἔχει ἐπιπτώσεις στά ἤθη, ἐνῶ παρασύρει τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἕναν ἀνταγωνισμὸ εὐμάρειας. Στήν ἐπαρχία, ἐξάλλου, ὑπάρχει μειωμένο ἐνδιαφέρον γιά τίς θέσεις καί τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας σέ μία σειρά ἀπό σύγχρονα  προβλήματα, ἐνῶ τό ἐπίπεδο παιδείας καί μορφώσεως, παρότι ἐνίοτε εἶναι πιό ἀνεβασμένο σέ σχέση μέ ὑποβαθμισμένες συνοικίες τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων, δέν παύει νά εἶναι χαμηλό.

Ἄς μήν ξεχνοῦμε καί τήν συρρίκνωση τοῦ πληθυσμοῦ, τό κλείσιμο τῶν σχολείων ἀπό ἔλλειψη μαθητῶν, ἀλλά καί τήν μετατροπή τῆς κοινωνίας ἀπό ἀγροτική σέ καθαρά ἀστική, πού ἔχει ὁδηγήσει στήν ἄκριτη ἐνίοτε υἱοθέτηση τοῦ ὑλιστικοῦ τρόπου ζωῆς ἀπό μιμητισμό πρός τά μεγάλα ἀστικά κέντρα, ἐνῶ δέν εἶναι εὔκολο νά δημιουργηθοῦν πυρῆνες ἀντιστάσεως, καθώς σχεδόν ἀποκλειστικά οἱ ἄνθρωποι ἐνημερώνονται ἀπό τήν τηλεόραση.

Βεβαίως, ἡ ἐπαρχία ἔχει καί κάποια πλεονεκτήματα σέ σχέση μέ τήν Ἀθήνα καί τά μεγάλα αστικά κέντρα. Τό κυριότερο εἶναι ὁ λιγότερο ἀγχωτικός τρόπος ζωῆς, ὅπως ἐπίσης καί ἡ πιό συντηρητική ἰδεολογικά σύνθεση τῶν στρωμάτων τοῦ πληθυσμοῦ (τό ὁποῖο σημαίνει τήν προσκόλληση σέ παραδοσιακές ἀξίες καί τήν συμπάθεια πρός τήν Ἐκκλησία), καθώς καί τό γεγονός ὅτι σέ πιό κλειστές κοινωνίες ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ἄμεσης ποιμαντικῆς (μικρότερες ἐνορίες). Ἕνα ἄλλο πλεονέκτημα τῆς ἐπαρχίας εἶναι ὅτι ἡ ὅποια παρουσία οἰκονομικῶν καί ἄλλων μεταναστῶν δέν συνοδεύεται ἀπό τό ἀπρόσωπο τῆς μεγάλης πόλεως, μέ ἀποτέλεσμα νά προσαρμόζονται πολύ πιό εὔκολα στίς δομές τῆς τοπικῆς κοινωνίας.

Ἡ προσπάθεια γιά ἐπανευαγγελισμό, τόσο σέ ἐπίπεδο Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὅσο καί Ἐνορίας, πρέπει θεολογικά νά στηριχθεῖ στούς τρεῖς ἄξονες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, γιά νά ἔχει νόημα καί περιεχόμενο: τήν εὐχαριστία, τήν ἄσκηση  καί τήν κοινότητα.[18]  Ἡ ἐπανεύρεση τοῦ νοήματος τῆς Εὐχαριστίας, ὄχι μόνο γιά τούς πιστούς, ἀλλά καί γιά ὅλο τόν κόσμο, ἀποτελεῖ πλέον αἴτημα ζωῆς γιά τήν Ἐκκλησία σήμερα. Ταυτοχρόνως, τό ἀσκητικό περιεχόμενο τῆς Εὐαγγελικῆς ζωῆς, μέ κύρια  στοιχεῖα του τήν παραίτηση ἀπό τόν ἐγωισμό καί τά δικαιώματά μας καί τόν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν παθῶν, ὅσο καί ἄν ἀποτελεῖ «σκάνδαλο καί μωρία» γιά τήν ἐποχή τοῦ «ὅλα ἐπιτρέπονται», δίδει νόημα ὄχι μόνο στήν χριστιανική ζωή, ἀλλά καί βοηθᾶ στήν ἐπίλυση ὅλων τῶν προβλημάτων πού ἀφοροῦν στίς διαπροσωπικές, ἀλλά καί τίς κοινωνικές σχέσεις. Τέλος, ἡ ἐπάνοδος στό κοινοτικό πνεῦμα, στό «εἴμαστε στό ἐμεῖς» τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, μέσα ἀπό τήν ἐνοριακή ζωή, ὅπου συναντᾶται τό πρόσωπο καί ἡ ὁμάδα, τόσο στήν Θεία Λειτουργία, ὅσο καί στήν φιλανθρωπία, ἀλλά καί τήν ἐπικοινωνία, θά ἀποτελέσει τό ἀντίδοτο στόν ἄκρατο ἀτομοκεντρισμό, πού στερεῖ τήν χαρά τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό καί τόν συνάνθρωπο, καί τελικά θέτει σέ κίνδυνο τήν ἀνθρώπινη σωτηρία.

Γιά νά γίνει ὅμως πράξη ὁ ἐπανευαγγελισμός χρειάζονται ἡ ἐξατομίκευση τῆς ποιμαντικῆς καί ἡ κατήχηση. Περισσότερο παρά ποτέ ὁ ποιμένας πρέπει σήμερα νά κοπιάσει, νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο στήν λύπη καί τή χαρά του, στό πρόβλημα καί τήν δυσκολία του, στήν ἀσθένεια καί στό πένθος του, τήν πτώση καί τήν ἀπόγνωσή του ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας του,  καί νά τοῦ μεταφέρει τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐπανευαγγελισμός χωρίς τήν μίμηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ  ὡς καλοῦ ποιμένα, πού γνωρίζει τό ποίμνιό του καί γνωρίζεται ἀπό αὐτό, πού θυσιάζει τήν ζωή του χάριν τοῦ ποιμνίου του δέν μπορεῖ νά ἔλθει.[19]

Τό αὐτό καί ἐπανευαγγελισμός χωρίς κατήχηση καί διδασκαλία. Ὁ ποιμένας σήμερα ὀφείλει νά ὁμιλεῖ, νά γνωρίζει τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως καί νά τίς καταθέτει σέ κάθε περίσταση. Παραλλήλως, ὀφείλει νά βρίσκεται σέ ἐπαφή μέ τήν ἐποχή του καί τήν σύγχρονη πραγματικότητα. Δέν μποροῦμε νά ἀπορρίπτουμε συλλήβδην τόν σύγχρονο πολιτισμό, ἀλλά χρειάζεται νά κατανοοῦμε τίς δομές του, γιά νά καταθέσουμε τίς θέσεις καί τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας μας καί νά μποροῦμε νά εἴμαστε πειστικοί.

Ἀναφέρει καί πάλι χαρακτηριστικά ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν καί γιά τά δύο αὐτά θέματα:

«Ἡ λέξη ἱεραποστολή σήμαινε πάντοτε, τουλάχιστον στό χριστιανικό περιβάλλον, ὄχι μόνο τήν προσπάθεια νά μεταστραφεῖ κάποιος στήν ἀληθινή πίστη, ἀλλά καί τήν πνευματική διάθεση τοῦ ἱεραποστόλου, τήν ἐνεργητική φιλανθρωπία καί τήν αὐτοπροσφορά  του στό «ἀντικείμενο» τοῦ ἱεραποστολικοῦ του καθήκοντος. Ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο μέχρι τόν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἰαπωνίας δέν ἔχει ὑπάρξει ἱεραποστολή χωρίς ταύτιση τοῦ ἱεραπόστολου  μ’ αὐτούς ὅπου τόν στέλνει ὁ Θεός, χωρίς θυσία τῶν προσωπικῶν του προτιμήσεων καί τῶν φυσικῶν του κλίσεων…Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε πώς ἄν πρόκειται νά προχωρήσει ἐμπρός ἡ Ὀρθόδοξη ἱεραποστολή ὄχι μόνο πρέπει νά ὑπερβοῦμε καί νά ξεπεράσουμε τό πνεῦμα τῆς αὐτοδικαίωσης, ἀλλά χωρίς νά ἀρνηθοῦμε καμία γνήσια ἀξία τῆς Ἀνατολικῆς πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς, πρέπει νά ἀνοιχτοῦμε στόν Δυτικό πολιτισμό καί νά οἰκειοποιηθοῦμε ἀπό αὐτόν «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα» (Φιλ. 4,8)».[20] 

Ἡ μεγαλύτερη εὐθύνη γιά τόν ἐπανευαγγελισμό πέφτει στούς ὥμους ἡμῶν τῶν Ἐπισκόπων. Ἐμεῖς πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι χρειάζεται κόπος, ἐνημέρωση γιά τά σύγχρονα προβλήματα, νά ἔχουμε θέσεις καί νά μεταδώσουμε πρός τούς πρεσβυτέρους καί τό λαό μας καί τήν δική μας ἀγωνία «πάντας σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».[21] Χρειάζεται νά κάμουμε τήν αὐτοκριτική μας γιά ὅσα ἔχουμε πράξει καί, κυρίως, γιά ὅσα δέν ἔχουμε, καί μέ μετάνοια, τήν ὁποία θά διδάξουμε καί στούς πρεσβυτέρους, τά μοναστήρια καί τό λαό μας,  νά προχωρήσουμε στόν ἀγῶνα τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ. Γιατί ἡ μετάνοια εἶναι αὐτή πού τελικά θά ἐπισφραγίσει τήν προσπάθειά μας καί θά δώσει τήν καλή μαρτυρία περί τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. [22]

Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν μας ὅλα τά παραπάνω ὡς βάση τοῦ προβληματισμοῦ μας, θά θέλαμε στή συνέχεια νά καταθέσουμε κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις πού ἀφοροῦν τόσο στό μοντέλο ὀργανώσεως τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ὅσο, κυρίως, τῶν ἐνοριακῶν κοινοτήτων, οἱ ὁποῖες θά πρέπει νά ἀποτελέσουν τούς πυρῆνες τῆς προσπαθείας γιά ἐπανευαγγελισμό.

Κατ’ ἀρχάς ἡ κάθε Ἱερά Μητρόπολη θά πρέπει νά ἀναλάβει ἀποφασιστικές πρωτοβουλίες στόν ποιμαντικό τομέα. Ἡ διατήρηση τοῦ γραφειοκρατικοῦ χαρακτήρα ὡς πρωτίστου σκοποῦ ὑπάρξεως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ἐπ’ οὐδενί ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν. Μάλιστα, ἀκόμη καί ἡ γραφειοκρατική διαδικασία μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς ἀφορμή ἐπανευαγγελισμοῦ. Γιά παράδειγμα, τό Γραφεῖο Γάμων σέ κάθε Ἱερά Μητρόπολη τό ὁποῖο σήμερα ἁπλῶς ἐκδίδει ἄδειες, συνήθως μέ τήν παρουσία ἑνός λαϊκοῦ ὑπαλλήλου ἤ ἑνός κληρικοῦ πού ἐπιτελεῖ ἕνα γραφειοκρατικό καθῆκον, μπορεῖ νά μετατραπεῖ σέ ὑπηρεσία μέ ποιμαντικό περιεχόμενο. Ἡ γνωριμία τοῦ ὑπευθύνου ἐκπροσώπου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μέ τούς μελλόνυμφους, μία εὐλογία (γιά παράδειγμα ἡ Καινή Διαθήκη ἤ ἕνα κατάλληλο βιβλίο γιά τό γάμο), ἡ σύνδεση τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀδείας μέ τήν ἐνημέρωση γιά τή Σχολή Γονέων πού θά πρέπει νά λειτουργεῖ στά πλαίσια τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῆς Μητροπόλεως, ἀποτελεῖ ἕνα τρίπτυχο πού διαμορφώνει νέες προοπτικές σέ μιά καθαρά γραφειοκρατική κίνηση.

Τό αὐτό καί ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως ἀνθρώπων πού ἀπευθύνονται στήν Ἱερά Μητρόπολη γιά τήν ἐπίλυση προβλημάτων τους (διαφορῶν πού ἔχουν μέ Ἐνορίες, Μονές καί κληρικούς, ζητημάτων εὑρέσεως ἐργασίας, κοινωνικῆς καί φιλανθρωπικῆς ὑποστηρίξεως). Χρειάζονται νά συναντοῦν ἀνθρώπους, κληρικούς ἤ καί λαϊκούς, πού θά εἶναι ἐκπαιδευμένοι ὥστε νά τούς μιλήσουν μέ εἰλικρίνεια, ἀλλά καί μέ συναίσθηση ὅτι ἐπιτελοῦν ποιμαντική ἀποστολή. Ἑπομένως, ἡ γνώση τῆς τεχνικῆς τοῦ διαλόγου, τῆς ψυχολογίας τῶν ἀνθρώπων, ἡ ποιμαντική εὐαισθησία, ἀλλά καί ἡ σταθερότητα καί ἡ ἀποφασιστικότητα, ὥστε νά μήν ἱκανοποιοῦνται ἀκρίτως αἰτήματα τά ὁποῖα συντηροῦν προβλήματα καί δέν τά λύνουν, ἀποτελοῦν προσόντα τῶν διοικητικῶν στελεχῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τά ὁποῖα στήν οὐσία ἐπιτελοῦν ἔργο ἐπανευαγγελισμοῦ.

Ἐξάλλου, ὁ ἀναπροσανατολισμός στόν σχεδιασμό ὁρισμένων βασικῶν τομέων πού ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τόν ἐπανευαγγελισμό θά βοηθοῦσε ἰδιαίτερα. Εἶναι αὐτονόητη ἡ ὕπαρξη γραφείων νεότητος στίς Ἱερές Μητροπόλεις. Συνήθως μᾶς ἐνδιαφέρει τά γραφεῖα αὐτά νά ὀργανώνουν τό κατηχητικό πρόγραμμα καί τίς ἐκδηλώσεις τῆς Μητροπόλεως ἤ νά βοηθοῦν στίς Ἐνορίες, ὅπου ὑπάρχουν προβλήματα. Ἡ ἐποχή μας ὅμως ἀπαιτεῖ τό Γραφεῖο Νεότητος νά ἔχει καί ἐπιμορφωτικό καί ἐπικοινωνιακό χαρακτήρα.[23] Τοῦτο σημαίνει ὅτι τό Γραφεῖο Νεότητος πρέπει νά βρίσκει στελέχη, νά ὀργανώνει προγράμματα ἐπιμορφώσεώς τους (δίδοντας ἰδιαίτερη βαρύτητα σ’ αὐτά), εἴτε μέ τή μορφή Φροντιστηρίου Στελεχῶν (πού ἔχει τόν χαρακτήρα καταρτίσεως τῶν στελεχῶν σέ δογματικό, ψυχολογικό ἀλλά καί πρακτικό  πεδίο) εἴτε μέ τήν μορφή ἡμερίδων ἤ μικρῶν συνεδρίων.

Τό ἐρώτημα εἶναι τί γίνεται στήν ἐπαρχία, στίς Μητροπόλεις πού στεροῦνται καί νέων καί στελεχῶν. Ἐδῶ τό Γραφεῖο Νεότητος μπορεῖ νά ὀργανώνει τήν ἐπιμόρφωση καί γιά τούς ἤδη κληρικούς, ἰδίως τούς νεώτερους σέ ἡλικία, οἱ ὁποῖοι καί εἶναι οἱ κατεξοχήν ἐργάτες τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ. Καί ἐπειδή ἕνας ἀπό τούς σημαντικότερους τρόπους ἐπανευαγγελισμοῦ εἶναι καί τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, ἡ κατάρτιση τῶν ἱερέων-πνευματικῶν, ἰδίως στήν ἐπαρχία, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐπιπέδου μορφώσεώς τους, θά πρέπει νά τεθεῖ σέ προτεραιότητα. Κι αὐτό διότι ἡ ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ κατήχηση στήν ἐν Χριστῶ ζωή, τόσο σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν μετάνοια, ὅσο καί στήν διδαχή τῆς προσευχῆς, ἀλλά καί στήν συζήτηση γιά μία σειρά προσωπικῶν ἀλλά καί κοινωνικῶν προβλημάτων, στά ὁποῖα ὁ ἱερέας-πνευματικός παρουσιάζει τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως στούς νέους ἀνθρώπους. [24]

Ἡ ἐπιμόρφωση τῶν κληρικῶν δέν πρέπει νά περιορίζεται μόνο σέ θέματα τά ὁποῖα ἔχουν νά κάνουν μέ τήν θεολογία καί τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ διάλογος μέ τήν ἐπιστήμη, τήν οἰκονομία, τήν τέχνη καί τήν κοινωνία ἀποτελεῖ σημαντικό τομέα, στόν ὁποῖο ἡ ἐπιμόρφωση θά πρέπει νά προχωρήσει, ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς μας, τί μᾶς καταμαρτυροῦν ὡς Ἐκκλησία καί ποιές θέσεις ἔχουμε. Ἄρα, στήν ἐπιμόρφωση θά ἦταν σπουδαῖο νά καλοῦνται καί ἄνθρωποι πού δέν ἀπηχοῦν τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δίδουν τή δυνατότητα προβληματισμοῦ.

Μέ ὄχημα τό Γραφεῖο Νεότητος καί Ἐπιμορφώσεως θά πρέπει καί τά Κατηχητικά σχολεῖα νά ἀναδιοργανωθοῦν σέ ἄλλη βάση. Μέ δεδομένο ὅτι τά παιδιά τοῦ Γυμνασίου καί τοῦ Λυκείου, τόσο στά ἀστικά κέντρα ὅσο καί στήν ἐπαρχία καί δέν ἔχουν ἐλεύθερο χρόνο καί δέν μποροῦν νά παρακολουθήσουν τόν παρωχημένο τρόπο κατηχήσεως πού θυμίζει σχολεῖο, χρειάζεται νά γίνει ἀναπροσαρμογή τοῦ μοντέλου λειτουργίας τῶν κατηχητικῶν. [25] Ἡ  στατικότητα στήν κατήχηση, μέ τό τυπικό πλαίσιο της (προσευχή, μάθημα, τραγούδι), δέν μπορεῖ πλέον νά προελκύσει τή νέα γενιά.

Ἡ κατήχηση θά πρέπει νά ξεκινᾶ ἀπό τήν νηπιακή ἡλικία καί τίς πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ καί νά ὁλοκληρώνεται μέ τμήματα πού ἀφοροῦν στίς ὑπόλοιπες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ. Σ’ αὐτήν τήν ἡλικία ὑπάρχει ἀκόμη ἡ δυνατότητα γιά σύντομες διηγήσεις καί γιά ἐνημέρωση γιά βασικά στοιχεῖα τῆς πίστεως καί τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως εἶναι ἡ προσευχή καί ἡ συμμετοχή στήν μυστηριακή καί εὐχαριστιακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ κατήχηση, ὅμως, γιά νά ἀνταποκρίνεται στίς ἀνάγκες τῶν παιδιῶν, χρειάζεται νά προκαλεῖ χαρά, μέ σύντομες ἱστορίες, πολύ παιχνίδι καί δυνατότητα παραμονῆς στό χῶρο τοῦ ναοῦ ἤ τοῦ πνευματικοῦ κέντρου, μέ τήν βοήθεια λαϊκῶν στελεχῶν καί μάλιστα παιδαγωγῶν. Καθώς, μάλιστα, σέ πολλές Ἱερές Μητροπόλεις ἱδρύονται ἤ λειτουργοῦν ἤδη  Βρεφονηπιακοί Σταθμοί, στό πρόγραμμά τους καλό θά ἦταν νά ἐνσωματωθοῦν στοιχεῖα κατηχήσεως.

Γιά νά προσεγγίσουμε τίς μεγαλύτερες ἡλικίες ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε τήν σημασία τῆς λειτουργίας τῆς κατηχητικῆς ὁμάδος ὡς συντροφιᾶς, ὡς παρέας. Πρέπει νά δοθεῖ ἰδιαίτερη ἔμφαση στή νέα τεχνολογία καί νά ἀναλάβει ἡ Συνοδική Ἐπιτροπή ἐπί τῆς Χριστιανικῆς Ἀγωγῆς καί τῆς Νεότητος τήν παραγωγή ὑλικοῦ πού θά προσεγγίσει τά ἐνδιαφέροντα τῶν παιδιῶν (cd καί dvd, ὅπου νά παρουσιάζονται μέ σύντομο τρόπο καί σέ συσχετισμό μέ τήν ἐποχή μας οἱ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας σέ μία σειρά ἀπό θέματα πού ἀφοροῦν τίς ἡλικίες αὐτές καί πού θά ἀποτελοῦν τήν βάση γιά περαιτέρω συζήτηση), ἐνῶ ἡ ὕπαρξη ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν στά Πνευματικά Κέντρα τῶν Ἐνοριῶν θά βοηθήσει , ὥστε οἱ νέοι νά μήν θεωροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκτός τῆς σύγχρονης πραγματικότητας.

Παραλλήλως, ἡ καλλιέργεια τοῦ ὁμαδικοῦ πνεύματος (ἀθλητισμός, πρωταθλήματα ποδοσφαίρου καί ἄλλων ἀθλημάτων) καί τῆς συντροφικότητας (ἐπισκέψεις, περίπατοι, ἐκδρομές) μέ τήν παρουσία τῶν ἱερέων καί τῶν κατηχητῶν, καθώς καί τό ξεκίνημα τῆς κατηχήσεως ἀπό θέματα πού ἀφοροῦν ἄμεσα στή ζωή τῶν παιδιῶν,[26] μέ παράλληλη χρήση ἁπλῶν κειμένων (κυρίως ἀπό τό Γεροντικό, ἀλλά καί ἀπό βιβλία πού ἀναφέρονται σέ σύχρονες ἀσκητικές μορφές), θά δώσουν χαρά στήν κατήχηση καί τήν δυνατότητα στά παιδιά νά ψυχαγωγοῦνται καί νά μαθαίνουν.

Ἐξάλλου, ἡ συντονισμένη, τόσο σέ ἐπίπεδο Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὅσο καί σέ ἐνοριακό ἐπίπεδο, ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν πολιτιστικοῦ χαρακτήρα (ἡ δημιουργία τμημάτων ἐκμαθήσεως χορῶν, ἡ ἵδρυση καί λειτουργία χορωδιῶν, ἡ διδασκαλία παραδοσιακῶν ὀργάνων), ὅπως καί ἡ δωρεάν λειτουργία φροντιστηριακῶν τμημάτων ἐνισχυτικῆς διδασκαλίας γιά τά σχολικά μαθήματα, ἀλλά καί γιά τίς ξένες γλῶσσες, μποροῦν νά προσελκύσουν τό ἐνδιαφέρον τῶν νέων καί νά ἀποτελέσουν τήν  ἀφορμή κατηχήσεως καί ἐπανευαγγελισμοῦ.

Κλειδί στήν προσπάθεια ἐπανευαγγελισμοῦ εἶναι οἱ ἐκκλησιαστικές κατασκηνώσεις. Ἡ ἐμπειρία καταδεικνύει ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων πού συμμετέχουν στά κατασκηνωτικά προγράμματα δέν ἔχουν ἰδιαίτερη σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Θέλουν ὅμως τήν συμμετοχή τους γιατί ἑλκύονται ἀπό τόν τρόπο ζωῆς πού εἶναι κοινοτικός καί κοινοβιακός, ἀπό τό γεγονός ὅτι ξεκουράζονται, δημιουργοῦν, προβληματίζονται, χαίρονται μακριά ἀπό τούς ρυθμούς ζωῆς πού ἡ ἐποχή μας ἐπιβάλλει. Στίς κατασκηνώσεις ἔχουμε τό περιθώριο οὐσιαστικῆς κατηχήσεως, διότι τά παιδιά μένουν γιά ἱκανό ἀριθμό ἡμερῶν στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, ὁ θεσμός πρέπει νά ἐνισχυθεῖ, νά ἐπιμορφώνονται τά στελέχη, ἐκ τῶν ὁποίων σχεδόν ὅλα εἶναι φοιτητές καί νέοι, καί οἱ ἐγκαταστάσεις νά ἔχουν στοιχεῖα πού νά βοηθοῦν τά παιδιά νά αἰσθάνονται ἄνετα, ἀλλά καί νά τούς δίδουν περιθώρια δημιουργικότητας καί ἀξιοποιήσεως τοῦ ἐλεύθερου χρόνου τους.

Τόσο στίς κατασκηνώσεις, ὅσο καί στήν κατήχηση, καλό θά ἦταν νά προσανατολιστοῦμε καί στήν ἐνασχόληση μέ θέματα προστασίας τοῦ περιβάλλοντος καί ἀφυπνίσεως τῆς οἰκολογικῆς συνειδήσεως τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων. Μέσα ἀπό τά κατηχητικά σχολεῖα καί τίς νεανικές συντροφιές νά δώσουμε τή δυνατότητα τόσο γιά κατανόηση τῶν θέσεων τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί γιά τήν ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν πού θά βοηθήσουν στήν ἐνεργό συμμετοχή στήν ἀλλαγή τῆς στάσεως τοῦ κόσμου ἔναντι τοῦ περιβάλλοντος (ἀνακύκλωση, συμμετοχή σέ προσπάθειες ἀναδασώσεως, περιποίηση τῶν κήπων ἤ τῶν δένδρων ἤ τῶν λουλουδιῶν πού ὑπάρχουν ἐντός ἤ πέριξ τῶν ἐκκλησιαστικῶν χώρων).

Ἡ στελέχωση τοῦ Γραφείου Νεότητος καί Ἐπιμορφώσεως μέ καταλλήλους κληρικούς πρέπει νά εἶναι κύρια μέριμνά μας. Στόν τομέα αὐτό χρειάζεται νά ξαναδοῦμε καί τό θέμα τῶν ἀγάμων κληρικῶν. Ἄς μήν τούς διορίζουμε μόνο ὡς προϊσταμένους τῶν Ἐνοριῶν ἤ ὡς ἱεροκήρυκες. Θά ἦταν σπουδαῖο, καλλιεργώντας τόν ἱεραποστολικό τους ζῆλο, νά τούς κατευθύνουμε μέ ἐπιμόρφωση καί κατάρτιση στό νά στελεχώνουν ὡς ὑπεύθυνοι τούς ἱεραποστολικούς τομεῖς τῆς κάθε Μητροπόλεως.

Ἐπανευαγγελισμός ἄνευ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἐνορίας δέ νοεῖται. Κι αὐτή θά ἐπιτευχθεῖ μόνο ἐάν ἡ Ἐνορία ἐπαναβρεῖ τόν χαρακτήρα τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας καί τῆς συμμετοχῆς τῶν μελῶν της στήν λειτουργική προσευχή τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ συμμετοχή τοῦ λαοῦ στήν λατρεία ἀποτελεῖ κατήχηση. Ἡ μυσταγωγία καί ἡ κατάνυξη στά πλαίσια τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς ἀποτελοῦν κατήχηση. Ἡ κατανόηση τοῦ ὑμνογραφικοῦ καί ποιητικοῦ πλούτου τῆς πίστεώς μας, ὅπως αὐτός ἀποτυπώνεται μέσα στήν λατρεία, ἀποτελεῖ κατήχηση. Ἡ ἑνότητα, μέσα ἀπό τήν συχνή μετοχή στό κοινό ποτήριο, ἀποτελεῖ μορφή κατηχήσεως. Ἡ αἴσθηση  ὅτι στήν λατρευτική ζωή οἱ πιστοί μας δέν εἶναι ἄγνωστοι μεταξύ ἀγνώστων, ὅτι ἡ λειτουργία συνεχίζεται μετά τήν λειτουργία, στά πρότυπα τῶν μοναστηριῶν, ἀποτελεῖ κατήχηση.

Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ Ἐνορία σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, χρειάζεται νά ἀντιμετωπισθεῖ ὄχι ὡς γεωγραφικός τόπος, ἀλλά ὡς τόπος ἀναπαύσεως ψυχῆς καί καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό καί τά μοναστήρια, ὅταν λειτουργοῦν ἐκκλησιαστικά, διαπνέονται δηλαδή ἀπό ὑγιές πνεῦμα καί ὄχι ἀπό τή νοοτροπία τῆς στρατολογήσεως ὀπαδῶν,  μποροῦν νά ἀποτελέσουν τό ἀνάχωμα  στήν πνευματική καθίζηση τῆς ἐποχῆς μας, καθώς μέσα σ’ αὐτά ἡ λειτουργική προσευχή τῆς Ἐκκλησίας μας βιώνεται ἔντονα.

Τό μοναστηριακό πρότυπο εἶναι σπουδαῖο στόν ἀγῶνα τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ καί γιά τό γεγονός τῆς ἀσκητικότητας τοῦ βίου πού ἐμπνέει στό λαό μας. Τά τελευταῖα χρόνια μάλιστα, μποροῦμε νά καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ γιά τό γεγονός τῆς ἀνανεώσεως τῶν μοναστηριῶν μέ νέους καί μορφωμένους μοναχούς καί μοναχές. Καί εἶναι σπουδαῖο τό ὅτι στά μοναστήρια γίνεται κατήχηση καί ἐπανευαγγελισμός. Θά ἦταν ὅμως ἐξίσου σπουδαῖο ἄν μποροῦσαν τά μοναστήρια, ἰδίως αὐτά τά ὁποῖα βρίσκονται στήν ἐπαρχία καί μάλιστα κοντά σέ χωριά, νά ἀναλάμβαναν καί τμήματα τῆς κατηχήσεως τῶν νέων παιδιῶν, ἀλλά καί κύκλους συμμελέτης Ἁγίας Γραφῆς για τούς μεγαλυτέρους, πάντοτε βεβαίως μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἐπισκόπου καί τῆ συνεκτιμήσει τῶν ἀναγκῶν τῶν μοναστηριῶν καί τῆς πνευματικῆς προόδου τῶν μοναχῶν.

Ἰδιαίτερη μέριμνα θά πρέπει νά ληφθεῖ γιά τήν συμμετοχή τῶν παιδιῶν καί τῶν νέων στήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐνορίας. Συχνά ἐντοπίζουμε τήν  αἰτία τῆς  ἀπομακρύνσεώς τους ἀπό τήν εὐχαριστιακή κοινότητα στό γεγονός ὅτι δέν κατανοοῦν  τή γλώσσα τῆς Θείας Λατρείας ἤ στό ὅτι οἱ πολλές ὑποχρεώσεις τους δέν ἐπιτρέπουν νά ἀφιερώσουν χρόνο γιά τήν συμμετοχή τους. Φρονοῦμε ὅτι τό κύριο πρόβλημα εἶναι ἡ αἴσθηση ὅτι ἡ λατρεία δέν ἔχει χῶρο γι’ αὐτούς καί ὅτι δέν βρίσκουν χαρά, καθότι δέν ὑπάρχει τό στοιχεῖο τῆς συντροφικότητος καί τῆς κοινότητος τόσο κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅσο καί μέ τό τέλος της. Γι’ αὐτό καλό θά ἦταν νά  ἐξετάσουμε τήν ἐφαρμογή τρόπων πού θά βοηθήσουν πρός αὐτή τήν κατεύθυνση.

Γιά τά μικρότερα παιδιά ὁ ὁρισμός κάποιου ἰδιαίτερου χώρου μέσα στό ναό, ὥστε νά μποροῦν νά εἶναι μπροστά στά τελούμενα τήν ὥρα τῆς Θείας Λατρείας καί νά ἑλκύονται ἀπό τόν μυσταγωγικό τρόπο της θά ἦταν μία πρόταση. Ἐξάλλου, θά μποροῦσαν νά τελοῦνται δεύτερες Θεῖες Λειτουργίες, ὅπου εἶναι ἐφικτό, σέ παρεκκλήσια τῶν Ἱερῶν ναῶν ἤ τά μικρότερα παιδιά νά συγκεντρώνονται σ’ αὐτά καί νά ἀκοῦνε ἔστω τήν Θεία Λειτουργία, γιά νά μήν ὑπάρχει τό στοιχεῖο τῆς ἐνοχλήσεως τῶν μεγαλυτέρων, οἱ ὁποῖοι συνήθως θεωροῦν ὅτι προηγεῖται τό στοιχεῖο τῆς ἀτομικῆς ἐπικοινωνίας μέ τό Θεό καί ἕπεται καί ἡ συμμετοχή τῶν ἄλλων.

Τό αὐτό καί γιά τά μεγαλύτερα παιδιά καί τούς νέους. Θά ἦταν σπουδαῖο, μέ τό πέρας ἰδίως τῆς Θείας Λειτουργίας, νά συναντῶνται μέ τούς ἱερεῖς καί τούς κατηχητές τῆς Ἐνορίας εἴτε στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ εἴτε ἀλλοῦ καί νά ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ἡ Θεία Λειτουργία νά γίνεται ἀφορμή ἐπικοινωνίας μεταξύ τους. Αὐτό θά ἄλλαζε τήν εἰκόνα τῆς μή συμμετοχῆς στά δρώμενα καί τά τελούμενα καί θά ἔδιδε τήν δυνατότητα κατηχήσεως καί ἐπανευαγγελισμοῦ, μέσα ἀπό τίς συζητήσεις ἀλλά καί τήν κοινωνία μέ Θεό καί ἀνθρώπους.

Τά παραπάνω μᾶς ὁδηγοῦν στήν σκέψη ὅτι χρειάζεται νά ἐργαστοῦμε ἰδιαίτερα στόν χῶρο τῆς οἰκογένειας. Βεβαίως, τά τελευταῖα χρόνια σέ πολλές Ἱερές Μητροπόλεις καί Ἐνορίες ὑπάρχουν καί λειτουργοῦν μέ ἐπιτυχία οἱ Σχολές Γονέων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες μέ διάφορους τρόπους (διαλέξεις, ἐκδηλώσεις, συζητήσεις) παρέχουν στήριξη στούς γονεῖς, γιά μία σειρά θεμάτων πού ἔχουν νά κάμουν μέ τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους, καθώς καί γιά τά ὅσα προβλήματα ἀντιμετωπίζουν. Τίθεται ὅμως εὔλογο τό ἐρώτημα κατά πόσον ἡ προσπάθειά μας ἔχει μέσα της καί τό στοιχεῖο τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ ἤ ἁπλῶς ἀποτελεῖ μία προσπάθεια ἀνακουφίσεως τῶν γονέων γιά τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζουν. Γι’ αὐτό ἴσως θά ἔπρεπε κι ἐδῶ νά ἐξειδικευθοῦν πλέον στελέχη, τά ὁποῖα νά ἀναλάβουν τήν διοργάνωση προγραμμάτων μέ χαρακτήρα καί ψυχοπαιδαγωγικό, ἀλλά καί ποιμαντικό-ἱεραποστολικό. Ἔχουμε τόν πατερικό θησαυρό, πού μᾶς ἔχει δώσει μεγάλη ποικιλία ὑλικοῦ πάνω σέ θέματα γάμου καί οἰκογενείας. Ἴσως δέν ἔχουμε μπορέσει νά ἀξιοποιήσουμε τίς πατερικές γραμμές καί νά τίς περάσουμε μέ σύγχρονη γλώσσα, τόσο στίς Σχολές Γονέων τῆς Έκκλησίας (πού εἶναι λίγες καί θά πρέπει σταδιακά νά αὐξηθοῦν), ὅσο καί μέ τήν ἵδρυση μικρῶν κύκλων προετοιμασίας ζευγαριῶν καί νέων ἀνθρώπων γιά τό γάμο. Οἱ κύκλοι αὐτοὶ θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἀποκτήσουν λειτουργικὴ κατεύθυνση, μὲ τὴν τέλεση Θείων Λειτουργιῶν καὶ Ἀκολουθιῶν, σὲ συνδυασμὸ μὲ κοινὲς ἐκδρομὲς καὶ ἐπισκέψεις σὲ μοναστήρια.

Οἱ ἀκολουθίες στίς ὁποῖες συναντοῦμε τήν συντριπτική πλειονοψηφία τῶν πιστῶν, εἴτε αὐτοί ἀκολουθοῦν τήν ἐκκλησιαστική ζωή εἴτε συμμετέχουν, εἶναι αὐτές πού ἔχουν νά κάμουν μέ τήν κοινωνική ζωή τοῦ λαοῦ μας. Ἡ βάπτιση, ὁ γάμος, ἡ κηδεία, τό μνημόσυνο, ἀλλά καί τό πανηγύρι τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ, ὅπως ἐπίσης καί ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀποτελοῦν μεγάλες εὐκαιρίες ἐπανευαγγελισμοῦ. Τό αὐτό καί ἡ διακονία τῶν κοιμητηρίων, ἡ ὁποία, δυστυχῶς,  ἀντιμετωπίζεται μόνο ὡς εὐκαιρία οἰκονομικῆς στηρίξεως τῶν ἱερέων μας καί ὄχι μόνο. Χρειάζεται ἀναδιοργάνωση τῆς ποιμαντικῆς μας, ὥστε νά λειτουργήσει γιά τόν ἐπανευαγγελισμό τοῦ λαοῦ μας.

Ἡ διδαχή τῆς σημασίας τῶν δρωμένων καί τῶν τελουμένων, μέ τήν ἔκδοση εὐσύνοπτων φυλλαδίων ἤ τήν ἑρμηνεία τους ἀπό τόν τελετουργό ἱερέα, τό λιτό καί οὐσιαστικό κήρυγμα, ἡ ἱεροπρέπεια κατά τήν τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν, ἡ μετοχή στή χαρά καί τήν λύπη τῶν ἀνθρώπων μέ τήν συζήτηση μαζί τους καί τήν κατάθεση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τό ἐνδιαφέρον και, κυρίως, ἡ ἀποφυγή τοῦ σκανδαλισμοῦ, ἀποτελοῦν διόδους μέσα ἀπό τίς ὁποῖες ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θά μιλήσει στόν κόσμο.

Τό αὐτό καί μέσα ἀπό τίς πανηγύρεις, ἰδίως τό καλοκαίρι στήν ἐπαρχία. Δίδεται ἡ δυνατότητα ἐπανευαγγελισμοῦ μέ τήν σύσταση εἰδικῶν περιπτέρων, ὅπου μπορεῖ νά διανεμηθεῖ ἔντυπο ὑλικό μέ θέματα πού ἔχουν νά κάμουν μέ τήν πνευματική ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί μέ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά σύγχρονα προβλήματα. Παραλλήλως, πρωτοβουλίες ἀνθρωπιστικοῦ χαρακτήρα, ὅπως ἡ  διοργάνωση ἐθελοντικῆς αἱμοδοσίας τίς ἡμέρες τῆς πανηγύρεως, μέ κατάλληλη ἐνημέρωση τοῦ λαοῦ μας ἤ ἡ διοργάνωση πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων, καθώς καί ὁμιλιῶν γιά διάφορα θέματα, ὅπως ἐπίσης καί ἡ ἀξιοποίηση τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου στίς προετοιμασίες τῆς πανηγύρεως, θά δώσουν εὐκαιρίες πνευματικῆς ἀναστροφῆς καί κατηχήσεως.

Τέλος, ἡ Ἐνορία ὀφείλει νά δεῖ τήν λειτουργία της μέσα στήν νέα πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Συνήθως τά μηνύματα στίς ὁμάδες τῶν μεταναστῶν περνοῦνε μέσω τῆς συμπαραστάσεως στόν φιλανθρωπικό τομέα, καθότι οἱ οἰκονομικές ἀνάγκες, πραγματικές ἤ μή, παρουσιάζονται πιεστικές. Ὑπάρχουν ὅμως καί οἱ πνευματικές τους ἀνάγκες. Ἀκόμη κι ἄν δέν εἶναι εὔκολο νά ὀργανώσουμε εἰδικά ποιμαντικά προγράμματα (τέλεση θείας λειτουργίας στή γλώσσα τῶν μεταναστῶν, κατήχηση καί συμπαράσταση ἀπό καταρτισμένα στελέχη, διαπολιτισμικές θρησκευτικές ἐκδηλώσεις), ἄς συμβάλουμε στήν διαμόρφωση νοοτροπίας ἀγάπης καί ἀνοχῆς, κάτι πού συνάδει ἄλλωστε  μέ τήν μακρά ἑλληνορθόδοξη παράδοση, ἰδίως στά κατηχητικά σχολεῖα, ὅπως ἐπίσης καί μέ τήν καλύτερη ὀργάνωση τῶν βαπτίσεων ἀλλά καί τῆς γενικότερης ποιμαντικῆς τῶν μεταναστῶν.

Ὅλα τά προηγούμενα ἀπαιτοῦν χώρους. Καί εἶναι γεγονός ὅτι σέ πλεῖστες ὅσες ἐνορίες, ἰδίως τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων, ἀλλά καί στίς ἕδρες τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ὑπάρχουν Πνευματικά κέντρα, καί μάλιστα μέ ἱκανό ἀριθμό χώρων ψυχαγωγίας, ἐκδηλώσεων καί λατρείας. Οἱ χῶροι αὐτοί χρειάζεται νά εἶναι ἀνοικτοί καί σέ ἐκδηλώσεις συνεργασίας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἤ τῆς Ἐνορίας μέ ἄλλες κοινωνικές ὁμάδες (πολιτιστικούς συλλόγους, σχολεῖα, θεατρικές ὁμάδες, σχολές γονέων, γιά ἐκδηλώσεις πού ὀργανώνει ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση, διαλέξεις καί συζητήσεις), ὥστε νά δίδουν τήν αἴσθηση τῆς ἑνότητος πού προάγει σέ ἕναν τόπο ἤ μία γειτονιά ἡ Ἐκκλησία. Καί τότε, μέ τήν παρουσία της ἡ Ἐκκλησία δίδει τό μήνυμα ὅτι εἶναι ἀνοιχτή  στόν διάλογο, ἀλλά καί ἕτοιμη νά ἀγκαλιάσει κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα, ὅταν αὐτή βεβαίως δέν ἀπάδει τοῦ ἤθους καί τόν πολιτισμοῦ τῆς ἑλληνορθόδοξης παραδόσεως.

Ἐπειδή οἱ ἐνορίες στά μεγάλα ἀστικά κέντρα εἶναι πολυάριθμες, ἀλλά καί ἐπειδή ἀπαιτεῖται χρόνος, ὥστε ὁ ποιμένας νά μπορεῖ νά ὀργανώσει τούς ἱεραποστολικούς τομεῖς, θά μπορούσαμε νά ἐξετάσουμε τήν δυνατότητα ἐξειδικεύσεως ἱερέων στούς τομεῖς ἐπανευαγγελισμοῦ. Ἐπειδή στίς περισσότερες ἐνορίες ὑπάρχουν περισσότεροι τοῦ ἑνός ἐφημέριοι, θά πρέπει κάποιος ἀπό αὐτούς, ἀνάλογα μέ τό ζῆλο του, τά προσόντα καί τήν διάθεσή του, νά ἐξειδικεύεται ὅσο τό δυνατόν στήν ἐνασχόληση μέ τόν ἐπανευαγγελισμό. Νά ἔχει χρόνο δηλαδή, ἀπαλλασσόμενος ἀπό περιττά ἐφημεριακά καθήκοντα, γιά νά μπορεῖ νά ἀσχοληθεῖ περισσότερο μέ τό πνευματικό καί ἱεραποστολικό ἔργο, χωρίς αὐτό νά γίνεται ἀφορμή γογγυσμοῦ καί οἰκονομικῶν διακρίσεων ἀπό τούς συνεφημερίους του στήν Ἐνορία.

Ἡ ἐξειδίκευση αὐτή θά μποροῦσε νά ἐπεκταθεῖ σέ ἐπίπεδο στελεχῶν Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Μέ τήν βοήθεια τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νά διοργανωθοῦν εἰδικά προγράμματα ἐξειδικεύσεως στελεχῶν γιά ζητήματα ποιμαντικῆς προσεγγίσεως εἰδικῶν κοινωνικῶν ὁμάδων (ὅπως εἶναι οἱ διανοούμενοι, οἱ δικηγόροι, οἱ ἰατροί, οἱ ἐκπαιδευτικοί, ἀλλά καί οἱ ἐργάτες καί οἱ ἀγρότες), ὥστε νά ὑπάρξει ἡ δυνατότητα  γιά ἐπανευαγγελισμό μέ γνώση τῶν εἰδικῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν, ἀλλά καί τῆς ψυχολογίας τῶν ὁμάδων αὐτῶν. Καί ὁ Θεός θά προσθέσει καί θά μεταμορφώσει τήν γνώση μας.

Ὁ ἐπανευαγγελισμός, ἀκόμη, προϋποθέτει τήν καλύτερη ὀργάνωση τοῦ κηρύγματος τήν ὥρα τῆς Θείας Λατρείας, ἀλλά καί τήν χρήση σύγχρονης γλώσσας κατ’ αὐτό. Λόγω τοῦ χαμηλοῦ μορφωτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ κλήρου, τό κήρυγμα, ἰδίως στήν ἐπαρχία, ἀπουσιάζει. Ἀπό ἀρκετούς μάλιστα δέν θεωρεῖται ἀπαραίτητο, διότι ἡ λατρεία ἀπό μόνη της θεωρεῖται ἱκανή νά διδάξει πολλά. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, ἐκτός τοῦ ὅτι εἶναι ἀντιπαραδοσιακή[27] καί ἀντιπατερική, δέν ὠφελεῖ ἰδιαίτερα σήμερα, πού εἶναι ἀμφίβολη ἡ κατανόηση τῶν τελουμένων καί τῶν λεγομένων κατά τήν Θεία Λατρεία ἀπό μεγάλη μερίδα τῶν πιστῶν. Ἑπομένως, χρειάζεται νά ἐπαναβεβαιώσουμε συνοδικά τόσο τήν ἀναγκαιότητα τοῦ κηρύγματος, ὅσο καί τήν ἔστω διά γραπτοῦ λόγου διατύπωσή του, ἀκόμη καί στίς πλέον ἀπομακρυσμένες ἐνορίες.

Ἡ γλώσσα τοῦ κηρύγματος χρειάζεται νά προσαρμοσθεῖ στίς σύγχρονες ἀνάγκες. Μέσα ἀπό τήν ἐπιμόρφωση τῶν κηρύκων τοῦ Θείου Λόγου νά ὁδηγηθοῦμε στήν ἀποφυγή τῆς παλαιᾶς λεγομένης  «ξύλινης θεολογικῆς γλώσσας», ἡ ὁποία δέν ἀγγίζει θέματα πού ἀφοροῦν στή ζωή τῶν ἀνθρώπων (ἡ ἐπάνοδος στήν γλώσσα τῶν παραβολῶν, μέ ἀφόρμηση ἀπό περιστατικά πού ἔχουν νά κάμουν μέ τήν σύγχρονη ζωή θά ἦταν ἕνας πολύ καλός τρόπος), καί τήν διαμόρφωση ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ λόγου πού μέ λιτότητα, σαφήνεια καί παραστατικότητα θά ἀνατέμνει τήν ἐποχή μας. Ἄς μήν λησμονοῦμε, ἄλλωστε, ὅτι ἡ εἰκονοποιημένη ἀπό τήν τηλεόραση σκέψη τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τῶν ἀνθρώπων, δέν ἐπιτρέπει σύνθετο καί παρωχημένο λόγο, ἀλλά ἀπαιτεῖ ταχύτητα καί ἁπλότητα.

Ταχύρρυθμα σεμινάρια ἐκκλησιαστικοῦ λόγου, τόσο γιά τούς ἱεροκήρυκες ὅσο καί γιά προσοντούχους ἐγγάμους κληρικούς θά ἦταν μία κίνηση ἐκ μέρους τῆς ποιμαινούσης Ἐκκλησίας πού θά ἔδινε νέες δυνατότητες. Σέ ἕδρες περιφερειῶν, μέ δυνατότητα διαμονῆς, τῆ καλύψει τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, θά μποροῦσαν νά βοηθηθοῦν πλεῖστοι τῶν κληρικῶν μας, ὥστε νά μπορέσουν νά προσαρμοσθοῦν στίς νέες ἀνάγκες.

Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ σύγχρονη γλώσσα, ἡ ὁποία βεβαίως δέν μπορεῖ νά ἀπάδει τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους, θά πρέπει νά χρησιμοποιηθεῖ καί στήν καθημερινή μας διακονία. Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ, μάλιστα, τή νέα γενιά, ὁ ἐπανευαγγελισμός πρέπει νά προχωρήσει στόν χῶρο τοῦ σχολείου καί τοῦ Πανεπιστημίου.  Εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητη ἡ παρουσία μας ἐκεῖ, ὄχι μόνο μέ τήν ἐπίσημη-θεσμική μας ἰδιότητα  (κατά τήν τέλεση τοῦ Ἁγιασμοῦ τῆς ἐνάρξεως τῶν μαθημάτων ἤ κατά τήν θεία λειτουργία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἤ στούς κατ’ ἔθιμον ἐκκλησιασμούς), ἀλλά κυρίως μέ τήν φυσική μας παρουσία στά ἴδια τά σχολεῖα καί τά Πανεπιστήμια.

Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά έπισημάνουμε τήν ἀναγκαιότητα συνεργασίας μας μέ τούς λαϊκούς θεολόγους. Οἱ θεολόγοι εἶναι «σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μας». Ἁσχέτως τῶν κινήτρων πού τούς ὁδήγησαν νά σπουδάσουν τήν ἱερά ἐπιστήμη καί τῆς συμμετοχῆς τους στήν ἐκκλησιαστική ζωή, δέν παύουν, γιά ὅσο τουλάχιστον δέν τίθεται ζήτημα καταργήσεως τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ἀπό τά σχολεῖα, νά ἀποτελοῦν τούς συνεργάτες μας στό ἔργο τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ. Αὐτοί ἔχουν τή δυνατότητα νά ἐπικοινωνοῦν καθημερινά μέ ὅλα τά παιδιά καί τούς νέους. Ἑπομένως, ὅσο κι ἄν κάποτε δέν ὑπάρχει ταυτότητα ἀπόψεων καί ἀντιλήψεων, ὀφείλουμε νά κάνουμε ὅ,τι εἶναι δυνατόν γιά νά διευκολύνουμε τό ἔργο τους.

Νά συνδράμουμε σέ συνεργασία μέ τούς συμβούλους τους στήν διοργάνωση σεμιναρίων ἐπιμορφώσεως. Νά βοηθήσουμε στήν προμήθεια ἐποπτικοῦ ὑλικοῦ. Νά τούς ἀξιοποιήσουμε στήν Μητρόπολή μας, τόσο ὡς κατηχητές ὅσο καί ὡς κήρυκες τοῦ θείου λόγου. Στούς κατά τόπους ραδιοφωνικούς σταθμούς ὡς παραγωγούς. Ἀλλά καί μέ τήν βοήθειά τους νά μποροῦνε οἱ κληρικοί μας νά ἀποκτοῦν ἐπικοινωνία μέ τά σχολεῖα καί τή νέα γενιά. Ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας-ἐξομολογήσεως, ὅπου ὑπάρχει αὐτή ἡ δυνατότητα καί ἡ ἐπιθυμία ἀπό τήν πλευρά τοῦ συλλόγου τῶν καθηγητῶν, ἡ παρουσία μας στίς σχολικές τάξεις καί ἡ διοργάνωση ἐκδηλώσεων διαλόγου μέ τούς μαθητές, ἡ διοργάνωση διαγωνισμῶν, ἡ τέλεση Θείων Λειτουργιῶν μέ ὑποδειγματικό χαρακτήρα (συμμετοχή στήν θεία εὐχαριστία τῶν παιδιῶν, ἑρμηνεία δρωμένων καί λεγομένων,  προετοιμασία προσφόρου, ψαλμωδία ἀπό τά παιδιά), ἀποτελοῦν τρόπους ἐπανευαγγελισμοῦ πού ἐξαρτῶνται κυρίως ἀπό τήν συνεργασία μας μέ τούς θεολόγους.

Τό αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ καί μέ τήν βοήθεια τῶν δασκάλων στά Δημοτικά σχολεῖα. Ἐκεῖ μάλιστα θά μπορούσαμε νά ζητήσουμε οἱ ἱερεῖς τῶν ἐνοριῶν νά ἐπισκέπτονται ἰδίως τίς τελευταῖες τάξεις, ὅσο πιό συχνά γίνεται. Οἱ ἱερεῖς θά μποροῦσαν νά συζητοῦν μέ τά παιδιά ὑπό τύπον κατηχητικοῦ σχολείου, μέ μεγάλο πλεονέκτημα ὅτι βρίσκουν τά παιδιά στόν φυσικό τους χῶρο, τά συναντοῦν ὅλα καί, ἑπομένως, ἐξαρτᾶται ἀπό τούς ἴδιους νά μεταδώσουν ἐκεῖνα τά μηνύματα πού θά βοηθήσουν στήν κατήχηση καί τόν ἐπανευαγγελισμό.

Ἡ συνεργασία Ἐκκλησίας καί σχολείου δέν εἶναι βεβαίως δεδομένη καί οὔτε θά εἶναι. Δέν μποροῦμε νά ἔχουμε κυριαρχική νοοτροπία οὔτε νά ἀπελπιζόμαστε ἀπό τυχόν ἀρνητική διάθεση τόσο τῶν διδασκόντων ὅσο καί τῶν διδασκομένων. Ἡ πίστη καί ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση στήν ἐκσυγχρονισμένη ἐποχή μας δέν θεωροῦνται ἀναγκαῖες ἀξίες γιά πολλούς. Ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν θησαυροῦ μας»[28], ἀλλά καί τοῦ ὅτι κομίζουμε πρόταση ζωῆς, ἱστορίας, πίστεως, πολιτισμοῦ, πού ὑπηρετεῖ καί τίς σύγχρονες ἀξίες τῆς ἀνοχῆς, τῆς ἀρνήσεως τοῦ ρατσισμοῦ, τοῦ φανατισμοῦ καί τῆς μισαλλοδοξίας, ἄς καλλιεργήσουμε τούς κληρικούς μας σ’ αὐτόν τόν τρόπο ἀντιλήψεως καί γλώσσας.

Παραλλήλως, ἐμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι θά ἦτο καλό νά ἐπισκεπτόμαστε τά σχολεῖα σέ τακτική βάση. Νά ἔχουμε ἕναν ἐλεύθερο καί εἰλικρινῆ διάλογο μέ τούς ἐκπαιδευτικούς. Νά συζητοῦμε καί μέ τά παιδιά, ὅσο εἶναι ἐφικτό. Καί τελικά, νά προετοιμάζουμε τούς κληρικούς μας ὥστε ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τόν εὐαίσθητο αὐτό τομέα, νά ἔχουν τήν κατάρτιση, τήν ὑπομονή ἀλλά καί τήν ἀποφασιστικότητα νά διακονήσουν μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις.

Τό αὐτό καί στόν φοιτητικό χῶρο. Λόγω τοῦ ὑπερβολικοῦ ἄγχους πού διακατέχει τά παιδιά στό Λύκειο, ὁ ἰδιαίτερος προβληματισμός καί τά πολλά ἐρωτηματικά πού παλαιότερα διέκριναν τήν ἐφηβική ἡλικία, ἔχουν μεταφερθεῖ στήν μεταλυκειακή καί φοιτητική περίοδο τῆς ζωῆς τῶν νέων. Κι ἐδῶ χρειάζεται στό πρόγραμμα κατηχήσεως καί ἱεραποστολῆς στό χῶρο τῆς νεότητος ἡ ὀργάνωση φοιτητικῶν συνάξεων, στίς ὁποῖες θά καλλιεργεῖται ὁ διάλογος, ὅπως ἐπίσης καί θά βοηθᾶ τούς νέους μας νά ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ κείμενα καί θέσεις τῆς πίστεώς μας.

Στίς ἕδρες τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων μάλιστα, ὅπου δέν ὑπάρχουν Πανεπιστήμια ἤ ΤΕΙ, καλό θά ἦταν νά θεσμοθετηθεῖ καί ἡ μεταλυκειακή σύναξη, μέ ἀντίστοιχο περιεχόμενο ὅπως αὐτό τῆς φοιτητικῆς. Καί ἐδῶ κάποια καταρτισμένα στελέχη, μέ ἀνοικτό νοῦ ἀλλά καί πνευματική συγκρότηση, θά πρέπει νά ἀναλάβουν τήν διεύθυνση καί λειτουργία ἀυτῶν τῶν συνάξεων.

Συμπερασματικά, χρειάζεται νά ἐπενδύσουμε τόσο σέ στελεχιακό δυναμικό, ὅσο καί σέ παραγωγή κατάλληλου βοηθητικοῦ ὑλικοῦ, προκειμένου νά δοῦμε τό ζήτημα τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ, τόσο κατηχητικά ὅσο καί ποιμαντικά σέ νέα βάση. Ἡ συνεργασία μας μέ εἰδικούς ἐπιστήμονες θά δημιουργήσει προϋποθέσεις καί ἀρτιότερης ὀργανώσεως τοῦ φιλανθρωπικοῦ καί κοινωνικοῦ μας ἔργου, ἀλλά καί θά βοηθήσει ὥστε τά μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου νά συγκερασθοῦν μέ τίς ἀπαιτήσεις καί τούς τρόπους ἐκφράσεως τῆς ἐποχῆς μας, ὥστε νά καταστεῖ ὁ λόγος μας γνωστός καί ἀξιόπιστος.

Περνοῦμε στό κεφάλαιο τῶν Μέσων Μαζικῆς Ἐνημερώσεως, πού ἀποτελεῖ μεῖζον θέμα στήν πορεία ἐπανευαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ μας. Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει κάμει σοβαρά βήματα ὥστε νά ὑπάρχει ἡ δυνατότητα εὐαγγελισμοῦ, κατηχήσεως καί ἐνημερώσεως τοῦ λαοῦ μας, μέσα ἀπό τά ΜΜΕ. Στόν ἀγῶνα αὐτό εἶναι σπουδαία ἡ βοήθεια πού προσφέρει ὁ ραδιοφωνικός σταθμός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί οἱ σταθμοί τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, ὅπως ἐπίσης καί οἱ τηλεοπτικές παραγωγές, κυρίως σέ τοπικό ἐπίπεδο, καθώς καί ἡ παρουσία ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας στούς τηλεοπτικούς διαλόγους, ὅταν ἐκπροσωποῦν τόν εὐαγγελικό λόγο καί τό ὀρθόδοξο ἦθος. Στά σπίτια τῶν περισσοτέρων πιστῶν μας εἰσέρχονται τά εὐαγγελικά μηνύματα μέσω τῶν πολλῶν ἐντύπων πού κυκλοφοροῦνται σέ πανελλαδικό ἤ τοπικό ἐπίπεδο. Τό πλῆθος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἰστοσελίδων στό Ἴντερνετ (Διαδίκτυο) καί ἡ ὕπαρξη Γραφείων Τύπου ἐνημερώνουν σέ τοπικό ἐπίπεδο γιά τίς δραστηριότητες καί τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων. Ὅλα αὐτά, σέ συνδυασμό μέ τήν κυκλοφορία πολλῶν καί καλαίσθητων φυλλαδίων, ἐντύπων, ἀφισῶν, βιβλίων, δίδουν τήν αἴσθηση ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει μία ἱκανοποιητική παρουσία στόν χῶρο τῶν ΜΜΕ καί περνάει τά εὐαγγελικά μηνύματα στό λαό μας.

Φαίνεται ὅμως ὅτι τά πράγματα δέν ἔχουν ἀκριβῶς ἔτσι. Ἡ πρόσφατη ἐκκλησιαστική κρίση κατέδειξε ὅτι γιά μία μεγάλη μερίδα τοῦ λαοῦ μας καί ἰδίως τῶν νέων, ἡ τηλεοπτική προπαγάνδα κατάφερε νά διαμορφώσει μία ἰδιαίτερα στρεβλή γνώμη γιά τήν Ἐκκλησία. Ἦταν τέτοια ἡ ἐπικοινωνιακή καταιγίδα, πού ἀνεξαρτήτως τῶν εὐθυνῶν μας, συλλήβδην μᾶς κατέστησε ἐνόχους. Καί τό ἐρώτημα πού ἀνακύπτει εἶναι σοβαρότατο: κατά πόσον χρειαζόμαστε πλέον ἕναν τηλεοπτικό σταθμό, πού νά ἀπηχεῖ τίς ἀπόψεις τῆς Ἐκκλησίας καί νά πολεμήσει ἐπί ἴσοις ὅροις τά μεγάλα τηλεοπτικά καί ἐπιχειρηματικά συμφέροντα, τά ὁποῖα, κατά τό δοκοῦν, ἐπιβάλλουν θέσεις καί ἀπόψεις ἀντιεκκλησιαστικές;

Ἀνεξαρτήτως τοῦ οἰκονομικοῦ κόστους μιᾶς τέτοιας προσπάθειας, πού πρός τό παρόν καθιστᾶ τό ἐγχείρημα ἀπαγορευτικό, θά πρέπει νά δοῦμε τό ἐρώτημα ἱδρύσεως τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ ὑπό τό πρῖσμα τῆς χρησιμότητός του στόν ἐπανευαγγελισμό. Γιατί ὁ προβληματισμός μας δέν ἔγκειται στό ἄν εἶναι θεολογικῶς καί ἐκκλησιαστικῶς ὀρθό τό νά ἀκολουθοῦμε κοσμικούς τρόπους ἐκφράσεως καί λειτουργίας, καθώς ὁ ἀρχικός λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου  «τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω» μᾶς δίδει τήν ἀπάντηση.  Αὐτό τό ὁποῖο πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ὁ σκοπός, ὅταν πραγματοποιοῦμε ἕνα ἄνοιγμα, τό ὁποῖο ἐκ τῶν πραγμάτων ἐμπεριέχει στοιχεῖα ἐκκοσμικεύσεως.

Ἄν θέλουμε νά εἴμαστε ρεαλιστές, ὁ κύριος ρόλος τῆς τηλεοράσεως εἶναι ψυχαγωγικός καί λιγότερο ἐνημερωτικός. Ἐπίσης, ἡ ἐπιτυχία ἤ μή τηλεοπτικῶν ἐκπομπῶν στηρίζεται στό κατά πόσον μποροῦν νά ὁδηγήσουν τόν τηλεθεατή στό νά συμπάσχει μέ τούς ἑκάστοτε παρουσιαστές, πρωταγωνιστές, συμμετέχοντες στίς ἐκπομπές. Οὐδόλως παραθεωροῦμε τήν δύναμη τῆς τηλεοπτικῆς εἰκόνας. Ἄς σκεφτοῦμε ὅμως πόσους προικισμένους καί χαρισματούχους ἀνθρώπους θά πρέπει νά ἐπιστρατεύσουμε, προκειμένου νά ἀνταγωνιστοῦμε τά τηλεοπτικά κανάλια! Τά μεγάλα προβλήματα πού ἀντιμετώπισε ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου σέ ἀντίστοιχη δική της προσπάθεια, ἄς μᾶς διδάξουν.

Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι θέτουμε σέ λειτουργία τόν ἐκκλησιαστικό τηλεοπτικό σταθμό.[29]  Τό πρόγραμμά μας θά περιλαμβάνει τήν μετάδοση τῆς Θείας Λειτουργίας καί ἄλλων ἀκολουθιῶν, τηλεοπτικές συζητήσεις, κάποια ντοκυμανταίρ ἀπό ἱερά προσκυνήματα καί ἐκκλησιαστικούς τόπους, καθώς καί ἐκπομπές διαλόγου μέ τούς τηλεθεατές.  Φοβόμαστε ὅτι θά ἀπευθυνθοῦμε καί πάλι στούς πιστούς, σ’ αὐτούς πού ἤδη εἶναι ἤ προσπαθοῦν νά εἶναι ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμε δύσκολο νά παραγάγουμε τηλεοπτικές ἐκπομπές πού νά ἔχουν ψυχαγωγικό χαρακτήρα, νά προσεγγίσουν τηλεθεατές καί νά ἀνταγωνιστοῦν τά ὑπόλοιπα τηλεοπτικά κανάλια, παρεκτός ἐάν κάμουμε ἐκπτώσεις στό ἐκκλησιαστικό ἦθος. Ἀλλά καί σέ σχέση μέ τούς νέους, θά πρέπει νά ἐκκοσμικευθοῦμε πολύ, μέ ἀμφίβολα καί πιθανότατα πρόσκαιρα ἀποτελέσματα. Ἡ τηλεοπτική πραγματικότητα ἔχει ἐθίσει τούς ἀνθρώπους στήν βία, τήν περιπέτεια, τήν συναισθηματική προσέγγιση τῆς ζωῆς, ἀλλά καί τήν σαρκολατρική ἰδεολογία.

Ἄς μήν παραθεωρήσουμε καί τό γεγονός ὅτι στερούμαστε ἱκανῆς πολιτιστικῆς παιδείας στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο. Βεβαίως ἄνθρωποι πού θά μποροῦσαν νά βοηθήσουν σέ μία τέτοια προσπάθεια θά βρεθοῦν. Ἴσως ὅμως θά ἔπρεπε νά ἐκπονήσουμε πρῶτα μία πολιτιστική στρατηγική, ἡ ὁποία, ξεκινώντας ἀπό τήν γνωριμία τῶν πιστῶν μας καί ἰδιαίτερα τῶν νέων μέ τήν πολιτιστική παράδοση τοῦ λαοῦ μας, θά πραγματοποιοῦσε πιό τολμηρά ἀνοίγματα σέ σύγχρονες μορφές καλλιτεχνικῆς ἐκφράσεως (θέατρο, μουσική, λογοτεχνία) σέ ἐνοριακό καί μητροπολιτικό ἐπίπεδο. Γιά νά ὑπάρχει ἡ δυνατότητα δημιουργίας πρώτης ὕλης γιά τηλεοπτικές παραγωγές.

Ἐξάλλου, τά ἐπικοινωνιακά ἀποτελέσματα ἑνός τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ δέν θά ἦταν τέτοια πού νά δικαιολογοῦσαν τό κόστος καί τήν σπατάλη δυνάμεων. Ἄς μήν λησμονοῦμε ὅτι τελικά τό ἦθος πού ἐπιδεικνύουμε ὡς Ἐκκλησία, ἀλλά καί τό ἔργο μας, τόσο τό φιλανθρωπικό ὅσο καί τό ποιμαντικό, εἶναι αὐτά πού μᾶς καταξιώνουν καί λιγότερο ἡ ἐπικοινωνιακή πολιτική, ὅσο κι ἄν αὐτή, ἰδιαίτερα σήμερα, εἶναι ἀναγκαία.

Τό ἐκκλησιαστικό ραδιόφωνο μᾶς ἔχει δώσει δείγματα ἐκπομπῶν ὑψηλῆς ποιότητας καί περιεχομένου σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν δυνατότητα κατηχήσεως καί ἐπανευαγγελισμοῦ, ὅπως ἐπίσης καί ψυχαγωγίας καί προβληματισμοῦ.  Ἄν μπορέσουμε, στά πλαίσια τῆς ἐκπονήσεως μιᾶς πολιτιστικῆς στρατηγικῆς, νά ἀνανεώσουμε καί ἄλλο τό ραδιόφωνό μας, τότε πραγματικἀ θά ἔχουμε  ἕνα σπουδαῖο ὅπλο στόν ἀγώνα μας. Τό αὐτό καί τό Διαδίκτυο-Ἴντερνετ, ὅπου μέ τήν ὀργάνωση εἰδικῶν ἰστοσελίδων καί διαδικτυακῶν συζητήσεων, θά ἐνθαρρύνουμε τούς νέους, οἱ ὁποῖοι κυρίως ἀσχολοῦνται μέ τήν σύγχρονη τεχνολογία, νά συμμετέχουν καί νά καταθέτουν τή γνώμη τους γιά τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Παραλλήλως, θά ἦταν χρήσιμο νά ὑπῆρχε παρουσίαση καί ἄλλων, ἀκόμη καί ἀντίθετων, ἀπόψεων, πού νά βοηθοῦνε στόν διάλογο καί τήν καταγραφή τῶν θέσεων τῆς Ἐκκλησίας σέ μιά σειρά σύγχρονων προβλημάτων.

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στό πλῆθος τῶν ἐντύπων πού κυκλοφοροῦνται, εἶναι γεγονός ὅτι λόγω καί τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τους, ἀλλά καί ἐπειδή παρουσιάζουν σχεδόν κατ’ ἀποκλειστικότητα τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι εὔκολο νά γίνουν ὄχημα διαλόγου μέ ἀνθρώπους πού δέν ἐνδιαφέρονται γιά τήν πίστη. Κι ἐμεῖς, καθώς κατακλυζόμαστε καθημερινά στίς Ἱερές Μητροπόλεις ἀπό πλῆθος ἐντύπων, αἰσθανόμαστε ὅτι θά ἦταν καλό, ἀντί νά ὑπάρχει αὐτός ὁ κατακερματισμός, νά συνενώνονταν Ἐνορίες καί ἄλλοι ἐκκλησιαστικοί φορεῖς καί νά κυκλοφοροῦσαν λιγότερα ἔντυπα, μέ τήν συνεργασία τῶν ἱκανῶν.

Θά θέλαμε νά καταθέσουμε σέ Συνοδικό ἐπίπεδο μία πρόταση: αὐτό πού λείπει, σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἐπιμόρφωση τῶν κληρικῶν καί τῶν στελεχῶν μας  ἴσως εἶναι ἕνα περιοδικό μέ ἀποκλειστικά ποιμαντικό περιεχόμενο, στό ὁποῖο θά κατατίθενται ἀπό ἐκλεκτούς ἱερεῖς πού ὑπάρχουν στίς κατά τόπους Ἰερές Μητροπόλεις ἐμπειρίες γιά διάφορα θέματα πού ἀφοροῦν στήν τρέχουσα ποιμαντική πράξη. Εἶναι γεγονός, ἀκόμη  ὅτι ἀπουσιάζει καί ἕνα καλό νεανικό περιοδικό, τό ὁποῖο νά βοηθοῦσε νά γίνουν γνωστές οἱ θέσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά διάφορα νεανικά προβλήματα, νά διαλέγεται μέ τή νεανική πραγματικότητα, νά βοηθᾶ στήν κατηχητική πράξη καί τό ὁποῖο θά διακινοῦνταν σέ νεανικούς χώρους, ἀλλά καί θά ἦταν ὅπλο στήν προσπάθεια τῶν θεολόγων στά σχολεῖα.

Τέλος, θά ἔπρεπε νά ἐξετάσουμε σέ συνοδικό ἐπίπεδο τήν ἀνάγκη ἐπανεύρεσης κοινῶν τόπων καί γλώσσας ἐπικοινωνίας μέ τούς διανοουμένους. Χωρίς νά παραθεωροῦμε τήν προκατάληψη πού ὑπάρχει εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι γεγονός ὅτι ὁ χῶρος τῆς διανόησης δέν ἔχει προσεγγισθεῖ ὅσο θά ἔπρεπε. Μέ τήν βοήθεια τῶν ἱκανῶν πανεπιστημιακῶν θεολόγων μας, μέ συζητήσεις στρογγυλῆς τραπέζης, ὀργανωμένες ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, μέ ἔντυπο διάλογο μέσα ἀπό ἐφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας, μέ συναντήσεις σέ ἐπίπεδα ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, θά μποροῦσε, τουλάχιστον ἀπό τήν πλευρά μας, νά ξεκινήσει ἕνα σπουδαῖο ἄνοιγμα. Μέ εἰλικρίνεια νά καταθέσουμε τίς προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας μας γιά θέματα στά ὁποῖα ὑπάρχουν κοινοί ἤ διαφορετικοί τόποι, ὥστε ὁ λόγος καί τό ἐκκλησιαστικό βίωμα νά γίνουν γνωστά.

Σέ πολλά σημεῖα τῆς εἰσηγήσεώς μας καταδείχτηκε ἡ ἀνάγκη περαιτέρω καταρτίσεως τόσο τῶν κληρικῶν μας, ὅσο καί λαϊκῶν στελεχῶν.  Εὐχῆς ἔργον θά ἦταν ἡ κατάρτιση νά προηγεῖται τῆς χειροτονίας. Συνήθως, τοποθετοῦμε κατ’ εὐθείαν στήν κενή ἐφημεριακή κάποιον νέο ἱερέα, ὁ ὁποῖος στήν καλύτερη περίπτωση γνωρίζει νά λειτουργεῖ ἤ ἔχει κάποιες γνώσεις, ἄν ἔχει σπουδάσει, ἀλλά δέν εἶναι καταρτισμένος στό ἀντικείμενο πού θά ἐργαστεῖ. Κι αὐτό διότι δέν εἶναι ξεκαθαρισμένα μέσα μας τά κριτήρια τῶν ἱερατικῶν κλίσεων καί κλήσεων. Ἐντοπίζουμε τό ἐνδιαφέρον μας στήν ἐπιθυμία τοῦ ὑποψηφίου νά γίνει κληρικός,  στήν εὐσέβειά του, τήν μόρφωση, τήν οἰκογενειακή του κατάσταση καί, περισσότερο ἀπό ὅλα, στήν ἀδήριτη ἀνάγκη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως νά καλύψει τά ἐφημεριακά της κενά ἤ στήν ἀνάγκη νά ἔχουμε συνεργάτες. Ἔτσι ὁ χειροτονημένος θά μάθει τήν ποιμαντική, ἄν τήν μάθει, στήν πράξη, καθώς θά περνᾶ ὁ χρόνος. Ἄν μάλιστα, ἡ κατάσταση καί ὁ ζῆλος τῶν ὑπολοίπων κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως ἤ τῶν συνεφημερίων του δέν τόν βοηθήσουν, τότε γρήγορα θά συμβιβασθεῖ μέ τήν σκληρή ἐκκλησιαστική πραγματικότητα.

Κι ἄν παλαιότερα ὁ φορέας ταυτίζονταν μέ τήν αὐθεντία τῆς ἱερωσύνης, σήμερα τά πράγματα οὐδόλως εἶναι ἔτσι. Οἱ ἀλλαγές πού ἐπῆλθαν στήν ἑλλαδική κοινωνία, καί ὑπό τό ἄχθος τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἀλλά καί ἐξαιτίας τῆς προσπαθείας γιά ἐκσυγχρονισμό τοῦ κράτους, ἔχουν δημιουργήσει καινούρια δεδομένα, μέ βάση τά ὁποῖα ὁ κόσμος πορεύεται. Οἱ ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἡγέτες, τόσο σέ τοπικό ὅσο καί σέ εὑρύτερο ἐπίπεδο, ἔχουν αὐξηθεῖ. Ὁ κόσμος πλέον γνωρίζει, κρίνει καί τίποτε δέν μπορεῖ νά παραμείνει κρυφό. Ἡ αὐθεντία οὐδενός εἶναι δεδομένη. Μέ τόν πόλεμο τοῦ πονηροῦ σέ μόνιμη ἔνταση, ἀλλά καί τό κοσμικό πνεῦμα νά μεγεθύνει κάθε παράπτωμα, ὅπως ἐπίσης καί μέ τήν πίεση πού ἀσκεῖ ἡ φανερή ἤ κεκρυμμένη ἀνάγκη εὑρέσεως νοήματος ζωῆς γιά τούς πολλούς, ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ πρεσβύτερος, ὁ θεολόγος, ὁ κατηχητής δέν εἶναι αὐθεντίες ἐκ τῶν χαρισμάτων πού φέρουν, ἀλλά χρειάζεται νά ἀποδείξουν τήν ἡγετική τους φυσιογνωμία καί δυνατότητα στήν πράξη, τόσο μέ τόν λόγο ὅσο καί μέ τά ἔργα τους.

Καί τοῦτο δέν θά μπορέσει νά γίνει μέ ἀόριστες έπικλήσεις  στήν πνευματικότητα. Χρειάζεται καί γνώση καί κατάρτιση. Ὀφείλουμε νά θέσουμε πλέον προϋποθέσεις γιά τήν εἴσοδο στόν ἱερό κλῆρο, ἐκτός τοῦ τεκμηρίου τῆς εὐσεβείας καί τοῦ ἱεροῦ ζήλου. Ὁ νέος κληρικός σήμερα πρέπει νά ἔχει ἀποφοιτήσει τουλάχιστον ἀπό τό Λύκειο, νά ἔχει διακονήσει στήν ἐκκλησιαστική ζωή ὡς κατηχητής, ὡς ἱεροψάλτης, ὡς ἐπίτροπος, ὡς συνεργάτης στό ἔργο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας καί ὄχι νά χειροτονεῖται γιά νά μάθει ἐκ τῶν ὑστέρων.

Παραλλήλως, ἐκτός τῶν προσπαθειῶν πού γίνονται σέ Συνοδικό ἐπίπεδο γιά τήν Ἵδρυση Ἐκκλησιαστικῶν Ἀκαδημιῶν ἤ τήν Ἐπιμόρφωση Στελεχῶν, καί ἐκτός τῶν ὅσων ἤδη ἔχουμε προτείνει γιά τήν λειτουργία τῶν Γραφείων Νεότητος καί ὡς Γραφείων Ἐπιμορφώσεως τῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν πού ἐργάζονται στό νεανικό καί ἱεραποστολικό ἔργο τῆς κάθε Ἱερᾶς Μητροπόλεως, θά μπορούσαμε νά ἐξετάσουμε στό ἄμεσο μέλλον τήν ἵδρυση ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο στήν πρωτεύουσα κάθε νομοῦ Εἰδικῶν Κέντρων Ἐπιμορφώσεως Κληρικῶν. Σκοπός τῆς λειτουργίας τους θά εἶναι ὁ ἤδη  κληρικός, ἀλλά καί ὁ ὑποψήφιος, νά ἐπιμορφώνονται στόν τόπο τους, συστηματικά καί ὄχι περιστασιακά, ὅπως γίνεται μέσω τῶν ἱερατικῶν συνάξεων σήμερα. Τά κέντρα αὐτά θά δίδουν βεβαιώσεις ἐπιμορφώσεως πού θά ἰσχύουν γιά τήν Ἐκκλησία. Δέν χρειάζεται νά περιμένουμε τό κράτος νά βοηθήσει. Εἶναι δεδομένο ἄλλωστε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἐκπαίδευση, ἀντί νά προοδεύει, φθίνει, κυρίως λόγω ἐλλείψεως νέων πού νά ἐνδιαφέρονται γιά νά εἶναι μαθητές στά Ἐκκλησιαστικά Φροντιστήρια καί Λύκεια.

Παραλλήλως, χρειάζεται νά δώσουμε κίνητρα στούς λαϊκούς ἀδελφούς μας νά συνδράμουν τό ἔργο τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ. Ὁ ἐθελοντισμός ἔχει μεγάλη ἀξία  καί ὀφείλουμε νά τόν καλλιεργοῦμε, τόσο στήν φιλανθρωπική διακονία, ὅσο καί στήν κοινωνική προσφορά. Ὅμως ὁ ἐπανευαγγελισμός χρειάζεται καί κατάρτιση καί ἐξειδίκευση. Γι’ αὐτό καί οἱ Σχολές Κοινωνικῆς Προσφορᾶς, πού ἤδη λειτουργοῦν γιά ἐθελοντές μέ ἐπιτυχία σέ κάποιες Ἱερές Μητροπόλεις, θά πρέπει νά ἐπεκταθοῦν καί ἀλλοῦ.

Ἐξάλλου, ἴσως ἦρθε καί ὁ καιρός πού θά πρέπει νά διαθέσουμε καί κάποια χρήματα, ἔστω καί μέ τήν μορφή οἰκονομικοῦ βοηθήματος, πρός λαϊκά στελέχη, θεολόγους, ἀλλά καί ἄλλους, κυρίως  νέους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι καί νά ἀφιερώσουν χρόνο ὥστε νά ἐπιμορφωθοῦν, ἀλλά καί νά ἐργαστοῦν γιά λογαριασμό τῆς Ἐκκλησίας.

Μία Ἐκκλησία πού ἐπενδύει σέ ἀνθρώπινο δυναμικό καί ὄχι μόνο σέ κτήρια ἤ ἐκκλησιαστικά σκεύη καί ἄμφια, εἶναι μία Ἐκκλησία ζῶσα καί δυναμική. Μία Ἐκκλησία πού ἐπιζητεῖ τήν μόρφωση καί τήν καλλιέργεια των στελεχῶν της, ἔχει τήν δυνατότητα νά καταστήσει τόν ζῆλο «κατ’ ἐπίγνωσιν» καί νά δώσει στόν ἀγώνα τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ, πού εἶναι ἡ κύρια ἀποστολή της, νέα ὤθηση καί δυναμική. Μία Ἐκκλησία πού δέν περιμένει τό Κράτος νά τήν βοηθήσει, ἀλλά καί δέν φοβᾶται τήν ἀπειλή τοῦ χωρισμοῦ της ἀπό αὐτό, ἐργάζεται καί καταφέρνει νά προσπεράσει τίς ἀντιθρησκευτικές ἀντιλήψεις στό ἐπίπεδο, ὅπου κανείς δέν μπορεῖ νά τῆς ἀντισταθεῖ, δηλαδή στήν καθημερινότητα τοῦ λαοῦ μας.

Ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει καί πάλι ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, «τό τελικό νόημα τῆς κρίσης τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὅτι ὁ κόσμος μέσα στόν ὁποῖο πρέπει νά ζήσει σήμερα ὁ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἴτε στήν Ἀνατολή εἴτε στή Δύση, δέν εἶναι ὁ κόσμος της,  οὔτε ἀκόμη περισσότερο κάποιος οὐδέτερος κόσμος, ἀλλά ἕνας κόσμος πού τήν προκαλεῖ στήν οὐσία καί στήν ὕπαρξή της, ἕνας κόσμος πού προσπαθεῖ συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα νά τή μετατρέψει καί νά τή μειώσει σέ ἀξίες, φιλοσοφίες ζωῆς καί κοσμοείδωλα τελείως διαφορετικά, ἄν ὄχι καί ἀντίθετα πρός τά ὁράματά της καί τήν ἐμπειρία της γιά τό Θεό, τόν ἄνθρωπο καί τή ζωή».[30]

Δέν κινδυνολογοῦμε. Προσπαθοῦμε νά λειτουργήσουμε μέσα στήν πραγματικότητα τῆς ἐποχῆς μας καί νά καταθέσουμε τήν μαρτυρία μας. Ὄπως καί νά ἔχει, ἡ βεβαιότητα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»,[31] ἀλλά καί «τό ἀναστάσιμο, τό τριαδολογικό καί τό θεανθρώπινο ὅραμα τοῦ κόσμου»[32] πού ἀποτελοῦν τήν οὐσία τῆς παραδόσεώς μας,  μᾶς δίδουν τήν δύναμη νά ἀγωνιστοῦμε χωρίς φόβο καί μέ πολλή ἐλπίδα, ὅτι μέ τήν δική μας προσπάθεια, ἀλλά κυρίως μέ τό ὑπερπερίσσευμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἡ διακονία καί ἀποστολή τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ θά προχωρήσει. Ἄλλωστε, «ἡ δύναμις ἡμῶν ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται».[33] Ἀρκεῖ ἡ ἀσθένεια νά μήν γιγαντώνεται ἀπό ἀδιαφορία καί ἔλλειψη άγῶνα.

Θά μᾶς ἐπιτραπεῖ νά κλείσουμε τήν εἰσήγησή μας παραθέτοντας ἕνα παλαιότερο κείμενο τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου,[34] τό ὁποῖο νομίζουμε ὅτι ἀποτυπώνει τίς συντεταγμένες τῆς ἀποστολῆς ὅλων ἡμῶν καί δίδει τό τελικό πλαίσιο τῆς συμβολῆς τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας στόν ἀγῶνα τοῦ ἐπανευαγγελισμοῦ:

«Κοιτάζοντας πρός τό μέλλον τοῦ Γένους βλέπουμε ἄμεση τήν ἀνάγκη ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῶν στόχων μας καί κυρίως ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς εἰκόνας μας πρός τά ἔξω, μέ παράλληλη ἀνακαίνιση καί ἀναδιοργάνωση στό ἐσωτερικό μας. Συνεχῶς ἐπικρινόμεθα ὅτι ζοῦμε σέ κόσμους ξεπερασμένους, μέ φαντασιώσεις καί ὄνειρα ξεκομμένα ἀπό τήν πραγματικότητα. Σέ μιά ἐποχή ὅπου ὁ κόσμος τρέχει μέ ἰλιγγιώδεις ρυθμούς πρός τό μέλλον, δέν ὑπάρχει βαρύτερη κατηγορία ἀπό τό νά σέ χαρακτηρίζουν στατικό καί μουμιοποιημένο. Δέ νοεῖται ὅμως καί μεγαλύτερη ἀδικία σέ βάρος τῆς Ἐκκλησίας, πού μέ τή συνοδικότητα, τή συλλογικότητα καί τήν ἀποτελεσματικότητα μπορεῖ νά προσφέρει στόν ἑαυτό της ἀλάνθαστη πυξίδα καί στόν λαό μοναδική διέξοδο διαφυγῆς ἀπό τά ἀδιέξοδα».

Ἀθήνα 7 Ὀκτωβρίου 2005

[1] Α’ Κορ. 9,16-23.

[2] Ματθ. 28, 19-20

[3] «Ὅσο κι ἄν σέ πολλούς φαίνεται παράδοξο, ἡ Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει γιά τόν ἑαυτό της, ἀλλά γιά τόν κόσμο. Στό παρελθόν ἡ ἱεραποστολή τῆς Ἐκκλησίας διακρινόταν σέ ἐσωτερική καί ἐξωτερική καί μιά τέτοια διάκριση ὑπῆρξε ἀσφαλῶς πολύ ὠφέλιμη τουλάχιστο γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους, ἀφοῦ ἔγινε ἀφορμή νά ξαναθυμηθοῦμε τό χρέος μας γιά τή ἐξωτερική ἱεραποστολή, μᾶς ἔβγαλε ἀπό τήν ἱεραποστολική ραθυμία, μᾶς ἀνάγκασε νά ἑνώσουμε τίς δυνάμεις μας μέ τούς λοιπούς χριστιανούς γιά τόν εὐαγγελισμό τῆς οἰκουμένης, μᾶς ὑπενθύμισε τήν ὑποχρέωσή μας ὡς χριστιανῶν νά κηρύξουμε στά πέρατα τῆς οἰκουμένης τό μήνυμα τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας, σύμφωνα μέ τήν ἐπιταγή τοῦ ἀναστάντος «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη…»(Μτ. 28:19). Σήμερα ὅμως μιά τέτοια διάκριση θεωρεῖται ξεπερασμένη. Γι’ αὐτό καί ἐπίσημα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑνώνει τίς δυνάμεις της «μέ πάντα ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως», ὅπως συνεχῶς ὑπογραμμίζεται στά μηνύματα τῶν προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τόσο στό ἐσωτερικό ὅσο καί στό ἐξωτερικό, γιά τήν ὑπέρβαση τοῦ κακοῦ στόν κόσμο, ὁ ὁποῖος μέ τή σύγχρονη τεχνολογία ἔγινε πιά ἕνα μεγάλο χωριό». Πέτρου Βασιλειάδη, «Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν μετανεωτερικότητα», περ. Σύναξη, τεῦχος 78, Ἀθήνα 2001, σσ. 75-76

[4] Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας Ἀναστασίου, Παγκοσμιότητα καί Ὀρθοδοξία, Άθήνα 2000, σελ. 61-62

[5] Ματθ. 18, 12-14

[6] π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στό σύγχρονο κόσμο, Ἀθήνα 1983 σελ. 240-241

 

[7] Ἰδίως τό ἄρθρο 13

[8] Πέτρου Βασιλειάδη, ὅπου παραπάνω, σελ. 81

[9] Χαρακτηριστικές οἱ ἔρευνες γιά τούς θεσμούς πού ἐμπιστεύονται οἱ νέοι στήν Ἑλλάδα καί πού ἔδειξαν ὅτι ἡ οἰκογένεια, ἡ θρησκεία καί ἡ ἐργασία ἀξιολογοῦνται πιό ψηλά ἀπό κάθε ἄλλο θεσμό (ἔρευνα τοῦ Ἐθνικοῦ Κέντρου Κοινωνικῶν Ἐρευνῶν, πού σχολιάστηκε ἀπό τίς ἐφημερίδες «Τό Βῆμα» στίς 5 Ἰουνίου 2004 καί «Τά ΝΕΑ» στίς 6 Ἰουνίου 2004)  καί ἡ πρόσφατη ἔρευνα γιά τή θρησκεία πού ἔγινε σέ 20 χῶρες τῆς Εὐρώπης καί στίς ΗΠΑ, γιά λογαριασμό τῆς ἀμερικανικῆς ἐφημερίδας Wall Street Journal Europe, στήν ὁποία τό 92% τῶν Ἑλλήνων δήλωσε ὅτι πιστεύει στό Θεό καί εἶναι μέλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τό μεγαλύτερο ποσοστό πιστῶν σέ ὅλες τίς χῶρες τῆς ἔρευνας.  Τά στοιχεῖα δημοσιεύθηκαν στήν ἐφημερίδα Ἐλευθεροτυπία στίς 17 Ἰανουαρίου 2005.

[10] Στήν ἴδια ἔρευνα τό 30% περίπου τῶν πιστῶν δήλωσαν ὅτι ἐκκλησιάζονται τακτικά, ποσοστό πού παρουσιάζει ἐνδιαφέρον.

[11] Ἀπό τά στοιχεῖα τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας γιά τήν ἀπογραφή τοῦ 2001 ὁ πραγματικός πληθυσμός στήν Ἑλλάδα ἀνέρχεται σέ 10.964.020 κατοίκους. Ἀπό αὐτούς  886.298 εἶναι ἀλλοδαποί, ἐκ τῶν ὁποίων τά 2/3 οἰκονομικοί μετανάστες. βλ. ἀναλυτικά στοιχεῖα στήν ἰστοσελίδα τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας www.statistics.gr

[12] βλ. Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἐλλάδος κ. Χριστοδούλου, «Ἡ δυτικοτραφής διανόηση», Ἀπό χῶμα καί οὐρανό, Ἀθήνα 1999, σελ. 186-192 καί Π. Καλαϊτζίδη, «Τά Θρησκευτικά ὡς πολιτιστικό μάθημα», περ. Σύναξη, τεῦχος 74, Ἀθήνα 2000[13] Ἀξιοσημείωτη  πάντως εἶναι ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ καθηγητῆ τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου Χρ. Γιανναρᾶ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὑπερβολική τή φιλολογία περί πολυπολιτισμικότητας: «Mόνο μιά κοινωνία μέ δική της πολιτιστική ραχοκοκκαλιά καί δημιουργική ταυτότητα εἶναι ἐλεύθερη ἀπό προκαταλήψεις, ψάχνει τό καινούργιο, ἀνοίγεται θαρραλέα στό ἀπρόβλεπτο, δέν μειονεκτεῖ πιθηκίζοντας μόδες ἐφήμερες. Mιά τέτοια κοινωνία δέχεται ἄφοβα τόν ξένο μέ τόν δικό του διαφορετικό πολιτισμό, τούς δικούς του προγονικούς ἐθισμούς, τή διαφορετική του γλώσσα, θρησκεία, καλλιέργεια ἤ ὑπανάπτυξη…. Ἰδεολόγοι ὁπαδοί καί οἱ ρομαντικά εὔπιστοι πού προπαγανδίζουν σήμερα τό ἰδεῶδες τῆς «πλουραλιστικῆς» κοινωνίας, τῆς πολυπολιτιστικῆς, πολυφυλετικῆς, πολυγλωσσικῆς συνύπαρξης τῶν ἀνθρώπων, θά ὄφειλαν νά ἔχουν τουλάχιστον πληροφορηθεῖ, γιατί ἡ ἀληθινά προοδευτική πρωτοπορία τῆς εὐρωπαϊκῆς διανόησης ἀντιμάχεται σθεναρά αὐτές τίς ἀφέλειες. Γιατί επιμένει νά διασώσουμε ὁπωσδήποτε τίς τοπικές πολιτιστικές ἰδιαιτερότητες, τίς παραδόσεις πού λειτουργοῦν ὡς ἄξονες κοινωνικῆς συνοχῆς καί ὡς προϋπόθεση «ἀνοιχτῆς» κοινωνίας, γιατί νά καλλιεργήσουμε κοινωνίες πολιτῶν σέ τοπικό ἐπίπεδο, γιατί νά ἀντισταθοῦμε στό βάναυσο πολιτιστικό ξερίζωμα, στήν ἀπώλεια ταυτότητας καί στήν περιθωριοποίηση πού ἐπιβάλλει αὐθαίρετα σέ λαούς μιά μεθοδευμένη «παγκοσμιοποίηση».Πολιτισμό γεννάει ἡ νοηματοδότηση τῆς ἱεράρχησης τῶν ανθρώπινων ἀναγκῶν. Ἡ νοηματοδότηση εἶναι πάντα μεταφυσική (θεϊστική ἤ ἀθεϊστική) καί ἡ ἐμπέδωση τοῦ πολιτισμοῦ κυρίως θρησκευτική. Γι’ αὐτό καί τά ἰδεολογήματα περί «πλουραλιστικῆς» κοινωνίας ἀναζητᾶνε ὁπωσδήποτε ἐρείσματα θρησκευτικῆς καταξίωσης: Ὁ «ἐθνοφυλετισμός» προβάλλεται ὡς τό μέγιστο ἁμάρτημα τῶν Xριστιανῶν καί οἱ πολιτισμοί σάν συνέπειες τῆς «πτώσης» τοῦ ἀνθρώπου, συνέπειες διαιρετικές τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Παρακάμπτεται τό γεγονός ὅτι κάθε τοπική ἐκκλησία εἶναι ἡ Kαθολική Ἐκκλησία (τό «καθόλου» τῆς ἀλήθειας) καί δίχως ἱστορική σάρκα πολιτισμοῦ τό χριστιανικό εὐαγγέλιο ἀλλοτριώνεται σέ ἄσαρκο διεθνιστικό ἰδεολόγημα».  βλ. Χρ. Γιανναρᾶ, «Γιατί προπαγανδίζουμε τόν πλουραλισμό», ἐφ. Καθημερινή, 16 Φεβρουαρίου 2003.[14] Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι στήν πατρίδα μας ἔχουμε τό φαινόμενο τῆς συμβιώσεως μέ πιστούς ἄλλων θρησκειῶν, ὅπως στά Ἑπτάνησα ὅπου διακονοῦμε, μέ συνηθέστερο τό φαινόμενο διωγμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ὄχι τῶν ἑτεροδόξων.[15] Σειρές βοηθημάτων γιά τήν ἐκκλησιαστική κατήχηση γιά τίς βαθμίδες τοῦ Δημοτικοῦ, τοῦ Γυμνασίου καί τοῦ Λυκείου, ἀπό τίς ἐκδόσεις τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας.[16] βλ. χαρακτηριστικά Οἱ νέοι στήν ἐποχή μας-ἕνα νεανικό συνέδριο γιά τόν ἐπανευαγγελισμό τῶν Ἑλλήνων, ἔκδοση τοῦ Νεανικοῦ καί Ἐπιμορφωτικοῦ Ὁμίλου Σύρου, Σύρος 2005 σελ. 83-85[17] Μία συνολική καταγραφή ὅλων αὐτῶν τῶν προσπαθειῶν μπορεῖ κανείς νά δεῖ στήν θαυμάσια ἰστοσελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος www. ecclesia.gr[18] πρβλ. Πρωτοπρ. Θεμιστοκλῆ Μουρτζανοῦ, «Παλεύοντας (;) γιά τόν ἐπανευαγγελισμό τοῦ κόσμου», στό Οἱ νέοι στήν ἐποχή μας-ἕνα νεανικό συνέδριο γιά τόν ἐπανευαγγελισμό τῶν Ἑλλήνων, ἔκδοση τοῦ Νεανικοῦ καί Ἐπιμορφωτικοῦ Ὁμίλου Σύρου, Σύρος 2005 σελ. 29-32[19] βλ. Ἰωάν. 10, 1-18[20] π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ὅπου παραπάνω,  σελ. 153-154[21] Α’Τιμ., 2, 4[22] βλ. Σπύρου Λαζάρου,  «Πίστη  καί Θρησκεία: Ἡ προαιώνια διαμάχη»,  στό Οἱ νέοι στήν ἐποχή μας-ἕνα νεανικό συνέδριο γιά τόν ἐπανευαγγελισμό τῶν Ἑλλήνων, ἔκδοση τοῦ Νεανικοῦ καί Ἐπιμορφωτικοῦ Ὁμίλου Σύρου, Σύρος 2005 σελ. 45-48[23] Θά ἦταν χρήσιμο ἴσως τό Γραφεῖο  νά μετονομοσθεῖ σέ «Γραφεῖο  Νεότητος καί Ἐπιμορφώσεως» ἤ νά ἱδρυθεῖ ἀνεξάρτητο «Γραφεῖο Ἐπιμορφώσεως», ἐνῶ γιά τούς κληρικούς ἀποκλειστικά νά ἱδρυθεῖ Εἰδικό Κέντρο Ἐπιμορφώσεως Κληρικῶν.[24] Καλό θά ἦταν νά ἐπανεξετάζαμε τήν ἐπαναλειτουργία τοῦ ἐπιτυχημένου παλαιότερα Φροντιστηρίου Πνευματικῶν πού διοργάνωνε ἡ Ἀποστολική Διακονία.[25] Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες προτάσεις κατατέθησαν στό Πανελλήνιο Συνέδριο, τό ὁποῖο διοργάνωσε ὁ Σύνδεσμος Ἑλλάδος ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μέ θέμα: «Οἱ προοπτικές τοῦ νεανικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας σήμερα», στήν Ἀθήνα καί τόν Πειραιᾶ, 1-3 Νοεμβρίου 2002, καί τά Πρακτικά τοῦ ὁποίου ἐστάλησαν σέ ὅλες τίς Ἱερές Μητροπόλεις.[26] Γιά παράδειγμα, οἱ σχέσεις δύο φύλων, ἡ τηλεόραση καί οἱ ἐκπομπές της, ἡ σύγχρονη μουσική, τό σχολεῖο, ὁ ἐπαγγελματικός προσανατολισμός[27] Στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ χριστιανική κοινότητα διακρίνονταν άπό τήν προσμονή τῆς διδαχῆς: Ἧσαν δέ προσκαρτεροῦντες τῆ διδαχῆ τῶν ἀποστόλων καί τῆ κοινωνίᾳ καί τῆ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς, (Πράξ. 2, 42)[28] Β’ Κορ., 4,7[29]  Κατά τό πρότυπο, ἴσως,  τοῦ σταθμοῦ 4Ε τῆς ἀδελφότητος «Λυδία» στήν Θεσσαλονίκη.[30] π. Ἀλέξανδρου Σμέμαν, ὅπου παραπάνω, σελ. 15.[31] Ματθ. 28, 20.[32] «Τό ἐρώτημα παραμένει τό ἴδιο. Μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία μας νά παραμείνει μέσα στίς νόρμες τοῦ σύγχρονου κόσμου; Γιά νά άπαντήσουμε πρέπει νά λάβουμε σοβαρά ὑπ’ ὄψιν τρεῖς βασικές χαρακτηριστικές ἀντιλήψεις τῆς Ὀρθοδοξίας γιά τόν κόσμο: τό ἀναστάσιμο, τό τριαδολογικό καί τό θεανθρώπινο ὅραμα τοῦ κόσμου». Κ. Ζορμπᾶ, Δοκίμια γιά τήν παγκοσμιοποίηση,  Κατερίνη 1999,  σελ. 114-117[33] πρβλ. Β’ Κορ. 12, 9[34] Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου, Ἀπό χῶμα καί οὐρανό,  Ἀθήνα 1999,   σελ. 256

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here